Στην παρακάτω λίστα με ταινίες που έγραψαν ιστορία και αγαπήθηκαν μέσα στα χρόνια οι συνθήκες καύσωνα ήταν εμφανείς στην ατμόσφαιρα, καθόρισαν τις πράξεις και επηρέασαν την ψυχολογία των ηρώων. Με άλλα λόγια, η αφόρητη ζέστη αποτελούσε έναν χαρακτήρα από μόνη της, ενσωματωμένο στη σκηνοθεσία και στην πλοκή.
Η καθηλωμένη κάμερα του Χίτσκοκ στο «Rear window» (1954) κρατάει τον θεατή καθηλωμένο μαζί με τον ήρωα (Τζίμι Στιούαρτ), ο οποίος βρίσκεται σε αναπηρική καρέκλα. Από τα ορθάνοιχτα παράθυρα βλέπει τους ενοίκους των απέναντι διαμερισμάτων να αντιμετωπίζουν τη ζέστη διαφορετικά. Η αριστουργηματική εναρκτήρια σκηνή, υπόδειγμα διεύθυνσης φωτογραφίας, απενοχοποιεί θριαμβευτικά την τάση για ηδονοβλεψία. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ δεν οριοθετεί απλώς το πεδίο δράσης, αλλά περιγράφει τη μεθοδολογία ενός δολοφόνου και τον τόπο ενός εγκλήματος που θα ανατραπεί από την αδιακρισία του παρατηρητή. Ο ιδρώτας της ζέστης ξυπνάει τον πρωταγωνιστή και από εκείνη τη στιγμή ο φακός μάς καθιστά συνένοχους στην ηδονοβλεψία, σε μια πίσω αυλή που η ζέστη υποχρεώνει τα παραθυρόφυλλα να μένουν ανοιχτά και οι ένοικοι μένουν εκτεθειμένοι στους γείτονες.
Την ίδια περίπου εποχή ο καύσωνας της πόλης δεν τροφοδοτούσε μόνο το πανούργο σασπένς του Χίτσκοκ, αλλά και τις κλειστοφοβικές συγκρούσεις δώδεκα ενόρκων που είναι υποχρεωμένοι να αποδώσουν δικαιοσύνη στο «12 angry men» (1957) του Σίντνεϊ Λιούμετ. Οι δώδεκα άνδρες κλείνονται σε ένα δωμάτιο για να καταδικάσουν με συνοπτικές διαδικασίες ένα αγόρι που κατηγορείται πως διέπραξε μια στυγερή δολοφονία. Όμως ένας από αυτούς (τον υποδύεται ο Πίτερ Φόντα) θα είναι ο καλός Σαμαρείτης που θα παραβλέψει την αποπνικτική ζέστη και, αντί να επιλέξει τον εύκολο δρόμο, θα αποφασίσει να σπείρει τον σπόρο της αμφιβολίας και να σπάσει την ομοφωνία. Η κουφόβραση στη Νέα Υόρκη είναι αφόρητη και εξαιτίας της οι ηθικές συγκρούσεις των ηρώων θα φτάσουν σε σημείο βρασμού. Kλειστοφοβικό δράμα, διορατικά σκηνοθετημένο από τον Σίντνεϊ Λιούμετ ως προς τις συνθήκες κλειστοφοβίας, με δώδεκα ερμηνείες απίστευτου νεύρου και ακρίβειας, με τους χαλασμένους ανεμιστήρες να μην βοηθάνε καθόλου.
Σε παντελώς διαφορετικό ύφος κινούνταν το «The day the earth caught fire» (1961), ωστόσο δεν μπορεί να απέχει από τη λίστα αυτό το αντιπροσωπευτικό δείγμα ψυχροπολεμικής φαντασίωσης, που κουβαλούσε ένα απλοϊκό αλλά διαχρονικό μήνυμα για την καταστροφική ανθρώπινη φύση που προκαλεί τη Θεία Δίκη. Δυο ταυτόχρονες πυρηνικές δοκιμές από Ρωσία και Αμερική προκαλούν ανεξίτηλη ζημιά στην περιστροφή της Γης, με ολέθριο αποτέλεσμα στις κλιματικές συνθήκες. Οι συνθήκες ακραίας ζέστης εδώ αξιοποιήθηκαν κινηματογραφικά, παρά τη χαμηλού κόστους παραγωγή.

Η ερωτική διάθεση και οι κρυφοί πόθοι
Εν μέσω ενός αφόρητου καύσωνα θα αναπτυχθεί ένας παράνομος δεσμός ανάμεσα σε μια παντρεμένη μοιραία γυναίκα και σε έναν σχετικά αφελή δικηγόρο. Στο άκρως ερεθιστικό «Body heat» (1981) η Κάθλιν Τέρνερ υποδύεται μια σαγηνευτική φαμ φατάλ που θα παρασύρει τον πρόθυμο δικηγόρο (Γουίλιαμ Χαρτ) σε ένα έγκλημα πάθους. Ένα από τα πιο καυτά και «ιδρωμένα» νεο-νουάρ που έγιναν ποτέ με υποδειγματικές ερωτικές σκηνές και ταυτόχρονα ένα φιλμικό ορόσημο για τον στιλιζαρισμένο ερωτισμό της δεκαετίας του 1980, με τους ήρωες να στάζουν απ’ τον ιδρώτα σε κάθε σκηνή.

Η καλοκαιρινή ατμόσφαιρα έδινε πνοή και στο ρομαντικό δράμα ενηλικίωσης του Λούκα Γκουαναντανίνο με τίτλο «Call me by your name» (2017). Το σπαραξικάρδιο δράμα εκτυλίσσεται στη Βόρεια Ιταλία το καλοκαίρι του 1983, όπου ένας έφηβος ερωτεύεται έναν μεγαλύτερό του μεταπτυχιακό φοιτητή, τον οποίο φιλοξενεί η οικογένειά του σε ένα ειδυλλιακό θέρετρο. Η μεσογειακή ζέστη, η ελευθερία του καλοκαιριού και οι βουτιές στη λίμνη θα χτίσουν με αθώα υλικά μια μαινόμενη έλξη που έχει εξίσου να κάνει με τη σάρκα όσο και με το πνεύμα ή την καρδιά. Αψεγάδιαστο δράμα, απολαυστικό σαν δροσιστικό φρούτο τον Αύγουστο, που αφήνει όμως μια πικρή γεύση στο φινάλε.
Ακόμη μια απολαυστική χρονοκάψουλα των καλοκαιρινών διακοπών της δεκαετίας του 1980 είναι το «Η Πολίν στην παραλία» του Ερίκ Ρομέρ, όπου η 15χρονη ηρωίδα ένα καλοκαίρι θα γνωρίσει τον έρωτα και την υποκρισία των ενηλίκων κάτω από τον καυτό ήλιο. Από την άλλη, αυτό που ψάχνουν οι ήρωες του Αλφόνσο Κουαρόν στην ταινία «Θέλω και τη μαμά σου» πάνω στη ζεστή άμμο είναι ο αληθινός εαυτός τους. Η ελευθερία της νιότης λιώνει κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο σε μια ξεχασμένη παραλία, που η ερωτική τους επιθυμία την κάνει να φαντάζει ειδυλλιακή σαν έναν μεταφυσικό προορισμό των αισθήσεων.
Η βία, οι εντάσεις και η παράνοια
Κατά τη διάρκεια της πιο καυτής ημέρας του καλοκαιριού μια γειτονιά του Μπρούκλιν θα γίνει ένα καζάνι βίας και φυλετικής οργής. «Η σημερινή πρόγνωση: Ζέστη!» ήταν τα λόγια του DJ Love Daddy (τον υποδυόταν ο Σάμιουελ Τζάκσον) στην εναρκτήρια σκηνή του «Do the right thing» (1989). Ο Σπάικ Λι σκηνοθέτησε μια κινηματογραφική βόμβα μολότοφ, όπου ο υπερβολικός καύσωνας εντείνει τις συγκρούσεις στο γκέτο και πυροδοτεί τις εντάσεις. Ποτέ άλλοτε η διεύθυνση φωτογραφίας δεν κατέγραψε τόσο ζωντανά το λιοπύρι και την κάψα του καλοκαιριού στην καρδιά της πόλης. Η επιθετική ραπ από τα ηχεία, η πιτσαρία των Ιταλοαμερικανών, οι αντικρουόμενες διδαχές των Μάλκομ Χ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και οι ρατσιστικές συμπεριφορές σε συνδυασμό με την ένδειξη του υδράργυρου θα οδηγήσουν στη σοκαριστική κορύφωση του φινάλε.
Μπορεί ένα ακραίο μποτιλιάρισμα εν μέσω σκληρής ζέστης και ένα χαλασμένο air condition να αποτελέσουν το κερασάκι στην τούρτα για να σαλτάρει ο ήρωας και να ξεκινήσει ένα αντιδραστικό ξέσπασμα βίας, χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, προς κάθε εκνευριστικό άνθρωπο και κάθε περιοριστικό κανόνα που είναι ικανοί να σου καταστρέψουν τη μέρα; Οι απόψεις ακόμα διίστανται σχετικά με το εάν ο ήρωας που υποδύεται ο Μάικλ Ντάγκλας στο απίθανο δραματάκι αστικής παράνοιας «Falling Down» (1993) είναι ψυχωτικός ή ένα θύμα μιας «κακής στιγμής». Πάντως, η ταινία του Τζόελ Σουμάχερ κατηγορήθηκε για τον τρόπο που δοξάζει την αναίτια βία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η σκηνή έκρηξης θυμού στα McDonald’s είναι σχεδόν κλασική.
Σε ανάλογες καιρικές συνθήκες εκτυλίσσεται και το «Dog day afternoon» (1975) - ίσως η κορυφαία ταινία ληστείας του σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου. Το σχέδιο δεν πάει καλά και οι τρεις ληστές εγκλωβίζονται μέσα στην τράπεζα κρατώντας ομήρους τους υπαλλήλους. Η ζέστη δημιουργεί πανικό και επηρεάζει και τους περαστικούς που ανταποκρίνονται στην ιαχή «Attica!, Attica!».
Σε πιο σουρεαλιστικά μονοπάτια κινήθηκαν οι αδελφοί Κοέν με το «Barton Fink» (1991), καθώς τίποτα δεν σε προϊδεάζει για την υπαρξιακή κόλαση στην οποία βουτάει ο διανοούμενος σεναριογράφος σε ένα δωμάτιο ενός παρακμιακού ξενοδοχείου στο Χόλιγουντ, με τις ταπετσαρίες στον τοίχο να ξεκολλάνε απ’ τη ζέστη. Το σενάριο μιας φτηνοταινίας με θέμα έναν παλαιστή θα μετατραπεί σε υπαρξιακή Νέμεση για τον αγαθό συγγραφέα (Τζον Τορτούρο), με τον αινιγματικό γείτονα (Τζον Γκούντμαν) να ανοίγει τις πύλες της κολάσεως στον δρόμο προς τη «φλεγόμενη» λύτρωση του δημιουργικού μυαλού. Οι φωτιές και η επιθετικά υψηλή θερμοκρασία θα στείλουν τον ήρωα σε ένα μέρος χωρίς επιστροφή.

Εξίσου παράδοξο και πικρό ήταν και το «The swimmer» του Φρανκ Πέρι (1968), μια από τις πιο παράξενες ταινίες που γυρίστηκαν στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Ένας άντρας, φορώντας μόνο ένα μαγιό, αποφασίζει να ξεκινήσει ένα παράδοξο ταξίδι προς το σπίτι του διασχίζοντας όλες τις πισίνες των φίλων του στα προάστια του Κονέκτικατ. Κανείς δεν γνωρίζει από πού έρχεται, ενώ σε όλες τις ερωτήσεις σχετικά με το πού κρυβόταν τόσο καιρό απαντά «εδώ κι εκεί», και το μόνο που τον αφορά είναι το πόσο δροσιστικό είναι το νερό. Αυτές οι βουτιές του Μπαρτ Λάνκαστερ σε καταγάλανες πισίνες κάτω από τον καυτό ήλιο κρύβουν μια από τις πιο σκοτεινές βόλτες στο αμερικάνικο όνειρο.
3 ελληνικές ταινίες
Η πόλη σιγοβράζει το καλοκαίρι στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ο νεαρός ήρωας της εξαιρετικής ταινίας «Οι απέναντι» (1981) είναι γνωστός ως το «Φάντασμα». Ένας απόμακρος παρατηρητής σε μια σκληρή πόλη με αφιλόξενους αυτοκινητόδρομους, φλιπεράδικα, πειρατικούς ραδιοσταθμούς και κόντρες με τις μηχανές. Κλεισμένος στο δωμάτιό του, παρατηρεί με το τηλεσκόπιό του την άγνωστη γυναίκα στο απέναντι διαμέρισμα. Ο Γιώργος Πανουσόπουλος κινηματογραφεί με υπέροχο στιλ και διακριτικότητα την ερωτική ενηλικίωση ενός ήρωα που θέλει να δει τη «γυμνή αλήθεια» της ζωής. Την περιπέτεια, δηλαδή, που δεν έζησε ποτέ και τις αόρατες στιγμές που παίρνει μαζί του κάθε πρωί το φως του ήλιου στον ουρανό της Αττικής.

Ιχνη ερωτισμού δεν θα βρεθούν στο «Σπιρτόκουτο» (2002). Το ασφυκτικό διαμέρισμα που βράζει θα χωρέσει όλη την ενδοοικογενειακή και λεκτική βία του ντουνιά. Ο πάτερ φαμίλιας, η νοικοκυρά και τα τέκνα τους θα βρεθούν σε έναν ανελέητο πόλεμο χυδαιότητας, με τα λεκτικά πυρά να εκτοξεύονται ακατάπαυστα. Το πολυσυζητημένο, εκρηκτικό ντεμπούτο του Γιάννη Οικονομίδη εξαπέλυσε γνήσιο μισανθρωπισμό και μπόλικη οργή, με τους ήρωές του να σβήνουν κάτω από σκληρές συνθήκες ζέστης και τους θλιβερούς ανεμιστήρες να κάνουν την κατάσταση χειρότερη.
«Η ζέστη τρελαίνει τους ανθρώπους» φωνάζει η Θέμις Μπαζάκα στην πρώτη σκηνή του «Wasted youth» (2011) του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου. Ένας ανήλικος πιτσιρικάς κάνει πατίνι σε άδειες πισίνες, ενώ σε κάποια άλλη άκρη της πόλης ένας μεσήλικας αστυνομικός νιώθει ασφυκτικά μέσα στην άχαρη ζωή του. Η υπόκωφη οργή στα μικρά διαμερίσματα, η έλλειψη επικοινωνίας και η ταξική οργή συνυπάρχουν σε μια όμορφα κινηματογραφημένη Αθήνα, όπου ο έντονος καύσωνας θα παίξει τον ρόλο του στην πλοκή της ιστορίας. Δύο Αθήνες, το μεθυσμένο τρικάβαλο μέσα στη νύχτα και τα απωθημένα εξουσίας θα συναντηθούν σε ένα ολέθριο «τυχαίο» γεγονός.