Live τώρα    
RSN στην «Α» / Με τρελαίνει η ιδέα να έχω μία εικόνα και να φαντάζομαι πώς θα είναι η μουσική της
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

RSN στην «Α» / Με τρελαίνει η ιδέα να έχω μία εικόνα και να φαντάζομαι πώς θα είναι η μουσική της

RSN
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

O Άρης Αζιλαζιάν, πιο γνωστός ως RSN, υπέγραψε το σάουντρακ για το ντοκιμαντέρ «Τελευταίο ταξίδι» σε σκηνοθεσία του Άρη Χατζηστεφάνου, το οποίο βραβεύτηκε πέρυσι στο 24ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μιλήσαμε μαζί του για την έμπνευση πίσω από τη δημιουργία του, με αφορμή τη ζωντανή  παρουσίαση του δίσκου, που θα γίνει την Τετάρτη 17 Μαΐου στο Αστεροσκοπείο Αθηνών, με την ταυτόχρονη προβολή της ταινίας, υπό την αιγίδα του City Festival και της πρεσβείας της Ιαπωνίας.

Πες μας μερικά λόγια για την πορεία σου μέχρι σήμερα.

Ξεκίνησα την πορεία μου από το hip-hop με μπάντες, όπως οι Razastarr, όταν ήμουν μικρός. Μετά συνέχισα με το συγκρότημα των Belleruche για έξι χρόνια, με τους οποίους κάναμε τουρνέ στην Ευρώπη, πριν ασχοληθώ με τις solo δουλειές μου, όπως το «We got music», που κυκλοφόρησε από τη Sound Of Everything, και στη συνέχεια το «Analog memories» από την ΕΜΙ. Αργότερα συνεργάστηκα με τη γερμανική εταιρεία Agogo Records, που έχει μεγάλα soul και jazz ονόματα στο ρόστερ της.

Και η σχέση σου με τα σάουντρακ πότε ξεκινάει;

Η πρώτη μου απόπειρα σε μουσική επένδυση έγινε το 2011, όταν είχα συνεργαστεί με τον Γιάννη Αγγελάκα για τη μουσική του ντοκιμαντέρ «Debtocracy» («Χρεοκρατία») του Άρη Χατζηστεφάνου. Έχω γράψει μουσική και για ταινίες μικρού μήκους, όπως το «Μητέρες» του Γιάννη Κωσταβάρα. Πρόπερσι, λοιπόν, με κάλεσε ο Άρης όταν ετοίμαζε το ντοκιμαντέρ, που γυρίστηκε στην Ιαπωνία, και μου ζήτησε να γράψω τη μουσική. Το μοντάζ το έκανε ο Άρης Τριανταφύλλου, οπότε εγώ ήμουν ο τρίτος Άρης που μπήκε στην ομάδα. Εκεί άρχισα να βλέπω πλάνα και να ετοιμάζω σκόρπιες μουσικές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Όσο γινόταν το μοντάζ τόσο εγώ έγραφα. Αυτό συνέβαινε την περίοδο της καραντίνας, οπότε εκείνη η περίοδος απέκτησε νόημα γιατί είχα κάτι να δημιουργώ. Η μουσική μου, λοιπόν, πήγε και συνάντησε το κινηματογραφικό υλικό. Είχαμε τα κείμενα του Καζαντζάκη, την αφήγηση του Γιάννη Αγγελάκα και τα πλάνα του Χατζηστεφάνου. Και εγώ έγραφα πάνω σε αυτά. Συνολικά, έγραψα 35 μουσικά θέματα. Δεν μπήκαν όλα στον δίσκο. Έγραφα διαρκώς και τους τροφοδοτούσα με θέματα. Εκείνοι ήξεραν καλύτερα πώς θα τα χρησιμοποιούσαν στο τέλος.

Τα φωνητικά του Αγγελάκα, όταν κάνει την αφήγηση, τα πήρες έτοιμα ή τον καθοδήγησες;

Ήταν η περίοδος της καραντίνας, επομένως εγώ δούλευα από την Αθήνα και ο Γιάννης από τη Θεσσαλονίκη. Ευτυχώς ο Άρης λόγω της δημοσιογραφικής ιδιότητας μπορούσε να κυκλοφορεί και μας συντόνιζε. Η Όλια Λαζαρίδου, που συμμετέχει επίσης, ηχογράφησε τα φωνητικά της στο σπίτι μου επειδή ζει εδώ. Μετά δούλεψα και στη μίξη και στον σχεδιασμό του ήχου της ταινίας.

RSN

Αναδεικνύεις τις φωνές του Αγγελάκα και της Λαζαρίδου με ιδιαίτερο τρόπο.

Είναι διαφορετική η προσέγγισή τους. Ο Γιάννης δεν είναι ηθοποιός, αλλά φέρνει αυτό το βάρος της φωνής του Αγγελάκα που όλοι ξέρουμε. Η Όλια είναι ηθοποιός, επομένως είναι πιο ακριβής και μετρημένη στις λεπτομέρειες.

Με το ίδιο το θέμα της ταινίας είχες μια ιδιαίτερη σύνδεση προτού έρθει στον δρόμο σου;

Όχι, καμία. Αν και έχω διαβάσει αρκετά τον Καζαντζάκη. Όλη η ιδέα και η εκτέλεση της ταινίας ανήκει στον Χατζηστεφάνου που ταξίδεψε στην Ιαπωνία και πήρε κομμάτια από τις 400 σελίδες του θηριώδους βιβλίου για να μας πει ότι διαβάζοντας τα κείμενα που γράφτηκαν τότε, καταλαβαίνεις το σήμερα. Και έχει πέσει σε πολλά μέσα.

Πώς σκέφτηκες τη μουσική προσέγγιση της ταινίας;

Αυτό που αρχικά φανταζόταν ο Άρης ήταν πιο κοντά στην jazz. Επίσης, τα πλάνα που τραβάει είναι ατμοσφαιρικά, επομένως ήθελα κάτι που να αναδείξει την ατμόσφαιρα της εικόνας. Τέλος, ήθελα να υπάρχει και ένα στοιχείο ιαπωνικό. Επομένως, αυτά τα τρία στοιχεία μαζί μού υπαγόρευσαν τη μουσική προσέγγιση.

RSN

Συνήθως τα σάουντρακ δεν λειτουργούν αποκομμένα από την ταινία, όμως αυτό παίρνει μια άλλη μορφή αν το ακούσεις αποσυνδεδεμένο.

Αυτό συνέβη γιατί όταν ολοκλήρωσα τα μουσικά θέματα που είχα ετοιμάσει για την ταινία, αποφάσισα να τα κάνω κομμάτια και να φτιάξω ένα άλμπουμ μέσα από αυτά. Πήρα, ας πούμε, ένα θέμα με ένα σκέτο πιάνο, που εξυπηρετούσε κάτι συγκεκριμένο στην ταινία, και το έκανα να λειτουργεί από μόνο του. Επίσης, για τη σκηνή που αναφέρεται στη Χιροσίμα είχα μια νότα επαναλαμβανόμενη, πολύ βαριά, για το συναίσθημα. Αυτό δεν το έβαλα στον δίσκο γιατί δεν μου έβγαζε νόημα σαν ξεχωριστό κομμάτι. Ήθελα κατά την ακρόαση να λειτουργούν οι ιδέες και από μόνες τους. Βέβαια, έπαιξε ρόλο και το ότι είχα απόλυτη δημιουργική ελευθερία από τον Άρη, ο οποίος με εμπιστεύτηκε.

Είναι one man show η ζωντανή παρουσίαση του δίσκου ή θα έχεις μουσικούς μαζί σου;

Θα είμαστε τέσσερα άτομα στη σκηνή με συνθεσάιζερ και η Χριστίνα Μπλιούμπα στη βιόλα. Ο Δημήτρης Δερμάνης θα είναι στο πιάνο, ο Διονύσης Μόρφης στην κιθάρα και η Χριστίνα Μπλιούμπα στη βιόλα. Θα παίξουμε τη μουσική που βρήκε χώρο στον δίσκο, συν κάτι ακόμα. Και η περφόρμανς θα είναι συνδεδεμένη με την ταινία, που θα παίζει σε video wall πίσω.

Έχεις μπλέξει τα είδη, από την jazz και το dub μέχρι το blues. Ένιωσες ποτέ να χάνεσαι ανάμεσα στα genre που αναμειγνύεις;  

Όχι, γιατί ακούω πολλή και διαφορετική μουσική, και οι ετερόκλητες επιρροές μου βγαίνουν οργανικά. Ακούω και hip-hop, ακούω και jazz, αλλά θέλω να βάζω και ελληνικές μελωδίες μέσα σε αυτό που κάνω. Το τελευταίο τραγούδι, ας πούμε, έχει μπουζούκι. Έχω απενοχοποιήσει τις ταμπέλες.

COVER RSN

Θα ήταν πολύ ωραίο να πάρει ένας Αμερικανός MC του hip-hop αυτό το υλικό και τις λούπες και να βάλει τα φωνητικά του επάνω.

Πραγματικά, θα ήταν πολύ ωραίο αυτό, και πρώτα απ’ όλους για εμένα που δεν το έχω φανταστεί έτσι. Υπάρχουν σκέψεις για το πώς θα κυκλοφορήσει στο μέλλον αυτό το υλικό και με ποιες μορφές, αλλά προς το παρόν επικεντρώνομαι στη ζωντανή παρουσίαση.

Ποιες ήταν οι άμεσες επιρροές που είχες όταν έγραφες τη μουσική;

Άκουγα πάρα πολύ τον Nils Frahm και τους Massive Attack. Έχω λατρεία γι’ αυτό το συγκρότημα, όπως και για τους Portishead και όλη τη σκηνή του Μπρίστολ. Άκουγα ακόμη και το hip-hop του Guru, των Roots και του Common. Δυστυχώς στην Ελλάδα, που δεν έχουμε μουσική βιομηχανία, χρειάζεται κόπος για να πείθεις διαρκώς τους πάντες. Δηλαδή, αυτό το υλικό θα μπορούσε να παιχτεί με μια φιλαρμονική ορχήστρα, κάτι που στο εξωτερικό θεωρείται απολύτως φυσιολογικό. Εδώ πρέπει να τους πείσεις ότι γίνεται ή να πεις ότι το έχει κάνει κάποιος σαν τον Wax Tailor. Οπότε, τους λες: Πάμε να αντιγράψουμε αυτό που έκανε ο Wax Tailor...

Σε πεισμώνει ή σε απελπίζει που δεν υπάρχει δισκογραφική και κρατική μέριμνα;

Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό, οπότε είμαι ήρεμος. Είδαμε στην περίοδο της καραντίνας τι έζησαν οι καλλιτέχνες που έμειναν απροστάτευτοι. Αλλά και ο περισσότερος κόσμος δεν το αντιλαμβάνεται σαν κανονική δουλειά. Νομίζει ότι είσαι με τους φίλους σου και παίζεις. Είναι μια κουραστική και συχνά ψυχοφθόρα κανονική δουλειά. Σκέφτομαι πως ας είναι να κάνω λίγα πράγματα, αρκεί να με ικανοποιούν σε βάθος χρόνου. Όταν τελειώνω ένα άλμπουμ, πάντα σκέφτομαι αν σε 15 χρόνια από τώρα ακούγοντάς το θα μου αρέσει.

Υπάρχει μέλλον για τα σάουντρακ στην Ελλάδα; Είσαι αισιόδοξος;

Είμαι, γιατί οι ταινίες και οι σειρές στην Ελλάδα είναι σε πολύ καλό επίπεδο σε σχέση με το εξωτερικό. Στηρίζω πολύ τον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Πρέπει τα νέα παιδιά να βρουν στήριξη και να μην παίρνουν τις επιχορηγήσεις μόνο τα μεγάλα ονόματα. Εγώ ιδανικά θα ήθελα να συνεχίσω να γράφω για ταινίες. Με τρελαίνει η ιδέα να μου δίνει κάποιος μια εικόνα και να φαντάζομαι πώς θα είναι η μουσική της. Ακόμα και αν ο σκηνοθέτης πει ότι δεν λειτουργεί. Είναι μια διαδικασία που μαθαίνω κι εγώ, μαθαίνει κι αυτός. Θεωρώ σημαντικό οι Έλληνες σκηνοθέτες να εμπιστεύονται τους ανεξάρτητους δημιουργούς για τη μουσική επένδυση. Και να τα ακούμε σε 15 χρόνια και να είμαστε χαρούμενοι με το αποτέλεσμα.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0