Ένα καθηλωτικό αστυνομικό δράμα, ένας αχρείαστος υπερήρωας που δεν ζήτησε κανείς, ακόμα ένα διδακτικό animation παραμύθι της Pixar, μια ισπανική κομεντί γουντιαλενικής αισθητικής με πολλαπλές ιστορίες και μια επανέκδοση του πρώτου αψεγάδιαστου αριστουργήματος που υπέγραψε ο Χίτσκοκ
Ενας έντιμος αστυνομικός περνάει μια ηθική γραμμή που δεν έχει γυρισμό
H τελευταία νύχτα του Φράνκο Αμόρε (L' ultima notte di Amore) ***1/5
Σκηνοθεσία: Αντρέα ντι Στέφανο
Πρωταγωνιστούν: Πιερφανσέσκο Φαβίνο, Φρανσέσκο ντι Λέβα, Κάτια Μιρόνοβα

Λίγες ώρες πριν συνταξιοδοτηθεί, ύστερα από 35 χρόνια υπηρεσίας, ο κόσμος του αστυνόμου Φράνκο Αμόρε θα ανατραπεί άρδην και όλα όσα έχουν αξία γι’ αυτόν θα μπουν σε άμεσο κίνδυνο. Τα δραματικά γεγονότα θα κάνουν τον ίδιο να αντιμετωπίσει θανάσιμα ηθικά διλήμματα και να πάρει αποφάσεις τις οποίες θα αναγκαστεί να κουβαλάει για το υπόλοιπο της ζωής του.
Ο βιρτουόζος σκηνοθέτης Αντρέα ντι Στέφανο τοποθετεί τη δράση στην εκπνοή της επαγγελματικής καριέρας ενός ανθρώπου του νόμου ο οποίος δεν χρησιμοποίησε ποτέ βία σύμφωνα με όσα μαρτυρούν οι κοντινοί του άνθρωποι. Η ταινία ξεκινά με ένα πάρτι-έκπληξη για έναν αστυνομικό που κατάφερε να παραμείνει σεβαστός. Η αφήγηση ξαφνικά μας γυρίζει δέκα μέρες νωρίτερα κι αυτό που ακολουθεί είναι μια ανέλπιστη βουτιά στη σκληρή πλευρά του εγκλήματος μέσα από σκηνές που καθηλώνουν. Ο έντιμος, αλλά μάλλον αφελής αστυνομικός, φορτισμένος από τη δυσαρέσκεια για τον πενιχρό μισθό του και την αποτυχία του να προαχθεί, πείθεται να περάσει μια ηθική γραμμή που δεν έχει γυρισμό.
Εκπληκτική τζαζ μουσική από τον Σάντι Πουλιρέντι και ψυχωμένη ερμηνεία από τον Πιερφρανσέσκο Φαβίνο, ο οποίος υποδύεται τον Φράνκο ως έναν άνδρα του οποίου τα μάτια και το θλιμμένο χαμόγελο προδίδουν το γεγονός ότι -από την αρχή- ξέρει κατά κάποιον τρόπο την έκβαση της τελευταίας μέρας του. Δίχως μοιρολατρικά τερτίπια και αμερικανικό διδακτισμό, ο Ντι Στέφανο θα χαρίσει ισχυρές δόσεις αστικής απελπισίας και νυχτερινού σασπένς στην ταινία και θα χρησιμοποιήσει μια αμιγώς κινηματογραφική γλώσσα για να αναδείξει δραματουργικά την ηθική πτώση του ήρωα.
Μια ταινία με έναν υπερήρωα που δεν τη ζήτησε κανείς
Τhe Flash *
Σκηνοθεσία: Άντι Μουσκιέτι
Πρωταγωνιστούν: Έζρα Μίλερ, Μάικλ Κίτον, Σάσα Κέιλ, Μπεν Άφλεκ

Ακόμη και να δεχθούμε ότι οι ταινίες με υπερήρωες είναι απαραίτητες και παραμένουν ενδιαφέρουσες το 2023, μια ταινία με τον Flash δεν τη ζήτησε κανείς. O Μπάρι Άλεν παλεύει με τις επιπτώσεις της δολοφονίας της μητέρας του και της άδικης φυλάκισης του πατέρα του για το έγκλημα και χρησιμοποιεί τις υπερδυνάμεις του για να αλλάξει τα γεγονότα που παρελθόντος. Η απόπειρα να σώσει την οικογένειά του θα προκαλέσει μια αλλαγή στα γεγονότα του μέλλοντος και ο ίδιος θα παγιδευτεί σε μια εναλλακτική πραγματικότητα από την οποία θα πρέπει να διαφύγει.
Το φιλμ είναι ένα άγαρμπο στην κατασκευή του κοκτέιλ από είδη (slapstick κωμωδία, οικογενειακό δράμα, heavy metal ταινία δράσης, sci-fi), που τελικά δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να αντιγράφει τη συνταγή του «Back to the future» και να ξοδεύει εκατομμύρια σε ψηφιακές εκρήξεις για να μην προλάβουμε να το αντιληφθούμε. Μιας και δεν υπάρχει justice league για να αντιμετωπίσει τον ήρωα, θα αναλάβει απρόθυμα δράση ο Μπάτμαν. Ευτυχώς, όχι ο βαριεστημένος και άχρωμος του Μπεν Άφλεκ, αλλά ο Μάικλ Κίτον. Ο μοναδικός λόγος που θα μπορούσε ένας ενήλικος θεατής να παρακολουθήσει αυτή τη χασμωδία πολυχρησιμοποιημένων ειδικών εφέ είναι η επιστροφή του Μάικλ Κίτον στη στολή του Μπάτμαν 31 χρόνια μετά την ταινία του Τιμ Μπάρτον. Ο άνθρωπος νυχτερίδα εδώ είναι μεγαλύτερος, καταβεβλημένος και πιο αποξενωμένος από την κοινωνία.
Τέλος, δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε το μεγαλύτερο και πιο σημαντικό πρόβλημα της ταινίας, για το οποίο θα άξιζε μέχρι και σοβαρό μποϊκοτάζ. Τον βασικό ρόλο έχει ο Έζρα Μίλερ, ένας κακοποιητικός άνθρωπος που έχει κατηγορηθεί για σεξουαλικά εγκλήματα, πλύση εγκεφάλου σε ανήλικους, ληστείες, βιαιοπραγίες και άλλα παραπτώματα. Το Χόλιγουντ αποφάσισε να του δώσει προσωρινό συγχωροχάρτι για να αποφύγει τον λογιστικό και επικοινωνιακό Γολγοθά που θα έφερναν το σπάσιμο του συμβολαίου του και η αντικατάστασή του.
Ευφάνταστη animation δημιουργία της Pixar
Στο στοιχείο τους (Elemental) ***
Σκηνοθεσία: Πίτερ Σον

Ξανά προς τη δόξα τραβά το στούντιο της Pixar, με ακόμη μία animation δημιουργία που αποτελεί ξεκάθαρη (υπερβολικά ξεκάθαρη ίσως) αλληγορία για τη διαφορετικότητα των πολιτισμών και τις προκαταλήψεις που γεννά ο φόβος της συνύπαρξης. Η Φλόγα είναι μια γυναίκα που ζει στη μεγαλούπολη των Στοιχείων. Εκεί όλοι οι κάτοικοι ανήκουν στις ξεχωριστές κοινότητες που απαρτίζονται από στοιχεία της φύσης. Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται ένα διασκεδαστικό ρομάντζο πάνω σε μια γόνιμη ιδέα που αφήνει περιθώριο για παιχνίδισμα και οπτικό μεγαλείο. Πώς θα έρθουν κοντά και θα συνυπάρξουν τα αντίθετα στοιχεία της φωτιάς και του νερού; Η Φλόγα είναι η κόρη παραδοσιακών μεταναστών που θέλει να γνωρίσει τον Νηρέα, έναν κλαψιάρη και ερωτύλο του γλυκού νερού. Η συνύπαρξή τους είναι απαγορευτική, όμως η λογική και οι αντιρρήσεις των υπολοίπων θα καμφθούν με εντυπωσιακό τρόπο.
Το «Elemental» είναι πανέμορφο και διασκεδαστικό, με καθαρές προθέσεις και ευρηματικές εικόνες, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με παλιότερα διαμάντια του ίδιου στούντιο, όπως το «Inside out».
Σπονδυλωτή κομεντί με πέντε ιστορίες που διαδραματίζονται στη Βαρκελώνη
Αυτά που δεν λέγονται (Historias para no contar) **
Σκηνοθεσία: Σεσκ Γκάι
Πρωταγωνιστούν: Αντόνιο ντε λα Τόρε, Μαριμπέλ Βερντού, Χαβιέ Καμάρα, Νόρα Νάβας

Μια σπονδυλωτή κωμωδία που αποτελείται από πέντε μικρές ιστορίες που διαδραματίζονται στη σημερινή Βαρκελώνη. Εδώ, βέβαια, απουσιάζουν η σπιρτάδα και τα ευρήματα της προηγούμενης σπονδυλωτής ταινίας του Σεσκ Γκάι με τίτλο «A gun in each hand», που έβαζε στο μικροσκόπιο την απειλή του ανδρικού εγωισμού σε μια εποχή με μεταβαλλόμενες πεποιθήσεις γύρω από το φάσμα των φύλων και της σεξουαλικότητας. Ωστόσο, το «Αυτά που δεν λέγονται» διαθέτει μια ευπρόσδεκτη ανθρωπιά και μια ευπρεπώς καμωμένη ελαφρότητα που λειτουργούν τελικά υπέρ του. Μπορεί οι πέντε πνευματώδεις ιστορίες σχέσεων γύρω από αστούς της Βαρκελώνης να έγιναν κυρίως για να αποκτήσει ο σκηνοθέτης την ταμπέλα του «Ισπανού Γούντι Άλεν», αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι καθόλου κακό. Ένας εκκολαπτόμενος εραστής κρύβεται στο μπάνιο από τον σύζυγο της ερωμένης, οι ζυμώσεις πίσω από ένα one night stand, μια ανταγωνιστική οντισιόν, ένας συγγραφέας που ερωτεύεται μια πολύ νεότερή του και ένα ζευγάρι που δοκιμάζει τα όρια της ειλικρίνειας στη σχέση του. Οι ιστορίες εκτυλίσσονται σε ένα κοσμοπολίτικο πλαίσιο θεάτρων, εκθέσεων και καλών εστιατορίων, το οποίο αντιπροσωπεύει ένα είδος φαντασίωσης της μεσαίας τάξης που απειλείται όλο και περισσότερο. Βέβαια, οι αυτές οι ιστορίες εξαρτώνται περισσότερο από οτιδήποτε στους διαλόγους τους, οι οποίοι δεν είναι όσο κοφτεροί θα έπρεπε - ενώ του Γούντι ήταν κανονικά ποιήματα.
Ένα από τα σημαντικότερα αριστουργήματα του Άλφρεντ Χίτσκοκ
Notorious *****
Σκηνοθεσία: Άλφρεντ Χίτσκοκ
Πρωταγωνιστούν: Κάρι Γκραντ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν

Ενας Αμερικανός πράκτορας θα πείσει την κόρη ενός καταδικασμένου Γερμανού κατασκόπου να παρεισφρήσει σε ομάδα ναζί που μετά τον πόλεμο ζουν μυστικά στη Βραζιλία, όμως η έλξη ανάμεσά τους θα ανατρέψει τα σχέδια. Το διαχρονικό αριστούργημα του Άλφρεντ Χίτσκοκ παραμένει φρέσκο σε πείσμα του χρόνου, κυρίως χάρη στην Ίνγκριντ Μπέργκμαν, που απογειώνει την ικανότητά της να εκμεταλλεύεται την αμφισημία του ρόλου της (όπως είχε κάνει στην «Καζαμπλάνκα»), αλλά και στον Κάρι Γκραντ, που εδώ ενσαρκώνει την πεμπτουσία του αρσενικού χιτσκοκικού ήρωα, ιδίως όταν παλινδρομεί ανάμεσα στη χειραγώγηση και στον πατερναλισμό και επιβάλλει στο θηλυκό αντικείμενο του πόθου του τα χαρακτηριστικά που επιθυμεί να ερωτευτεί.
Η αποστολή στην καρδιά των ναζί είναι εξαιρετικά δύσκολη και η Μπέργκμαν ταλανίζεται απέναντι στο καθήκον να σαγηνεύσει τον αρχηγό κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της μητέρας του και απέναντι στην καρδιά της, που θέλει να σωθεί μέσα από τον έρωτα με τον γοητευτικό και αδέκαστο Αμερικανό που κρατάει τη μοίρα της στα χέρια του. Ο Χίτσκοκ, στην καλύτερη ταινία που σκηνοθέτησε στη δεκαετία του ’40, αναπτύσσει με αδιανόητη μαεστρία τη μοιραία έλξη, παίζει με την καχυποψία και τον φόβο μην ξεφύγει μια παραπανίσια λέξη και μέσα από ένα αριστοτεχνικό μοντάζ χτίζει την πλοκή μέσα από τα βλέμματα, αφήνοντας το σασπένς να εξελιχθεί όταν πέφτει η καταιγιστική σκιά της μητριαρχίας ή στη θρυλική σεκάνς με τη ραδιενεργή φιάλη κρασιού στο κελάρι. Το κατασκοπικό παιχνίδι χτίζεται μέσα από τη συναισθηματική ευαλωτότητα της Μπέργκμαν, το απροσπέλαστο πεπρωμένο των κοινωνικών ρόλων και την υπέρβαση καθήκοντος του Γκραντ σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο από κοσμοπολίτες ναζί, όπου όλα μπορεί να τιναχτούν στον αέρα εξαιτίας ενός αδιόρατου λάθους ή ενός ύποπτου βλέμματος. Σπουδή πάνω στο παιχνίδι της σαγήνης, αξεπέραστη άσκηση undercover κατασκοπείας και ταυτόχρονα ένα λεπτεπίλεπτο παιχνίδι ανάμεσα στη σκοτεινή πραγματικότητα και στη ρομαντική ψευδαίσθηση και ανάμεσα στην αποπλάνηση και στην ανάγκη για συναισθηματικό σωσίβιο με φόντο τα τραύματα του πολέμου.