Μέτρια η τελευταία κινηματογραφική εβδομάδα του Ιουλίου, με μόνη φωτεινή εξαίρεση το εξαίσιο βρετανικό δράμα «Blue Jean». Ακολουθούν κωμωδίες, αιματηρή βία και παιδαριώδης τρόμος που δεν αφορούν κανέναν. Όσοι ωστόσο θέλουν να χορτάσουν σινεμά, ας αναζητήσουν την επανέκδοση του «Soy Cuba» από το 1964 και θα ανακαλύψουν ένα σκηνοθετικό θαύμα
Η άνιση μάχη μιας γυμνάστριας με την καθημερινότητά της, στα σκληρά χρόνια της θατσερικής Αγγλίας
Blue Jean ***1/5
Σκηνοθεσία: Τζόρτζια Όκλεϊ
Πρωταγωνιστούν: Ρόζι ΜακΓιούεν, Kέρι Χέις, Λούσι Χάλιντεϊ

Μια γυμνάστρια σε δημόσιο γυμνάσιο βάφει τα κοντά μαλλιά της στο χρώμα που τα είχε ο Ντέιβιντ Μπόουι στο μουσικό βίντεο για το τραγούδι «Blue Jean». Βρισκόμαστε στην Αγγλία του 1988, όταν η ολέθρια νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της Θάτσερ ετοιμάζεται να περάσει έναν αναχρονιστικό νόμο που στοχοποιεί τους ομοφυλόφιλους άνδρες και τις λεσβίες. Η ηρωίδα αναγκάζεται και ζει διπλή ζωή και κρύβει τη σεξουαλικότητά της για να μη χάσει τη δουλειά και την ελευθερία της. Είναι άλλωστε η εποχή που η συντηρητική παράταξη μόλις έχει ψηφίσει το διαβόητο άρθρο 28 που απαγόρευε τη «διάδοση της ομοφυλοφιλίας». Η πρωτοεμφανιζόμενη Τζόρτζια Όκλεϊ σκηνοθετεί μια ήπια, προσεγμένη και έντονα πολιτική ταινία, όχι με τον τρόπο που κάνει πολιτικό σινεμά ο Κεν Λόουτς, αλλά με ένα υπαινικτικό ύφος και έναν στοχαστικό τόνο. Η γυμνάστρια είναι εσωστρεφής και δεν συνδέεται με τους συναδέλφους της, άλλωστε δεν έχει τι να μοιραστεί μαζί τους. Το σύστημα της θατσερικής Αγγλίας έχει εξορίσει την ιδιωτική της ζωή στις σκιές. Η παραμικρή υποψία των μαθητών, των γονέων ή των συναδέλφων μπορεί να της στοιχίσει το δικαίωμα να εργάζεται σε σχολείο κοντά σε παιδιά. Η πρωταγωνίστρια, Ρόζι ΜακΓιούεν, ερμηνεύει με «πέτρινο» ύφος και με ήπια αξιοπρέπεια την ηρωίδα και μέσα από τους μορφασμούς της εκφράζει τις δυσκολίες και τις αναίτιες αδικίες που τη γονατίζουν - μια εκπληκτική, υπολογισμένη στη λεπτομέρεια, ερμηνεία. Η πολιτική στάση και θέση της ταινίας βρίσκει διέξοδο μέσα από την αισθητική, τη γνώση του θέματος και την κινηματογραφική καλλιέργεια - έτη φωτός μακριά από τους βαθύστομους μελοδραματισμούς των Αμερικάνων που ποντάρουν σε εντυπώσεις. Βαθύ, ολοκληρωμένο σινεμά που θέτει πολύ ψηλά τον πήχη απαιτήσεων.
Ρομαντική κομεντί με τον Ντε Νίρο σε ρόλο πεθερού
Μπαμπάς να σου πετύχει (Αbout my Father) *1/2
Σκηνοθεσία: Λόρα Τερούσο
Πρωταγωνιστούν: Σεμπάστιαν Μανισκάλκο, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Λέσλι Μπιμπ, Kιμ Κατράλ

Ο Σεμπάστιαν είναι πολύ ερωτευμένος με την κοπέλα του, την Έλι. Οι δυο τους προέρχονται από διαφορετικές κουλτούρες και άλλο τρόπο ζωής. Όταν θα έρθει η ώρα της πρότασης γάμου, ο Σεμπάστιαν θα πρέπει να μεταβεί στο πολυτελές εξοχικό των μελλοντικών πεθερών του για ένα Σαββατοκύριακο, όμως θα πρέπει να φέρει μαζί και τον μπαμπά του, έναν παλαιών αρχών και ξεροκέφαλο Ιταλοαμερικάνο. Μια ρομαντική κομεντί που αποτελεί απόπειρα του stand-up κωμικού Σεμπάστιαν Μανισκάλκο να περάσει στον κινηματογράφο, γεμάτη αστεία που πατάνε σε ταμπού θέματα που άπτονται της πολιτικής ορθότητας. Ο μόνος λόγος που αυτή η άνοστη κομεντί βρήκε τον δρόμο της στις αίθουσες είναι η παρουσία του Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον ρόλο του πατέρα. Δεν γνωρίζω αν ο Ντε Νίρο βρήκε κάτι στον ρόλο ή αν χρειαζόταν τα χρήματα για το δαπανηρό του διαζύγιο ή απλά απάντησε θετικά, όπως κάνει συνήθως, γιατί είχε κενό στο πρόγραμμά του και δεν ήθελε να κάτσει ούτε μέρα ανενεργός. Φυσικά, το «Μπαμπάς να σου πετύχει» δεν διαθέτει τίποτα από την εξυπνάδα του «Meet The Parents», που δίχως αμφιβολία είναι το φιλμ του οποίου τη δόξα ζηλεύει. Τα αστεία που λειτουργούν είναι όσα εκμεταλλεύονται τις ταξικές διαφορές των δυο οικογενειών - λαϊκός μεροκαματιάρης κομμωτής ο ένας, νεόπλουτοι με γήπεδο τένις και ακριβά εστιατόρια οι άλλοι. Ο Ντε Νίρο στο ρελαντί και χωρίς ίχνος προσπάθειας είναι απολαυστικός όταν ξεφτιλίζει τον γιο του. Άλλωστε τους ρόλους δύστροπων πεθερών, ιδιότροπων παππούδων και αυστηρών μπαμπάδων τους παίζει με κλειστά τα μάτια. Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί να εξακολουθεί να τους επιλέγει μετά από τόσα χρόνια κακών επιλογών.
Τριτοκλασάτο φιλμ εκδίκησης στην παράδοση του Death Wish
Ο Θεός είναι μια σφαίρα (God is a Bullet) *1/5
Σκηνοθεσία: Νικ Κασαβέτης
Πρωταγωνιστούν: Νικολάι Κόστερ - Βαλντάου, Μάικα Μονρό, Τζέιμι Φοξ

Ο ντετέκτιβ Μπομπ Χάιταουερ, ύστερα από τη δολοφονία της πρώην συζύγου του και την απαγωγή της κόρης του από μια σατανιστική αίρεση, παίρνει τον νόμο στα χέρια του. Επιχειρεί λοιπόν να παρεισφρήσει στην αίρεση με τη βοήθεια μιας γυναίκας που γλίτωσε από τα δίχτυα της. Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση b-movie της vigilante παράδοσης που έθρεψε τα drive-in και τη βιντεοπαραγωγή της δεκαετίας του '80. Ο Νικ Κασαβέτης, ο γιός του πάπα του ανεξάρτητου κινηματογράφου Τζον Κασαβέτη, είχε ξεκινήσει με υποσχέσεις την καριέρα του, κυρίως με το «She’s so lovely» και το «Notebook». Στην πορεία μάλλον βαρέθηκε ή τα παράτησε και άρχισε να αναλαμβάνει παραγγελιές και να δίνει ανοσιουργήματα στα στούντιο. Θα πίστευε κανείς ότι θα είχε καλούς λόγους να επιστρέψει στο σινεμά, εννέα χρόνια μετά την κάκιστη κομεντί «The Other Woman» του 2014. Όμως το «Ο Θεός είναι μια σφαίρα» είναι ένα exploitation εκδίκησης, στην παράδοση του «Death Wish». Ο ηθικός αστυνομικός θα προσπεράσει κάθε ηθικό δίλημμα για να ξεπαστρέψει τη σατανιστική αίρεση που βασανίζει και βιάζει τα θύματά της. Το σενάριο προσπαθεί να νομιμοποιήσει χριστιανικά μια νοσηρή κοσμοθεωρία για τον νόμο του όπλου και της σφαίρας και προκρίνει τη βία απέναντι σε μια σέχτα από παράφρονες σε σκηνές βίας που δεν έχουν καμία λογική.
Παιδικός τρόμος, εμπνευσμένος από τρενάκι της Disneyland
Στοιχειωμένο αρχοντικό (Haunted Mansion) *
Σκηνοθεσία: Τζάστιν Σίμιαν
Πρωταγωνιστούν: Ροζάριο Ντόσον, Όουεν Γουίλσον, Ντάνι ΝτεΒίτο, Τζάρεντ Λέτο, Γουινόνα Ράντερ, Τζέιμι Λι Κέρτις

Κάπου στη Νέα Ορλεάνη, μια γυναίκα μαζί με τον γιο της προσλαμβάνουν μια παράξενη ομάδα που δηλώνουν πως είναι ειδήμονες στα πνεύματα, για να τους απαλλάξουν από τα υπερφυσικά φαντάσματα που στοιχειώνουν το σπίτι. Βλέποντας κανείς την αφίσα και τα promo υλικά της ταινίας ελπίζει σε κάτι που θα παραπέμπει στον πρώιμο Σαμ Ράιμι, τον άγουρο Πήτερ Τζάκσον ή έστω στον πιο εμπορικό Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Η ταινία θα μπορούσε να ήταν ένα απολαυστικό κοκτέιλ από παιδικό τρόμο, CGI φαντασία και αστείες ατάκες. Δυστυχώς όμως, πρόκειται για μια ολική σπατάλη ταλέντου. Ούτε μία σκηνή δεν λειτουργεί και η απουσία ικανού σκηνοθέτη αφήνει τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς απελπιστικά ξεκρέμαστους. Είναι κρίμα να χαραμίζεται ένα τόσο δυνατό και ικανό καστ - η Τζέιμι Λι Κέρτις φαίνεται να έχει μετανιώσει που δέχτηκε αυτό τον ρόλο, ενώ οι Ροζάριο Ντόσον και Όουεν Γουίλσον παίζουν με τον ίδιο ενθουσιασμό που θα έπαιζαν σε ένα διαφημιστικό σποτάκι για οικογενειακές προσφορές για επισκέψεις στην Ντίσνεϊλαντ.
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ
Διακοπές στη Ρώμη (Roman Holiday) ****
Σκηνοθεσία: Γουίλιαμ Γουάιλερ
Πρωταγωνιστούν: Γκρέγκορι Πεκ, Όντρι Χέμπορν

Μια νεαρή και ατίθαση γαλαζοαίματη (Όντρι Χέμπορν) το σκάει από την ασφυκτικά προγραμματισμένη ρουτίνα της και κυκλοφορεί μόνη της στα σοκάκια της Ρώμης. Ένας νεαρός δημοσιογράφος (Γκρέγκορι Πεκ) θα τη βρει εξαντλημένη σε ένα παγκάκι και, χωρίς να γνωρίζει ποια είναι, την πηγαίνει στο δωμάτιό του μέχρι η ίδια να ανακτήσει τις δυνάμεις της. Ενώ όλοι ψάχνουν πανικόβλητοι τα ίχνη της πριγκήπισσας, οι δυο τους περνάνε χρόνο μαζί και περιφέρονται ανέμελοι στη Ρώμη. Ιδιαίτερα τρυφερό ρομάντζο του Γουίλιαμ Γουάιλερ, ο οποίος με απλότητα και χωρίς να ποντάρει μόνο στην (αδιανόητη) γοητεία του πρωταγωνιστικού ζευγαριού έβαλε ανεξίτηλα στην ποπ κουλτούρα την εικόνα της βέσπας και του φουλαριού στους ιταλικούς αυτοκινητόδρομους. Εάν υπάρχει μια δροσερή και όμορφη επιλογή για θερινό σινεμά, είναι αυτή. Από τη μια η χολιγουντιανή στόφα της ανάπτυξης του πατροπαράδοτου love story και από την άλλη η ευρωπαϊκή φινέτσα στη φωτογραφία και το στυλ. Μια ταινία, αληθινό κόσμημα.
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ
Είμαι η Κούβα (Soy Cuba) ****
Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Καλατόζοφ
Πρωταγωνιστούν: Σέρτζιο Κοριέρι, Σαλβαδόρ Γουντ, Χοσέ Γκαλάρντο, Ραούλ Γκαρσία

Διαφορετικές ιστορίες περιπλέκονται στην επαναστατημένη Κούβα του Μπατίστα. Ιστορίες προδομένης αγάπης, εργατικής εκμετάλλευσης στα χωράφια, βίαιης καταστολής απέναντι στους υποστηρικτές του Φιντέλ και πολεμικής βίας στην Αβάνα και στα χωριά της Κούβας. Το «Είμαι η Κούβα» είναι μια ταινία αδιανόητης δεξιοτεχνίας που ήταν χαμένη για δεκαετίες και είχαν δει ελάχιστοι σπουδαστές κινηματογράφου. Στη δεκαετία του '90, ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, αμφότεροι ορκισμένοι θαυμαστές του φιλμ, έκαναν αγώνα για τη διάσωσή του και την ψηφιακή του αποκατάσταση. Ο σκηνοθέτης Μιχαήλ Καλατόζοφ εστάλη από τη Σοβιετική Ένωση στην Κούβα για να φτιάξει μια ταινία που θα προωθούσε τα ιδεώδη της επανάστασης και της αλληλεγγύης. Τα μονοπλάνα της ταινίας κυριολεκτικά αψηφούν τη βαρύτητα. Πανοραμικές λήψεις μακράς διάρκειας με μια πρώιμη steadycam σε μανιώδη κίνηση - μια χειροποίητη τεχνική που επηρέασε, εκτός από τον Σκορσέζε (θυμηθείτε το πλάνο εισόδου στο κλαμπ Copacabana στα «Καλά παιδιά»), τον Πολ Τόμας Άντερσον, τον Μπράιαν ντε Πάλμα, τον Αφόνσο Κουαρόν και πολλούς άλλους μετέπειτα δεξιοτέχνες. Η βιρτουοζιτέ του Καλατόζοφ εντυπωσιάζει τον ανυποψίαστο θεατή ακόμα και σήμερα. Σκηνές - χάρμα οφθαλμών από μια ταινία με σαφές αποικιοκρατικό σχόλιο, ισχυρή εικονογραφία και πλαν-σεκάνς με ευρυγώνιο φακό που δεν έχει προηγούμενο. Ένα θαύμα του πολιτικού φιλμ, που ενώ κατασκευάστηκε με όρους προπαγανδιστικού σινεμά, ξεπέρασε κάθε φραγμό και στεγανό και αυτή η σπονδυλωτή εξύμνηση της επανάστασης πλησιάζει όσο λίγες δημιουργίες το «καθαρό σινεμά» του σκηνοθέτη.