Live τώρα    
16°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
16 °C
14.5°C16.9°C
4 BF 57%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αραιές νεφώσεις
9 °C
8.2°C10.3°C
2 BF 88%
ΠΑΤΡΑ
Αραιές νεφώσεις
14 °C
13.7°C16.0°C
3 BF 67%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ασθενείς βροχοπτώσεις
16 °C
15.5°C17.1°C
4 BF 62%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
13 °C
12.9°C14.1°C
3 BF 58%
Κριτική κινηματογράφου / Η «Barbie» θα μονοπωλήσει τις συζητήσεις
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κριτική κινηματογράφου / Η «Barbie» θα μονοπωλήσει τις συζητήσεις

133688218-Barbie-a.jpg

Μία από τις πιο αναμενόμενες ταινίες της χρονιάς, η «Barbie», βγαίνει στις αίθουσες και θα μονοπωλήσει τις συζητήσεις το επόμενο διάστημα, μέχρι να έρθει το «αντίπαλο δέος» του καλοκαιριού, ο «Οπενχάιμερ». Από σήμερα προβάλλονται επίσης η επιστροφή του Τζόνι Ντεπ σε δραματικό ρόλο, η καθιερωμένη ταινία τρόμου που θα στείλει το νεανικό κοινό στα multiplex και η επανέκδοση του πρωτόλειου νουάρ των αδελφών Κοέν από το 1984

Η Μπάρμπι στον έξω κόσμο, αναζητώντας απαντήσεις

Barbie **1/2

Σκηνοθεσία: Γκρέτα Γκέργουιγκ

Πρωταγωνιστούν: Μάργκοτ Ρόμπι, Ράιαν Γκόσλινγκ, Γουίλ Φέρελ, Κέιτ ΜακΚίνον

BARBIE

H ηθοποιός του ανεξάρτητου κινηματογράφου Γρέτα Γκέργουιγκ ξεκίνησε την καριέρα της πίσω από την κάμερα με το υπέροχο και διακριτικό «Lady bird» και στη συνέχεια βιάστηκε να ωριμάσει και τα βρήκε ελαφρώς σκούρα με τη λογοτεχνική διαχείριση και την ατμόσφαιρα εποχής στο «Little women». Φέτος, είχε την ευκαιρία να υπογράψει ένα instant classic με ένα πολύχρωμο και φαντεζί live action ταξίδι στον κουκλόκοσμο της Μπάρμπι. Θα κατάφερνε η Γκέργουιγκ να γίνει η φωνή της γενιάς της με έναν φρέσκο, μεταμοντέρνο στοχασμό του ύστερου φεμινισμού, πάνω στο σύμβολο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης των πιο πατριαρχικών στερεοτύπων περί ομορφιάς που σημάδεψε την παιδική ηλικία εκατομμυρίων κοριτσιών; Η Γκρέτα στάθηκε τυχερή και κατάφερε να εξασφαλίσει ένα ιδανικό πρωταγωνιστικό δίδυμο. Η αλαβάστρινη, κλασάτη ομορφιά της Μάργκοτ Ρόμπι και η γοητευτική και ευγενική αρρενωπότητα του Ράιαν Γκόσλινγκ έδεσαν ιδανικά στους ρόλους της Μπάρμπι και του Κεν. Το cast είναι εκεί, ο προϋπολογισμός είναι γενναίος και η μηχανή του marketing έχει δουλέψει σε φουλ ταχύτητα εδώ και μήνες, με εκατομμύρια memes να εκτοξεύουν hype. Τι μπορεί να πάει λάθος λοιπόν σ’ αυτή τη συνταγή και την τέλεια συγκυρία;

Η αυθεντική Μπάρμπι, η αρχέτυπη δηλαδή, που ζούσε στο πανέμορφο ροζ σπίτι και ήταν απλώς όμορφη με πλούσια γκαρνταρόμπα, ζει στον κόσμο της (κυριολεκτικά), εκεί που όλες οι μεταγενέστερες Μπάρμπι έχουν επαγγέλματα και αξιώματα, ενώ ο πρώτος Κεν, ο ορθόδοξος, βολοδέρνει στην παραλία και υπάρχει απλώς για να κερδίζει την προσοχή της Μπάρμπι όποτε αυτή βρει χρόνο από τα ψώνια, τα πάρτι και τις ενασχολήσεις της με την ομορφιά. Το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους Κεν, που διεκδικούν απλώς τον θαυμασμό. Κάποια στιγμή η Μπάρμπι βγαίνει από τη ροζ φούσκα της και αναζητά απαντήσεις από τον αληθινό κόσμο. Το ταξίδι προς κει και η επιστροφή γίνονται συνοπτικά με όλα τα μεταφορικά μέσα (σ’ αυτές τις σκηνές η Γκέργουιγκ μιμείται σχεδόν ξεδιάντροπα τον Γουές Άντερσον) και τη διαδρομή θα της τη δείξει η «παράξενη» Mπάρμπι (υπέροχα εκκεντρική η Κέιτ ΜακΚίνον). Ο ανδρικός συνοδοιπόρος της θα διαπιστώσει ότι στον κανονικό κόσμο οι ρόλοι είναι αντίστροφοι και θα φέρει τα μαντάτα της πατριαρχίας στον ροζ κουκλόκοσμο, με αποτέλεσμα να αλλοτριωθεί ξαφνικά και να μετατραπεί σε χώρα των Κεν.

Ενα από τα προβλήματα της ταινίας είναι η άμεση εμπλοκή της εταιρείας Mattel στην παραγωγή, η οποία φυσικά δεν αφήνει το χρυσό τέκνο της ανυπεράσπιστο σε καλλιτεχνικές ορέξεις. Μπορεί η ταινία να υπονομεύει τις λανθασμένες στρατηγικές του παρελθόντος, αλλά αυτό την ουσία προμοτάρει έμμεσα την αναγεννημένη και αναβαπτισμένη στη woke κολυμπήθρα πολυεθνική, που τώρα ξέρει πού απευθύνεται και γιατί πουλάει αυτά που πουλάει. Επομένως, η τελική ταινία δεν θα ξεφύγει από το πλαίσιο του δίωρου διαφημιστικού, έστω με καλαισθησία και με το πανωφόρι της καλλιτεχνικής άποψης.

Το άλλο ζήτημα που υπονομεύει το φιλμ είναι η meta φύση της κωμωδίας, όταν θέλει το σενάριο να γλιστρήσει μέσω γέλιου από τη γωνία που στριμώχτηκε. Η εναρκτήρια παρωδία της κιουμπρικικής «Οδύσσειας του διαστήματος» είναι απολαυστική, αλλά θα μπορούσε να είναι κάτι που θα είχε σκαρφιστεί η σατιρική ομάδα των Ζούκερ-Έιμπραχαμς («Τρελές σφαίρες») στη δεκαετία του ’80, και όχι κάτι τόσο φρέσκο.

Ο προνομιούχος φεμινιστικός προβληματισμός της Γκέργουιγκ -αυτός που δεν αντιλαμβάνεται το ταξικό πρόσημο και νομίζει πως η χειραφέτηση είναι απλώς θέμα ατομικής αφύπνισης- βιάζεται να εδραιωθεί ως άποψη μέσα από ανθρώπινες κούκλες σε θέση ισχύος και εξουσίας, παρεισφρέοντας άτσαλα στις άναρχες σκηνές διαλόγου, με το προβληματικό μοντάζ να προσπαθεί να ακολουθήσει ασθμαίνοντας τα τσιτάτα και τις meta αναφορές στην επικαιρότητα. Και τελικά όλη την αρχική φρεσκάδα την παίρνει παραμάζωμα ο νεοφιλελεύθερος αέρας που φυσάει στο δεύτερο μισό της ταινίας. Στα παραπάνω δεν μπορώ να μην προσθέσω το γεγονός ότι Γκέργουιγκ έχει την ευκαιρία να υπογράψει την υπέρτατη φαντασμαγορία μετα-φεμινιστικής ηθικής και τη λουσμένη στο παστέλ και στο γκλίτερ (αυτό)κριτική των μηχανισμών χειραφέτησης και περνάει το σενάριο από τις ευλογίες και τις δημιουργικές συμβουλές του συζύγου και μέντορά της Νόα Μπόμπακ («Frances Ha»).

Το φιλμ είναι άνισο, γιατί η σκηνοθέτιδα βασίζεται στους κωμικούς ηθοποιούς όταν δεν ξέρει πού πάει το κοινωνικό σχόλιο και στους δραματικούς όταν ξεμένει από χωρατά. Ποτέ όμως δεν εστιάζει σ’ αυτά που δραστηριοποιούν τον ανθρώπινο παράγοντα ενάντια στα ήθη της ροζ φούσκας. Τελικά, ο στοχασμός της Γκέργουιγκ καταλήγει να είναι οριακά συντηρητικός στο ιδεολογικά αμφίσημο φινάλε, που μοιάζει να έχει βγει από brainstorming της Mattel και όχι από την πένα που κάποτε είχε υπογράψει το θαυμάσιο «Lady bird».

https://www.youtube.com/watch?v=Z_CIWxTyt3c

 

Η επιστροφή του Τζόνι Ντεπ σε δραματικούς ρόλους με μια ταινία εποχής

 

Ζαν Ντι Μπαρί. Η ερωμένη του βασιλιά (Jeanne du Barry) **

Σκηνοθεσία: Μαϊγουέν

Πρωταγωνιστούν: Μαϊγουέν, Τζόνι Ντεπ, Πιέρ Ρισάρ, Μελβίλ Πουπό

ΖΑΝ ΝΤΙ ΜΠΑΡΙ ΝΤΕΠ

Μια φιλόδοξη γυναίκα της εργατικής τάξης, η Ζαν Βοβερνιέ, που χρησιμοποιεί τη γοητεία της για να ανελιχθεί κοινωνικά, μαζί με τον αγαπημένο της, τον Ντι Μπαρί, ο οποίος επωφελείται οικονομικά από τις ίντριγκες της Ζαν, ενορχηστρώνουν μια συνάντηση με τον βασιλιά. Αυτή η ταινία είναι ουσιαστικά η περιβόητη επιστροφή του Τζόνι Ντεπ μετά την πολύκροτη δίκη με την πρώην σύζυγό του.

Η Μαϊγουέν, που σκηνοθετεί, δεν έχει τη στόφα ενός δημιουργού με όραμα και προφανώς δεν μπορεί να υποστηρίξει τον «σαμπρολικό» τόνο που έχει ηθελημένα αποφασίσει να υπηρετήσει. Μπορεί να διαθέτει το πραγματικό παλάτι των Βερσαλλιών για διάκοσμο και μια δυνατή ιστορία για να αναπτύξει, αλλά η ταινία της εγκλωβίζεται και δεν ξέρει προς τα πού να κατευθυνθεί. Ακόμα και η παρουσία του Τζόνι Ντεπ, με συνολικά μια ντουζίνα ατάκες στα γαλλικά, δεν δίνει χαρακτήρα στο συγκριτικά άχρωμο φιλμ. Ακόμα και οι μοντέρνες παρεμβάσεις της στο πλαίσιο εποχής υπονομεύονται από την απουσία αίσθησης ρυθμού και από τους αδιάφορους περιφερειακούς χαρακτήρες. Η πλοκή προχωράει με μια αποστασιοποιημένη αφήγηση, που προσθέτει στο πορτρέτο της ηρωίδας όσα δεν καταφέρνει η δραματουργία. Αυτό που απομένει είναι το χλιαρό πορτρέτο μιας γυναίκας που έχει μείνει με μόνο δύο επιλογές: τον θρησκευτικό αυταρχισμό ή την κρεβατοκάμαρα της αριστοκρατίας.

Παραδόξως, για τόσο αιρετική και άδηλη δημιουργό, για τόσο ζουμερά βιογραφικά στοιχεία στην αληθινή ιστορία και παρά το τολμηρό κάστινγκ του ημιακυρωμένου Ντεπ, η ταινία ακολουθεί τους ασφαλείς και μεσοβέζικους δρόμους. Πρόσφατα η Μαϊγουέν δήλωσε ότι ο ρόλος της Άσια Αρζέντο στη «Μαρία Αντουανέτα» της Σοφία Κόπολα ήταν που την ενέπνευσε να σκηνοθετήσει αυτή την ιστορία. Βάλε τώρα με τον νου σου...

https://www.youtube.com/watch?v=YVt449p2vOw

Κλασικός οικογενειακός τρόμος, με απόκοσμους θορύβους μέσα σε σπίτι

Ακου τη μαμά (Cobweb) *1/5

Σκηνοθεσία: Σάμιουελ Μπόουντεν

Πρωταγωνιστούν: Γούντι Νόρμαν, Λίζι Κάπλαν, Άντονι Σταρ

CABWEB

Ενα συνεσταλμένο αγόρι 8 ετών βασανίζεται από ένα επίμονο χτύπημα που έρχεται το βράδυ από τον τοίχο του υπνοδωματίου του. Βασανίζεται και από τους νταήδες στο σχολείο και δεν βρίσκει και λίγη κατανόηση από τους γονείς του, οι οποίοι του λένε ότι το χτύπημα το φαντάζεται, ενώ φαίνεται να του κρύβουν πράγματα για τον ίδιο και για κάτι που συνέβη στο παρελθόν. Ο σκηνοθέτης στο πρώτο μισό πετυχαίνει κατά κάποιον τρόπο μια ύπουλα κλιμακούμενη ψυχολογική ένταση που φέρνουν οι γρατσουνιές στον τοίχο και η μυστήρια απροθυμία των γονιών να είναι παρηγορητικοί. Η τρίτη πράξη, όμως, επαναφέρει όλα τα χιλιοειπωμένα κλισέ θορύβων και τρανταγμάτων και ένας ελάχιστα απαιτητικός θεατής δεν βρίσκει τίποτα να ακουμπήσει.

Πρόκειται για ένα μακάβριο φιλμ οικογενειακού τρόμου, με σκοτεινές σοφίτες και πόρτες που τρίζουν, με σενάριο που βασίζεται σε μια ιδέα από αυτές που γράφει για πλάκα ο Στίβεν Κινγκ και δεν τις κάνει διηγήματα, αλλά τις αφήνει στο συρτάρι.

https://www.youtube.com/watch?v=wqBv6hp7z6A

Επανέκδοση

Mόνο αίμα (Blood simple) ****

Σκηνοθεσία: Τζόελ και Ίθαν Κοέν

Πρωταγωνιστούν: Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Νταν Χεντάγια, M. Έμετ Γουόλς

BLOOD SIMPLE

Ενας ιδιοκτήτης μπαρ στο Τέξας υποψιάζεται πως η σύζυγός του τον απατά με έναν υπάλληλό του. Προσλαμβάνει λοιπόν έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ.

Οι αδελφοί Κοέν ξεκίνησαν την καριέρα τους με ένα φιμλ νουάρ (πιο νουάρ/μαύρο δεν γίνεται) με αγνές πρώτες ύλες: ένα ερωτικό τρίγωνο στην αμερικανική επαρχία, έναν ντετέκτιβ, μια τσάντα με λεφτά και μια διπλή εξαπάτηση. Όμως το «Mόνο αίμα» δεν μοιάζει με ντεμπούτο, αλλά με το έργο ενός εμπείρου σκηνοθέτη, στο απόγειο της ωριμότητάς του, που τα λέει όλα για το είδος των νουάρ. Το χάος των συμπτώσεων, η ανθρώπινη φύση όταν συνδυάζει την απληστία με τη βλακεία και η ανίκητη νομοτέλεια στέκουν συμπαγή και αρμονικά φτιαγμένα σε ένα άρτιο φιλμικό οικοδόμημα. Η απειλητική και υγρή ατμόσφαιρα του Τέξας, το αίσθημα της προδοσίας που ποτίζει τα κίνητρα, η πλεκτάνη που κρέμεται από μια κλωστή, η παρατεταμένη χρήση της σιωπής και η pulp χρήση της βίας συνδυάζονται σε ένα σοβαρό και συμπαγές επαρχιακό crime story, που, τόσα χρόνια μετά, δεν έχει χάσει ίχνος κυνισμού και φρεσκάδας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL