Το «Αν ξυπνήσω πριν πεθάνω» είναι το τελευταίο κεφάλαιο ενός, μακράς διαρκείας, μουσικού κειμένου. Το έγραψα τώρα όχι γιατί σκόπευα αυτή να είναι η τελευταία μου δουλειά, αλλά για λόγους βασικής πρόνοιας: το μουσικό αυτό κείμενο να μην διατρέξει τον κίνδυνο να αιφνιδιαστεί και παραμείνει ημιτελές. Ό,τι γραφτεί από δω και πέρα στο πλαίσιο αυτού του «μυθιστορήματος» θα αποτελεί μέρος του, αλλά ως προγενέστερό του κεφάλαιο.
Οσο εξελίσσεται ένα έργο οφείλει να βλέπει τον εαυτό του σαν να συντελείται μετά τον θάνατο του δημιουργού του, από τη σκοπιά κάποιου που κοιτάζει μετά τον θάνατό του. Τίποτα το σκοτεινό ή πεισιθανάτιο σ’ αυτό. Πρόκειται για πράξη χαρούμενη, της ζωής, που θέλει με τη σειρά της να δει τον εαυτό της μετά το πέρας της προκειμένου να μπορέσει να ολοκληρωθεί. Υπό την ελάχιστη προϋπόθεση πως ό,τι συμβαίνει είναι επί του εδάφους της πραγματικότητας. Το «Αν ξυπνήσω πριν πεθάνω», λοιπόν, ως καταληκτική δουλειά θέτει στον πυρήνα της θεματικής του αυτή την οριακή συνθήκη. Να ζεις σαν να κοιτάς, μετά τον θάνατό σου, τη ζωή σου προς τα πίσω. Μόνο έτσι μπορείς να διακρίνεις το εύρος της πραγματικότητας και να αντιληφθείς τη φαινομενολογία των αντιφάσεων.
Η πραγματικότητα αποκτά τότε τα χαρακτηριστικά της ρευστής ύλης των ονείρων και αυτό είναι το μυστικό κλειδί για να φτάσεις στην ουσία της. Η πραγματικότητα είναι ο ίδιος «απόμακρος» τόπος που ανακαλεί στη μνήμη το «Εκεί όπου τίποτα δεν χάνεται» και ο ίδιος που αντιλαμβάνεται, μετά τον θάνατό του, «Το γαλήνιο όνειρο του Έιχαμπ». Όλα δηλαδή είναι εδώ, δίπλα και μέσα, αλλά η πραγματικότητα αρέσκεται στο να προτάσσει την τραχιά της όψη.
Τα πιο τραχιά πράγματα, όμως, συχνά, για να υποχωρήσουν, χρειάζονται απλώς το πιο φίνο άγγιγμα. Δεν υπάρχει κάτι μόνο γιατί αδυνατούμε να το δούμε. Το σκληρό όριο της πραγματικότητας, λοιπόν, είναι υπόθεση βλέμματος. Είναι το ίδιο όριο που υποδήλωνε παλιότερα «Η θερμότητα των πραγμάτων», η θερμότητα που συσσωρεύει στο κέντρο της η ύπαρξη μέχρι να φτάσει στο σημείο τήξης της πραγματικότητας. Και αυτή η σπουδή θανάτου είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος για να μπορείς να ισχυρίζεσαι πως ζεις. Στη σύνθεση «Στην έσχατη νύχτα», πάνω σε ένα ποίημα του Ουνγκαρέτι, ο ήρωας ζει συμπυκνωμένη τη ζωή του από το σούρουπο μέχρι αργά τη νύχτα παρακολουθώντας μια έκρηξη που δεν έγινε, ενώ ξέρει ότι δεν μπορεί παρά να έχει συμβεί. Αυτό είναι το δικό του σημείο τήξης της πραγματικότητας, καθώς η θερμότητα της ακυρωμένης έκρηξης αποκτά πολλαπλάσια ύπαρξη σηματοδοτώντας το νόημα όλων των εκρήξεων που έγιναν, αλλά δεν ήταν εκεί για να τις ζήσει ή ήταν εκεί, αλλά δεν μπόρεσε να τις αντιληφθεί. Η πραγματικότητα, λοιπόν, είναι το ίχνος που αφήνει, αλλά το ίχνος αυτό δεν είναι ποτέ κάτι αυτονόητο, καθώς εναπόκειται σε μας η ερμηνεία του.
* Ο Μανώλης Γαλιάτσος είναι Έλληνας τραγουδοποιός, ενορχηστρωτής και τραγουδιστής
Εντγκαρ Άλαν Πόε: Όνειρο μέσα σ’ όνειρο
Το υστερνό μου φίλημα στο μέτωπό σου πάρε!
Και άφησέ μου, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω,
Αλήθεια λες σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
Χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό;
Μ’ αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα,
Και την εσκέπασε βουνό της δυστυχίας μεγάλο,
Σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο, καλή μου,
Αφού η ζωή ’ναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ’ άλλο;
Στέκομαι σ’ άγρια ακρογιαλιά που δέρνει την το κύμα
Κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά-σφιχτά κρατάω
Τι λίγοι! Και πώς φεύγουνε απ’ τα κλειστά μου χέρια
Ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω…
Θεέ μου! Ειν’ αδύνατο να σώσω μόνο ένα
Από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είν’ όλα όσα βλέπουμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο
Ενα όνειρο ατέλειωτο, κρυμμένο μέσα σ’ άλλο;
* Το ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε «Όνειρο μέσα σ’ όνειρο» σε μετάφραση Κώστα Ουράνη, που μελοποίησε, μεταξύ άλλων, ο Μανώλης Γαλιάτσος και περιλαμβάνεται στην καινούργια του δουλειά με τον τίτλο «Αν ξυπνήσω πριν πεθάνω»
