Η περίπλοκη βιογραφία του «πατέρα της ατομικής βόμβας» Ρόμπερτ Οπενχάιμερ και η ανάμειξή του στα καταστροφικά γεγονότα που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα, σε μια επική τρίωρη ταινία που σκηνοθέτησε ο Κρίστοφερ Νόλαν, ξεχωρίζει μεταξύ των κινηματογραφικών επιλογών αυτής της εβδομάδας. Πέραν αυτής, κυκλοφορεί μια γαλλική κωμωδία, με περιπέτεια με τον Λίαμ Νίσον, ενώ επανακυκλοφορούν η ισπανική ταινία του Γούντι Άλεν και μια συγχυσμένη ιδεολογικά δημιουργία του Γκοντάρ.
Οπενχάιμερ (Oppenheimer) ****
Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν
Πρωταγωνιστούν: Κίλιαν Μέρφι, Έμιλι Μπλαντ, Ματ Ντέιμον, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ., Φλόρενς Πιου, Κένεθ Μπράνα

Στην καριέρα του ο Κρίστοφερ Νόλαν έχει μετατρέψει πόλεις σε στάχτη, έχει σκάψει στο υποσυνείδητο, έχει λυγίσει τον χρόνο κατά βούληση και έχει διασχίσει το σύμπαν, μετατρέποντας τους θηριώδεις προϋπολογισμούς των στούντιο σε κινηματογραφικούς κύβους του Ρούμπικ. Αυτή τη φορά χωράει σε μια ταινία την εκπαίδευση του επιστήμονα, τις τριβές στο εργαστήριο Λος Άλαμος, τις ανακριτικές επιτροπές, τις τύψεις, τις εσωτερικές μάχες και τα σκιώδη κίνητρα πίσω από τα ολέθρια γεγονότα της ατομικής βόμβας.
Η νέα του ταινία είναι ό,τι πιο πυκνογραμμένο και βερμπαλιστικό έχει επιχειρήσει. Πρόκειται για μια ψυχοπολιτική απόπειρα να κατανοήσουμε σε βάθος την ταλανισμένη ιδιοφυΐα πίσω απ’ τον παρεξηγημένο Ίκαρο της αμερικανικής επιστήμης, που υπηρέτησε ανόρεχτα την πολεμική μηχανή, μέσα από έναν ανθρωποκεντρικό άξονα με βάση τις αμερικανικές αξίες. Ο μηχανισμός της ταύτισης με τον κβαντικό οσιομάρτυρα που προσπαθεί να μείνει ακέραιος αλλά τελικά συνθλίβεται από τους μηχανισμούς της εξουσίας βασίζεται στην αίσθηση της ηθικής ανωτερότητας που χτίζουν οι βιογραφίες τέτοιου μεγέθους. Τα «σάπια μήλα» πίσω από την παραγωγή πυρηνικών όπλων είναι μερικές (προσεκτικά επιλεγμένες) ιστορικές προσωπικότητες, που θυσιάζονται δραματουργικά ως «άπληστοι», ώστε να απλοποιήσουν για εμάς, σχεδόν 80 χρόνια μετά, την ιδεολογική στάση και την ηθική αποτίμησή μας για τον κεντρικό ήρωα με το πέτρινο πρόσωπο. Πίσω από τα διλήμματα της επιστημονικής έρευνας και το πατριωτικό καθήκον ο Οπενχάιμερ αποκτά ένα αριστερόστροφο ιδεολογικά πρόσημο, ώστε να προκύπτει εύλογα ένα αντιφασιστικό κίνητρο, αλλά δίχως να ξεφύγουν στο σενάριο υπόνοιες αντικαπιταλισμού.
Το «Oppenheimer» μπορεί να μην επιχειρεί μια ολική αναθεώρηση της Ιστορίας με δόλο, όπως είχαν κάνει πολιτικάντικες ταινίες που θεωρούνται αριστερές (όπως το λαοπλάνο «JFK» για τη δολοφονία του Κένεντι) ή άλλες ανοιχτά δεξιές (όπως το ανιστόρητο «J. Edgar» για τη ζωή του Χούβερ), όμως αντιμετωπίζει τις άθλιες πρακτικές του Μακάρθι και τον κυνισμό του Τρούμαν ως απλές παραφωνίες σε ένα, κατά τα άλλα, ιερό σύστημα αξιών. Όμως ο Νόλαν πετυχαίνει ένα αριστοτεχνικό σλάλομ ανάμεσα σε τρεις (τουλάχιστον) παράλληλες αφηγήσεις και το μοντάζ τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από έναν καταιγισμό ανακρίσεων και δημόσιων αντιπαραθέσεων, μέσα από εκατοντάδες σκηνές που στριμώχνονται σε έναν παροξυσμό του μοντάζ και σε περίτεχνα φλασμπάκ, ενώ τα λεκτικά πυρά συνοδεύονται από ένα μουσικό σφυροκόπημα στο σάουντρακ που δεν παύει ούτε στιγμή. Το σενάριο συνδέει πολλαπλά νήματα της προσωπικότητας του Οπενχάιμερ, την επιστημονική του ευφυΐα, την αμφιταλαντευόμενη ιδεολογία του και την μπερδεμένη ερωτική του ζωή, και ο ίδιος αντιμετωπίζεται ως ένα άλυτο αίνιγμα που η πλειονότητα θεώρησε πως έσωσε τους συμμάχους των ΗΠΑ από την έλευση του φασισμού, αλλά διαπομπεύτηκε με χαλκευμένες κατηγορίες.
Ο Νόλαν σκηνοθετεί τη δική του αρσενική εποποιία, το δικό του έπος μεγαλομανίας και πτώσης του μεγάλου παρεξηγημένου άνδρα που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ώστε να ιχνηλατήσει την πολυπλοκότητα του Οπενχάιμερ. Το δηλητηριασμένο μήλο που δίνει ως μονόχνοτος φοιτητής στον καθηγητή του σηματοδοτεί την έναρξη της εμπλοκής του στη διεθνή διπλωματία, η οποία σφετερίζεται την ανάγκη για επιστημονική πρόοδο. Ο Κίλιαν Μέρφι ερμηνεύει άψογα έναν μονίμως αφηρημένο στις σκέψεις του, που παρασύρεται μέχρι που είναι πολύ αργά για να σκεφτεί οτιδήποτε. Η αποφυγή της απεικόνισης του αφανισμού από τη ρίψη πυρηνικών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι έγινε για να διατηρηθεί η συμπάθεια του κοινού προς τον ήρωα. Αυτό είναι το ανίκητο αφηγηματικό όχημα που υμνεί τον ατομισμό, απαραίτητο σε κάθε επική βιογραφία που βασίζεται στο πρότυπο του κλασικού δυτικού ήρωα που ισοπεδώνεται από τη διαφθορά στους κόλπους της κρατικής μηχανής.
Ο Νόλαν, ιδιοφυής όσο και μονομανής ο ίδιος, είναι ένας από τους τελευταίους εκφραστές του σκεπτόμενου μπλοκμπάστερ. Ένας επιστήμονας της ΙΜΑΧ ψυχαγωγίας, που, όπως και ο Οπενχάιμερ, είναι θύμα της δικής του διογκωμένης αυτοπεποίθησης. Μας χαρίζει, λοιπόν, ένα πολιτικό θρίλερ που μετατρέπεται σε πολεμική ταινία, η οποία κρύβει μέσα της ένα υπαρξιακό φιλμ τρόμου σε μορφή μιας υδροκέφαλης, υπερμεγέθους ταινίας, σαφώς με ελαττώματα (οι γυναικείοι ρόλοι είναι ανύπαρκτοι), που θέτει τα πιο μεγάλα ερωτήματα, απαντώντας σε όλα. Και σαν Ίκαρος της φιλμοκατασκευής, διαπράττει μια υπέροχη κινηματογραφική ύβρη.
Οι 2 Άλφρεντ (Les 2 Alfred) **
Σκηνοθεσία: Μπρούνο Πονταλιντέ
Πρωταγωνιστούν: Ντενί Πονταλιντέ, Σαντρίν Κιμπερλέν, Μπρούνο Πονταλιντέ

Ενας μεσόκοπος άνδρας, ο Αλεξάντρε, είναι άνεργος και βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Καλείται, λοιπόν, να αποδείξει στη σύζυγό του, η οποία φεύγει σε ένα απόρρητο επαγγελματικό ταξίδι για δύο μήνες, ότι είναι ικανός σύντροφος και άξιος πατέρας ώστε να τα βγάλει πέρα η οικογένειά τους. Αποφασίζει να πιάσει δουλειά σε μια πολύ παράξενη start-up με ιδιαίτερους κανόνες και έναν διευθυντή στα όρια της παράνοιας (τον υποδύεται ο Μπρούνο Πονταλιντέ, που βιοπορίζεται ως μάγος στη ζωή του). Όμως υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας για να δουλέψει κάποιος στην εταιρεία: Οι άντρες θα πρέπει να μην έχουν παιδιά. Ο Αλεξάντρε αναγκάζεται να πει ψέματα πως είναι άτεκνος και έτσι προσλαμβάνεται για μια δοκιμαστική περίοδο. Όμως ένα παιδί δεν μπορεί να μείνει κρυφό πολύ καιρό.
Πρόκειται για μια γαλλική κομεντί καταστάσεων, όπου το στοιχείο της εύκολης φάρσας παίρνει το πάνω χέρι από τον καυστικό σχολιασμό των σύγχρονων εταιρικών ηθών και την εργασιακή αυθαιρεσία που κρύβει η cool προσέγγιση των οικογενειακών start-up εταιρειών, που απαιτούν έμμεσα την 24ωρη διαθεσιμότητα του εργαζομένου. Το μόνο που ενδιαφέρει τον Πονταλιντέ είναι να θριαμβεύσει η δύναμη της οικογενειακής θαλπωρής. Όμως το φιλμ διαθέτει σκηνές με αληθινά πηγαίο χιούμορ και μια ευπρόσδεκτη λεπτότητα.
Αντίστροφη μέτρηση (Retribution) **
Σκηνοθεσία: Νιμρόντ Αντάλ
Πρωταγωνιστούν: Λίαμ Νίσον, Mάθιου Μοντίν, Έμπεθ Ντάβιτζ

Ενα στέλεχος τράπεζας, ενώ βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητό του, δέχεται απειλή για βόμβα που βρίσκεται κάτω από το κάθισμά του και η οποία θα εκραγεί αν σηκωθεί. Οι ταινίες περιπέτειας με τον Λίαμ Νίσον έχουν μετατραπεί σε είδος από μόνες τους. Από την εποχή της ανέλπιστης επιτυχίας του πρώτου «Τaken», ο Νίσον κάθε φορά που παίρνει τρένο, αεροπλάνο, πλοίο ή απλώς οδηγεί για τη δουλειά του πέφτει πάνω σε τρομοκράτες ή απαγωγείς που του αρπάζουν την κόρη. Ο Ιρλανδός ηθοποιός, χάρη στην πληθωρικότητα, στην εντιμότητα του προσώπου του, έχει καταφέρει να χαρίσει πειθώ και σχετική αξιοπιστία σε αυτά τα b-movies δράσης, που μερικά χρόνια παλιότερα θα προορίζονταν για τον Στίβεν Σιγκάλ στη χειρότερη περίπτωση ή τον Σιλβέστερ Σταλόνε στην καλύτερη.
Η «Αντίστροφη μέτρηση» αποτελεί το τρίτο ριμέικ της ισπανικής ταινίας «Desconocido» (2015) μετά το γερμανικό «Don’t. Get. Out!» (2018) και το κορεατικό «Hard hit» (2021). Ο σκηνοθέτης Νιμρόντ Αντάλ αναλαμβάνει την αμερικανική διασκευή και κάνει τα πάντα για να αξιοποιήσει τη μανία για αυτοδικία που έχει τελειοποιήσει ο Λίαμ Νίσον τα τελευταία 15 χρόνια, ο οποίος συμπεριφέρεται σαν συνταξιούχος action star με ξάστερο κώδικα ηθικής. Όμως το σενάριο μοιάζει να εξατμίζεται σε κάθε διασκευή και τώρα πια δεν του έχει απομείνει κάτι ενδιαφέρον να παρουσιάσει.
Επανεκδόσεις
Vicky Cristina Barcelona ****
Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν
Πρωταγωνιστούν: Σκάρλετ Γιόχανσον, Πενέλοπε Κρουζ, Χαβιέρ Μπαρδέμ, Πατρίσια Κλάρκσον

Δύο νεαρές Αμερικανίδες φίλες, η Βίκι και η Κριστίνα, φτάνουν στη Βαρκελώνη για διακοπές. Σε μια έκθεση θα γνωρίσουν έναν γοητευτικό ζωγράφο, τον Χουάν, ο οποίος θα τους προτείνει να τον ακολουθήσουν στο εξοχικό του. Εκεί θα δημιουργηθεί μια παράξενη ερωτική έλξη, την οποία θα επιβαρύνει η τοξική σχέση του ζωγράφου με την Ισπανίδα ερωμένη του.
Λίγα χρόνια μετά τον θρίαμβο του «Match point», που είχε για πόλη-ντεκόρ το Λονδίνο, και ενώ είχαν μεσολαβήσει τα αναιμικά «Scoop» και «Όνειρο της Κασσάνδρας», ο Γούντι Άλεν ξαναβρίσκει τον καλό του εαυτό σε αυτή την ερωτική κομεντί με φόντο τη Βαρκελώνη. Η λεπτή ειρωνεία του σεναρίου χτίζει διακριτικά την τραγωδία με φόντο το καταλανικό τοπίο, τη σαγήνη των Αμερικανίδων (η μια έχει ηθικές αναστολές, ενώ η άλλη είναι έτοιμη να αφεθεί στο παιχνίδι της γοητείας), τις σεξουαλικές προτάσεις του αρρενωπού Ισπανού (Μπαρδέμ) και τον αυθορμητισμό της μανιακής ερωμένης του (Κρουζ). Ο Γούντι Άλεν συναντά το διττό alter ego του ως Αμερικανός τουρίστας που ερωτεύεται το ευρωπαϊκό στιλ και θέλει να αφεθεί στην ξένη κουλτούρα, αλλά τον κρατούν πίσω οι νευρώσεις του. Ο αμερικανικός πουριτανισμός και ο καλλιτεχνικός ναρκισσισμός συναντιούνται σε ένα ερωτικό δράμα στο οποίο ο σπουδαίος δημιουργός ανακαλύπτει ξανά τη χαρά στο γράψιμο μιας αυθεντικής κωμωδίας.
Ολα πάνε καλά (Tout va bien) ***
Σκηνοθεσία: Ζαν Λικ Γκοντάρ
Πρωταγωνιστούν: Ιβ Μοντάν, Τζέιν Φόντα, Βιτόριο Καπριόλι, Ελιζαμπέτ Σοβίν

Μόλις τέσσερα χρόνια μετά τη φοιτητική εξέγερση του Μάη του ’68 στη Γαλλία όλα δείχνουν να «πάνε καλά». Ο στρατηγός Ντε Γκολ έχει καταστείλει τις αναταραχές και ο διάδοχός του Ζορζ Πομπιντού δείχνει να τα έχει θέσει όλα υπό έλεγχο. Τότε είναι που οι εργάτες ενός εργοστασίου αλλαντικών ξεκινούν μια απεργία και καταλαμβάνουν το κτήριο. Μια Αμερικανίδα δημοσιογράφος και ένας σκηνοθέτης ταινιών του Νέου Κύματος, που τώρα βιοπορίζεται κάνοντας διαφημίσεις, θα βρεθούν στην κατάληψη. Στο μυαλό των φιλήσυχων πολιτών ξυπνούν μνήμες ταραχών. Μπορεί η αιματηρή επανάσταση να σκοτώσει την πολιτική ιδεολογία; Το ερώτημα απευθύνουν στον θεατή ο Ιβ Μοντάν και η Τζέιν Φόντα, εκφράζοντας τον προβληματισμό του προβοκάτορα επικριτή του Μάη του ’68 Ζαν Λικ Γκοντάρ, που σε αυτή την ταινία, ενώ διαθέτει το νεύρο και την ευρηματικότητα των δοξασμένων ταινιών του της δεκαετίας του ’60, μοιάζει συγχυσμένος ιδεολογικά και πιο επιτηδευμένος σε επίπεδο μοντάζ από ποτέ.