Ο Γκιγιέρμο Καλντερόν γράφει ένα θεατρικό έργο που πατάει πάνω σε πραγματικότητες. Όχι σε μία, αλλά σε πολλές. Και στη δική μας άθελά του. Γεννάει συγγραφικά τρεις γυναίκες με το ίδιο ακριβώς όνομα και τις επιφορτίζει με το να αποφασίσουν τι θα κάνουν με έναν χώρο βασανιστηρίων την εποχή του καθεστώτος Πινοσέτ. Τις λένε Αλεχάνδρα. Γιατί τα ονόματα έχουν πάντα σημασία. Ένας χώρος βασανιστηρίων που δεν είναι καθόλου φανταστικός, όπως και στην ουσία του καθόλου φανταστικό δεν είναι και το περιεχόμενο του θεατρικού αυτού κειμένου, που το ζωντανεύουν αυτές οι υποδόρια πολιτικά φορτισμένες λέξεις του συγγραφέα. Η περιβόητη Βίλα Γκριμάλντι που κατάπιε τις φωνές περισσότερων από 5.000 χιλιάδων ανθρώπων και κυρίως γυναικών γίνεται η αφορμή, αλλά ευτυχώς κυρίως η αιτία για τον Καλντερόν, όχι απλά για να μην ξεχάσουμε, αλλά για να αναμετρηθούμε κυρίως με τον τρόπο που οφείλουμε να θυμόμαστε.
Ο Καλντερόν γράφει το έργο «Η Βίλα» (Ο δρόμος που δεν πήραν) και μετατρέπει τις λέξεις σε δάχτυλο που περίτεχνα και επίπονα σκαλίζει τις πληγές των τραυμάτων μας, διακόπτει βίαια τη διαδικασία της λήθης και αποφασίζει να μας μετατρέψει όλους σε συνένοχους στο παρόν για κάτι που έγινε στο παρελθόν όχι και τόσο ερήμην μας, αφού με έναν τρόπο η Ιστορία επαναλαμβάνεται όχι έτσι γενικά και αόριστα, αλλά από εμάς τους ίδιους.
Τρεις γυναίκες με το ίδιο όνομα, που μπορεί και να είναι απλά μία ή και καμία, δημιουργούν μπροστά στα μάτια μας μια διαδικασία ζυμώσεων για να αποφασίσουν την τύχη αυτού του χώρου στο τώρα. Μια διαδικασία που την οδηγεί διαρκώς πότε η ανάγκη τους να ξεχάσουν, πότε η ανάγκη τους να θυμηθούν και πότε η ανάγκη τους να καθησυχάσουν αυτή τη συνενοχή και ενοχή που έχουμε μάθει να κλείνουμε τα μάτια μας για να την αντέχουμε.

Βαθιά βουτιά
Σε αυτή την παράσταση τρεις ηθοποιοί, η Νατάσσα Εξηνταβελώνη, η Λίλα Μπακλέση και η Αγγελική Πασπαλιάρη, βουτούν βαθιά στη λιτή σκηνοθεσία της Λητούς Τριανταφυλλίδου και καταφέρνουν αβίαστα να φτιάξουν έναν ολόκληρο θεατρικό κόσμο που μας χωράει όλους, ακόμα και αν μας προστατεύουν τα φώτα της σκηνής από τα σκοτάδια των θέσεών μας.
Οι τρεις αυτές ηθοποιοί, που αναμφίβολα βρίσκονται στην αρτιότερη, στην πιο μεστή και πολιτικά φορτισμένη υποκριτική τους στάση, καταφέρνουν να καταπιούν τις λέξεις του κειμένου με τέτοιο τρόπο, που μας μετατρέπουν αυτόματα σε μια ακόμα Αλεχάνδρα, παίζοντας με το μυαλό μας διαρκώς. Και πάνω που νομίζουμε ως θεατές ότι βρίσκουμε την απάντηση στα ερωτήματα που θέτουν, με την ίδια υποκριτική μαεστρία είναι εκεί για να μας μετατοπίσουν ξανά και ξανά και να μας γεμίσουν με την ευθύνη της μνήμης, κι ας πονά.
Αυτές οι τρεις ηθοποιοί, σε μια σκηνοθεσία που δίνει χώρο στο κείμενο να ζωντανέψει ανεμπόδιστο, είναι εκεί σε όποιον τις αντικρίσει για να του θυμίσουν πώς είναι να έχεις τα εργαλεία να συνδεθείς με τέτοιο τρόπο με τις λέξεις, να παραδοθείς στο κείμενο και στην ουσία του και να φτιάξουν ένα ολόκληρο θεατρικό σύμπαν απόλυτα συνεπές με την ουσία του κειμένου, τις λεκτικές διαδρομές του ακόμα και με τα σημεία στίξης του.
Δικαίωση
Αυτές οι τρεις ηθοποιοί, σε μια σκηνοθεσία που πατάει πάνω τους, είναι εκεί για να μας δείξουν πως κάθε χειρονομία, κάθε μικρή κίνηση του προσώπου και η σημασία που δίνουν σωματικά και λεκτικά στο κείμενο είναι τελικά «ο δρόμος που πήραν» και τις δικαιώνει απόλυτα. Γιατί την ώρα που με αυτή την υποκριτική καταιγιστική τους ταχύτητα σκαλίζουν το τραύμα μας και παίζουν με τη μνήμη μας, εμείς έχουμε γίνει μάρτυρες ενός αθόρυβου και ήσυχου θεατρικού θαύματος που δεν κραυγάζει παρά μόνο μέσα μας, εκεί κάτω από τη μύτη μας.
Τα αμέτρητα sold out της παράστασης, η υποδόρια ορθή ανάγνωση της δική μας πραγματικότητας και το σωστό timing να ανέβει αυτό το έργο στο εδώ μας και στο τώρα είναι ο λόγος που πρέπει να σπεύσετε να γίνετε θεατές της για τις επόμενες λίγες παραστάσεις στο Σύγχρονο Θέατρο αυτή τη φορά. Και μην φοβάστε. Αυτές οι τρεις ηθοποιοί θα σας κάνουν να μην ξεχάσετε όσο πιο ανώδυνα γίνεται ή, καλύτερα, με την ποσότητα πόνου που μας αξίζει ως είδος. Γιατί η παράσταση αυτή θα μπορούσε να χωρέσει στη φράση «Επανανοηματοδοτήστε τη μνήμη, αρνηθείτε επώδυνα τη λήθη».