Η σειρές μυθοπλασίας του Φθινοπώρου στην ελληνική τηλεόραση ξεκίνησαν και σήμερα εξετάζουμε δυο από τις πιο υποσχόμενες της σεζόν. Από την μια η αστυνομική ιστορία εποχής που διαδραματίζεται στην καρδιά της χούντας στα Μάταλα, όπου έχουν εγκατασταθεί χίπηδες από κάθε γωνιά του κόσμου και από την άλλη οι άδοξες ιστορίες φτωχών κοριτσιών που κατέληξαν δίχως συναίνεση να γίνουν υπηρετικό προσωπικό σε σπίτια πλουσίων.
Κοινωνικό whodunit εποχής με άφθονα εξωτερικά γυρίσματα
H Παραλία
Διαθέσιμο από ERTflix

Βρισκόμαστε στην εκπνοή της δεκαετίας του ’60 στα Μάταλα. Είναι η εποχή που στην παραλία του χωριού καταφθάνουν παρέες χίπηδων από όλο τον κόσμο. Τα αυτοεξόριστα παιδιά των λουλουδιών έχουν προκαλέσει την οργή της συντηρητικής τοπικής κοινωνίας που βλέπει την απειλή στα ξενόφερτα ήθη, αλλά και τη δυσφορία των τοπικών παραγόντων που έχουν επιχειρηματικά σχέδια για τα γύρω οικόπεδα. Τα πρόσωπα που κινούν την πλοκή είναι η κόρη των πλούσιων Αρχοντάκηδων που σπουδάζει στο Λονδίνο, ο Χάρι που έρχεται στο χωριό και ο Πιτ, ο οποίος ηγείται με κάποιον ασαφή τρόπο της κοινότητας των παιδιών των λουλουδιών. Η σειρά βασίζεται στο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Κουρτζή «Το κορίτσι με το σαλιγκάρι» και το σενάριο διαμορφώνουν ο Γιώργος Χρυσοβιτσάνος και ο Κώστας Γεραμπίνης. Την εξέλιξη της ιστορίας πυροδοτεί ένα έγκλημα στην παραλία και οι συγκρούσεις που προκύπτουν από την έρευνα για τον δολοφόνο.
Το κοινωνικό whodunit φιλοδοξεί να συνδυάσει τα πιο λαοφιλή στοιχεία των ιστοριών μυστηρίου με την ανασύσταση της συγκεκριμένης εποχής, που είχε βρει ανταπόκριση με το εξίσου απολιτίκ δράμα φωταγωγημένων αναμνήσεων «Τα καλύτερά μας χρόνια».
Το μεγάλο ατού της σειράς είναι το προσεγμένο κάστινγκ, καθώς είναι χάρμα οφθαλμών σχεδόν όλα τα νεαρά άτομα που έχουν στήσει την κοινότητά τους στην άμμο και εντυπωσιακά πειθαρχημένοι όσοι παίζουν τους ανθρώπους του χωριού. Είναι πολύ πειστικός ο Μάκης Παπαδημητρίου ως υπαστυνόμος που φτάνει στην Κρήτη για τις έρευνες, αλλά και ο πρόεδρος της κοινότητας που ενσαρκώνει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος. Επιπλέον, η παρουσία της Μπέτυς Λιβανού και του Γιώργου Νινιού φέρνουν μια ευπρόσδεκτη αξιοπιστία στα δρώμενα.
Τα προβλήματα της σειράς (στα πρώτα τρία επεισόδια τουλάχιστον) οφείλονται αποκλειστικά στη σκηνοθεσία - ιδίως όταν στο πλάνο βρίσκονται περισσότερα από τρία άτομα. Ο σκηνοθέτης αδυνατεί να διαχειριστεί σκηνές πλήθους και να δείξει τη χαρά, τη ζωή και τον ψυχεδελικό αέρα των χίπηδων. Οι «ελληνικές» προφορές στα αγγλικά (καμία άλλη γλώσσα δεν ακούγεται) και η απουσία κρητικής διαλέκτου (μάλλον για να αποφευχθεί η ρετσινιά του «Σασμού») προδίδουν μια αδιαφορία της παραγωγής προς τις λεπτομέρειες - σαν να σκέφτηκαν λίγο κυνικά ότι το κοινό στο οποίο απευθύνονται δεν πολυνοιάζεται για αληθοφάνεια. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η ατμόσφαιρα είναι θελκτική, ο τρόπος που προσεγγίζεται ο πατριαρχικός συντηρητισμός και η έμφυτη ξενοφοβία των νοικοκυραίων δημιουργεί έξυπνους συσχετισμούς με το σήμερα.
Παρά την επίπεδη προσέγγιση του σκηνοθέτη (πλάνα με drone, κακοί με μόνιμο μοχθηρό βλέμμα), είναι οι φιλότιμες ερμηνείες των ηθοποιών που κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για κρατήσουν το επίπεδο και η φροντισμένη φωτογραφία που μας κάνουν να δώσουμε συγχωροχάρτι στις prime time συμβάσεις (απουσία γυμνισμού, ναρκωτικών και ροκ εντ ρολ συμπεριφορές) και να ακολουθήσουμε την ιντριγκαδόρικη αστυνομική ίντριγκα μέχρι τέλους.
Ταξικό δράμα εποχής για μια σκοτεινή ιστορία της ελληνικής κοινωνίας
Ψυχοκόρες
Διαθέσιμο από ANT1+

Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 στην κοσμική Αθήνα συνέβαινε ένα ευγενές trafficking κοριτσιών. Φτωχές κοπέλες που ξεριζώθηκαν από τα χωριά τους, πήγαν στην Αθήνα για να διαμείνουν σε μεγαλοαστικά σπίτια, με την υπόσχεση για ένα καλύτερο αύριο. Αυτά τα κορίτσια δεν ήταν υπηρετικό προσωπικό, απλώς πήγαιναν για να «βοηθάνε» στο σπίτι. Οι προύχοντες της πόλης θα τις φρόντιζαν, θα τις σπούδαζαν, πιθανότατα να τις υιοθετούσαν ή κάποιοι τις πάντρευαν. Το όρια της προστασίας και της πολλαπλής εκμετάλλευσης ήταν θολά. Οι περισσότερες, φυσικά, κακοποιήθηκαν ή βασανίστηκαν καθώς δεν είχαν τρόπο διαφυγής.
Η πλούσια ελληνική γλώσσα έδινε και το ιδανικό όνομα για την περίπτωσή τους, τις έλεγε «ψυχοκόρες». Η συνταρακτική Σπυριδούλα δίνει την έμπνευση για αυτή τη σειρά, που είναι γραμμένη από την Πέννυ Φυλακτάκη και τον Βαγγέλη Νάση. Ο Μιχαήλ Χαραλαμπίδης έχει αίσθηση ρυθμού στη σκηνοθεσία και προσπαθεί πολύ να αποφύγει τις νάρκες και τις ευκολίες που φέρνουν στον νου μνήμη από τηλεοπτικό «σαπούνι». Η ιστορία παρακολουθεί τέσσερις αδελφές σε ένα χωριό της ορεινής Δράμας που γεννήθηκαν για να φροντίζουν το σπιτικό τους, περιμένοντας απλά ένα αναπόφευκτο προξενιό λίγο μετά τα 20 τους χρόνια.
Η ευγενική Μαρίκα, η νεραϊδίσια Βασιλική, η ασχημοκάμωτη Φρόσω και η μικρή επαναστάτρια Δέσποινα θα μείνουν μόνες όταν η χωροφυλακή συλλάβει τον πατέρα τους και θα διασκορπιστούν σαν υπηρέτριες σε σπίτια βιομηχάνων και πολιτικών ή θα γίνουν παρένθετες μητέρες ή θα γίνουν κατοικίδια βολεμένων πλουσίων για κάθε είδους εκμετάλλευση.
Οι «Ψυχοκόρες» προκρίνουν το ταξικό σχόλιο όπως και οι «Μέλισσες» στην τελευταία σεζόν και περιγράφουν χωρίς ίσες αποστάσεις τη βάρβαρη πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Σε αντίθεση με την «Παραλία», εδώ αρκετές ερμηνείες είναι σχηματικές και στερεοτυπικές και η σκηνοθεσία βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά, ενώ η υπερβολική χρήση έντεχνων τραγουδιών δεν λειτουργεί. Ελπίζουμε η σειρά να μείνει πιστή στις ιδέες που σπέρνει στα πρώτα επεισόδια και να μην «αραιώσει» η πλοκή προκειμένου να απλώσει σε περισσότερα επεισόδια από όσα πραγματικά χρειάζονται.