Ο Ζαν Πολ Σαλομέ σκηνοθετεί την πολυβραβευμένη Ιζαμπέλ Ιπέρ στην πολιτική ταινία «La syndicaliste» («Εύκολος στόχος»). Πρόκειται για την αληθινή ιστορία της Μορίν Κίρνι, που υπήρξε συνδικαλιστική εκπρόσωπος του συνδικάτου CFDT στην πολυεθνική Areva. Η Μορίν αποκάλυψε ένα σκάνδαλο διαφθοράς που συγκλόνισε την πυρηνική βιομηχανία της Γαλλίας το 2012. Εντελώς μόνη εναντίον όλων, πάλεψε σκληρά ενάντια στην κυβέρνηση του Ολάντ και τους βιομηχάνους, ώστε να φέρει στη δημοσιότητα το κρατικό μυστικό και να υπερασπιστεί 50.000 θέσεις εργασίας. Μιλήσαμε με τον Ζαν Πολ Σαλομέ όταν τον συναντήσαμε στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στην προβολή της ταινίας στο 23ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου.
Ποιο ήταν το χαρακτηριστικό που σας τράβηξε στην ιστορία και στον χαρακτήρα της ηρωίδας;
Ουσιαστικά, ήταν ο καφκικός εφιάλτης τον οποίο έζησε αυτή η γυναίκα. Αρχικά, αναρωτήθηκα πώς γίνεται να μην γνωρίζω αυτή την ιστορία. Πώς γίνεται να συμβαίνει αυτό στη Γαλλία; Πώς επιτρέπεται να βιώνει αυτό μια γυναίκα σε ένα δημοκρατικό κράτος; Τι ήταν αυτό που επέτρεψε στη Δικαιοσύνη να στραφεί εναντίον της και να υποβληθεί σε τόσα δεινά; Αρχικά, εξοργίστηκα, μετά απορούσα. Κυρίως, όμως, ήμουν εξαιρετικά θυμωμένος με όσα τράβηξε αυτή η γυναίκα και θεώρησα ότι ως κινηματογραφιστής όφειλα να κάνω μια ταινία για να κάνω πιο γνωστή την ιστορία. Έπρεπε όλο και περισσότερος κόσμος να μάθει αυτή την περιπέτεια που είναι τραγική, σχεδόν εφάμιλλη των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών. Αυτό βρήκα αρχικά συναρπαστικό.
Αυτή ήταν μια περίπτωση όπου το σινεμά κέρδισε κατά κάποιον τρόπο την ερευνητική δημοσιογραφία. Επίσης, διέκρινα επιρροές από το σινεμά του Κώστα Γαβρά («Ο αγνοούμενος») και του Ιβ Μπουασέ («Ο άνθρωπος από τη Μασσαλία»). Μήπως ήρθε η ώρα να επανέλθει το πολιτικό σινεμά που συμπληρώνει και ενισχύει τη μάχιμη δημοσιογραφία;
Σωστά, άλλωστε το σινεμά είναι μια λαϊκή τέχνη που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και αν προσεγγίσεις σωστά τον κόσμο, τότε θα μπορέσεις να πεις με σαφήνεια την ιστορία σου. Αυτό αποδείχθηκε από την εμπορική απήχηση της ταινίας, που ήδη έχει κόψει 400.000 εισιτήρια στη Γαλλία, ενώ αρχικά δεν ήταν εμφανές ότι ο κόσμος θα έδειχνε ενδιαφέρον για μια πολιτική ταινία. Επίσης, είναι ενδιαφέρον που αναφερθήκατε στον Μπουασέ και στον Γαβρά. Άλλωστε ο Γαβράς ήταν αυτός που παρουσίασε την ταινία στη Σινεματέκ και πριν λίγο καιρό μιλούσαμε για το φιλμ. Βέβαια, υπάρχουν και στο αγγλόφωνο σινεμά ανάλογες ταινίες και σκηνοθέτες, όπως ο Άλαν Τζ. Πάκουλα με τις «Τρεις μέρες του Κόνδορα» ή στην Ιταλία ο Φραντσέσκο Ρόσι («Υπόθεση Ματέι»). Ακολούθησα τη μέθοδο της διακριτικής παρατήρησης των σκηνοθετών που αναφέρατε, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούσαν σκηνές δράσης και εντυπωσιασμού. Η αλήθεια είναι πως οι Αμερικανοί συνέχισαν να κάνουν τέτοιου είδους ταινίες που έπαιρναν θέση ενάντια στην εξουσία, ενώ στην Ευρώπη εν γένει άρχισε να γίνεται δύσκολο, καθώς πολλοί ισχυρίζονταν ότι το κοινό δεν ενδιαφέρεται. Όμως κάθε επιτυχία πολιτικής ταινίας μάς κάνει να αισιοδοξούμε για την ενίσχυση της δημοκρατίας. Όσον αφορά τον συσχετισμό με τη δημοσιογραφία, οι Γάλλοι βουλευτές πρόσφατα ζήτησαν να προβληθεί η ταινία στη γαλλική Εθνοσυνέλευση ώστε να τη δουν και να ενημερωθούν όλοι, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί.

Έχουμε μια γυναίκα που είναι θύμα βιασμού και προσπαθεί να δικαιωθεί, σε μια εποχή πριν το #MeToo που ήταν σαφώς πιο δύσκολο. Ταυτόχρονα έχουμε την ιστορία ενός προστατευόμενου μάρτυρα (whistleblower) που προσπαθεί να βγάλει προς τα έξω τα ένοχα μυστικά. Πώς κρατήσατε ισορροπία ανάμεσα στις δύο άνισες μάχες;
Αυτό το γεγονός συνέβη πριν δέκα χρόνια. Δηλαδή, συνέβη παλιά, αλλά όχι και τόσο παλιά. Ελπίζω μια γυναίκα που θα καταγγείλει έναν βιασμό σήμερα να μην αμφισβητηθεί όπως είχε αμφισβητηθεί η Μορίν τότε. Θέλω να τονίσω πως ακόμη και σήμερα πολλά πρόσωπα και δημοσιογράφοι που είχαν εμπλακεί τότε, ανάμεσά τους και ορισμένοι της Liberation, εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι δεν είναι βέβαιοι. Το θεωρώ αδιανόητο εφόσον υπάρχει και η μαρτυρία της δεύτερης γυναίκας που υπέστη το ίδιο πράγμα. Μια εγκληματική πράξη στις ίδιες συνθήκες μαρτυρά πως αυτή είναι μια μέθοδος τιμωρητική για τους μάρτυρες. Η δεύτερη γυναίκα κατέθεσε και ένορκα, και αυτό θα πρέπει να προβληματίσει όσους αμφιβάλλουν ακόμη. Επιπλέον, πέραν της διάστασης της σεξιστικής βίας, υπάρχει και μια ταξική διάσταση στο θέμα. Αυτό που της συνέβη οφειλόταν και στο ότι δεν ανήκε στην ίδια τάξη με τα στελέχη και τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόταν και συναναστρεφόταν. Η ίδια, εσφαλμένα λόγω της θέσης της, θεωρούσε ότι προστατευόταν, ωστόσο δεν ανήκε στην ίδια κάστα με τους πολιτικούς, τους βιομηχάνους και τους ανθρώπους εξουσίας. Θεωρώ ότι, παρά την πρόοδο σε θέματα σεξισμού, η ταξική διάσταση στη βία κατά των γυναικών δεν έχει εκλείψει.
Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία όπου όταν η ηρωίδα ξυπνάει στο νοσοκομείο μετά τον βιασμό, πάει στον καθρέφτη και βάζει κόκκινο κραγιόν. Έχει μια αμφισημία αυτή η σκηνή. Κάνει τον θεατή να αναρωτιέται αν είναι ασταθής ή αν πρόκειται για μια φεμινιστική δήλωση. Ήταν κάτι που έκανε πραγματικά η Κίρνι ή το προσθέσατε εσείς;
Όχι, ήταν αμιγώς δική μου ιδέα γιατί ήθελα να προκαλέσω στον θεατή αμηχανία. Στην πραγματικότητα, η Μορίν έκανε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή μου είπε ότι για έναν χρόνο δεν μπορούσε να βάλει κραγιόν. Χρειάστηκε βοήθεια για να το καταφέρει ξανά. Το κραγιόν είχε μεγάλη σημασία για εκείνη, μαζί με άλλα αντικείμενα και αξεσουάρ, όπως τα σκουλαρίκια και τα γυαλιά, που αποτελούσαν ένα είδος πανοπλίας ώστε να είναι ισχυρή στον ρόλο της ως γυναίκα και συνδικαλίστρια. Έτσι, λοιπόν, ανέστρεψα αυτό που μου είπε και την έκανα να ενδύεται την πανοπλία της, δημιουργώντας ταυτόχρονα και μια αμφιβολία στον θεατή με μια ανώδυνη κίνηση που δεν έχει τίποτα μεμπτό, μια κίνηση που δεν θα πρέπει να της αποδίδουμε μεγαλύτερη σημασία, όμως το βλέμμα του θεατή, ιδίως το ανδρικό, αρχίζει και υποπτεύεται. Η ίδια η Ιζαμπέλ Ιπέρ βρήκε ενδιαφέρουσα αυτή την προσθήκη.
Τι μας λέει η Ιζαμπέλ Ιπέρ όταν μας κοιτάει στο τελευταίο πλάνο της ταινίας;
Είναι ένα δυνατό βλέμμα προς όσους αμφιβάλλουν και αμφέβαλλαν ώστε να επωμιστούν τις συνέπειες. Μπορεί πια να μας κοιτάζει κατάματα και ουσιαστικά η Ιζαμπέλ Ιπέρ, μας θέτει προ των ευθυνών μας.