Καμία υποχώρηση
στην τάση για μικρές
κι ασήμαντες
παρασπονδίες
όλα μέσα σ’ ένα αδηφάγο πρωτόκολλο
μέχρι να εξαφανιστούν
και τα τελευταία ρινίσματα
από τα χωριά μας…
«Χωριό», Βαγγέλης Γέττος
Μολονότι (ή και επειδή) μεγάλωσα στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του 1990, δεν μπόρεσα παρά ενήλικος να καταλάβω τη συλλογική φόρτιση που κουβαλάνε αργίες όπως του Δεκαπενταύγουστου. Το χωριό των παππούδων ήταν δίπλα, ήταν συχνές οι διαδρομές πέρα-δώθε και ολόκληρο το καλοκαίρι ήταν μια μακρά μέρα μεσημεριανής ραστώνης, μπάνιων στη θάλασσα, παγωτών, βιβλίων και πολλών, πολλών κόμιξ. Το ξυπνητήρι χτύπαγε την 1η του Σεπτέμβρη. Το συλλογικό ήταν στη γειτονιά, στα παιχνίδια που παίζαμε, δεν χρειαζόμασταν στάσεις στο ημερολόγιο. Ο χρόνος διαστέλλεται διαφορετικά όταν είσαι παιδί. Βιάζεσαι και να μεγαλώσεις κι ύστερα να δραπετεύσεις. Δεν σκέφτεσαι την επιστροφή.
Επρεπε να ενηλικιωθώ και να ψάξω (αντανακλαστικά ή ως μόδα και λιγότερο ως ανάγκη αρχικά) τον Δεκαπενταύγουστο στις μικρές Κυκλάδες, στο Ιόνιο ή στις Σποράδες. Ποτέ στην ηπειρωτική Ελλάδα. Δεν ήταν ακόμα η ώρα, σε μια εποχή που ο τουρισμός δεν ήταν η βαριά βιομηχανία της χώρας. Τα τελευταία χρόνια καταλαβαίνω καλύτερα.
Εχει αλλάξει και το ίδιο το καλοκαίρι. Είναι η προσδοκία του που με παρακινεί, όχι το ίδιο. Η απόδραση, αυτή τη φορά από την αβίωτη πόλη, που όμως πια είναι συνώνυμη με το ξεζούμισμα φύσης και ανθρώπων, με κάτι που είναι όλο και λιγότερο δικό μας, με κάτι στο οποίο η όρεξη να συμμετάσχω φθίνει. Είναι πως δεν θέλω να συμμετάσχω ούτε ως ντεκόρ στα πανηγύρια των δυτικότροπων τουριστών. Είναι που πρέπει να μεταβολιστεί κάπως όλη αυτή η βία.
Τώρα στρέφω το βλέμμα και κοιτάω αλλιώς εκείνους τους Δεκαπενταύγουστους που δεν καταλάβαινα, μαζί και τους τρόπους τους. Ακούω το κάλεσμά τους. Δεν είναι μόνο πως είμαι πια εγώ ένας απ’ τους μεγάλους. Είναι πως οι τόποι είναι οι άνθρωποί τους και πως η τρυφερότητα είναι μία από τις λίγες απαντήσεις που σου έχουν μείνει. Είναι που το συλλογικό είναι πιο δυσεύρετο και που οι αφορμές γι’ αυτό γίνανε απαραίτητες, μα όσο πάνε και λιγοστεύουν. Είναι που φοβάμαι μην σβηστεί ο τόπος μου από τον χάρτη, όσο φοβάμαι μην κι όλα αυτά τα ψίχουλα που μάζευα ολόκληρη τη χρονιά δεν αρκούν και χάσω τον δρόμο της επιστροφής. Είναι που ο Δεκαπενταύγουστος είναι η καρδιά του καλοκαιριού, και πλέον ξέρω τι μπορεί να συμβεί σε μια καρδιά που δεν τη φροντίζεις. Δεν είναι πως όλα είναι αθώα ούτε πως υπάρχουν απαντήσεις κοιτώντας προς τα πίσω. Δεν έχω τέτοιες αυταπάτες. Είναι πως χρειάζομαι την ανακούφιση, τις ανάσες κι ενίοτε το χάδι που προσφέρουν αυτές οι στιγμές. Είναι πως η ζωή είναι στο επίκεντρο με ένα μικρόφωνο (ή a cappella) και τραγουδάει για πράγματα που τα καταλαβαίνουν όλοι σε έναν ρυθμό που δεν μοιάζει ούτε απειλητικός ούτε ακατανόητος. Είναι που η παρηγοριά μπορεί να διαβαστεί και ως ελπίδα.
* Ο Δημήτρης Γκιούλος είναι συγγραφέας