To «Moby Dick» πριν από όλα ήταν ένα προσωπικό στοίχημα, με τον ίδιο τον εαυτό του δηλαδή, για τον καταξιωμένο συνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου. Το να μετατραπεί το ογκωδέστατο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ σε έμμετρο λιμπρέτο θα ήταν δυσθεώρητη πρόκληση ακόμα και για κάποιον/α που αντικείμενο του/της είναι η γραφή, πόσο μάλλον για έναν μουσικό ο οποίος επιχειρούσε κάτι τέτοιο για πρώτη φορά. Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου το τόλμησε γιατί αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να γράψει στη συνέχεια την μουσική η οποία δημιούργησε το ομότιτλο musical που τόσο επιθυμούσε να κάνει και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε.
Όμως το «Moby Dick» ήταν από τις πρώτες παραστάσεις που πλήχθηκαν από την πανδημία καθώς το λοκντάουν την άνοιξη του ’20 ανάγκασε και το «Παλλάς» να διακόψει την λειτουργεία του λίγο μετά από την πρεμιέρα του. Περίπου δύο χρόνια όμως αργότερα επανήλθε, σε σκηνοθεσία φυσικά και πάλι του Γιάννη Κακλέα και με τον ίδιο θίασο, στο «Christmas Theater» όπου συνεχίζει να παίζεται με επιτυχία.
Ο εξαίρετος τενόρος Μπάμπης Βελισσάριος έχει τον πολύ δύσκολο και απαιτητικό πρωταγωνιστικό ρόλο του Κάπτεν Αχαάβν και ομολογουμένως είναι αδύνατο να μην εντυπωσιαστείς όχι μόνον από το επίπεδο της ερμηνείας του αλλά και το πόσο πολύ βαθιά και ουσιαστικά έχει μελετήσει και κατανοήσει τον χαρακτήρα που ενσαρκώνει Συνομιλήσαμε μαζί του για τις προκλήσεις γενικά του musical και πιο συγκεκριμένα του «Moby Dick» και το τι σημαίνει για έναν λυρικό ερμηνευτή το να μην έχει κάθε φορά να αναμετρηθεί μόνο με τραγούδια αλλά και με ρόλους που καθένας έχει την δική του ψυχοσύνθεση.
Ποιες είναι καταρχήν οι διαφορές στον τρόπο που προσεγγίζει ένας λυρικός ερμηνευτής μια όπερα και ένα musical;
Υπάρχει ανυπερθέτως μία εκλεκτική συγγένεια μεταξύ των δύο ιδιωμάτων. Θεωρητικά τουλάχιστον η μετάβαση από το λυρικό τραγούδι στο μιούζικαλ ίσως είναι φωνητικά απλούστερο να επιτευχθεί από έναν λυρικό ερμηνευτή. Όμως στο μιούζικαλ υπάρχει και η παράμετρος πρόζα. Στην περίπτωση του «Moby Dick» οι απαιτήσεις του έργου είναι διαφορετικές όπως θα ανακαλύψει όποιος παρακολουθήσει την παράσταση, είναι κάτι παραπάνω από μιούζικαλ.
Είναι διαφορετική και η τοποθέτηση της φωνής στη μια περίπτωση και την άλλη ή όχι;
Η φωνή έχει πλαστικότητα και, όπως συμβαίνει με την ομιλία, αλλιώς θα πεις «καλώς τα μάτια μου τα δυο», αλλιώς «σ’ αγαπώ» και αλλιώς θα διαπληκτιστείς όταν χρειαστεί, με διαφορετική έκφραση, μελωδικότητα και ένταση. Το τραγούδι, όπως η ζωή, μας ζητάει να είμαστε ευέλικτοι και φυσικοί. Αυτός εξάλλου είναι ο λόγος που δεν αρνήθηκα μέχρι τώρα κάποια διαμετρικά αντίθετη προς την προηγούμενη πρόκληση όταν μου προσφέρθηκε. Ο ρόλος παίρνει πάντα το μπόι που θα του δώσεις.
Ποιες θα έλεγες ότι είναι οι κύριες διαφορές του «Moby Dick» από άλλα musicals που έχεις συμμετάσχει ή και απλά παρακολουθήσει, από πλευράς μουσικής αλλά και λιμπρέτου, ακόμα και σκηνοθεσίας;
Αυτό που διακρίνει το συγκεκριμένο μιούζικαλ είναι δύο ηρωικές πράξεις που τις χωρίζουν εκατόν πενήντα χρόνια. Η μία ηρωική πράξη τελείται από μία ομάδα ανθρώπων που ακολουθούν τη σκληρή ειμαρμένη τους χρησιμοποιούμενοι ως αθύρματα ενός μονομανούς δεισιδαίμονα (Αχαάβ) τις μοίρες των οποίων κινεί η φαντασία ενός γίγαντα συγγραφέα (Χέρμαν Μέλβιλ). Σήμερα μία άλλη πράξη, ανακόλουθη προς τον ρου της εποχής, εμφανίζεται (στα μάτια μου) ως ηρωική και ουσιαστικής αντίστασης, το ανέβασμα αυτού του μεγαθηρίου που ονομάζεται «Moby Dick» από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου που και εκείνος συγκροτεί (ενάμιση αιώνα αργότερα) την ίδια ομάδα για να αποδώσει με απλοχεριά φόρο τιμής στο μεγαλειώδες έργο. Δεν μπορεί κανείς να μην υποκλιθεί σε αυτό, το είπε και το έκανε. Να λοιπόν ποια είναι η διαφορά…ο Δημήτρης.

Ποιες ήταν οι απαιτήσεις αλλά και οι προκλήσεις συνολικά για τον θίασο σε σχέση με άλλες παραγωγές στις οποίες έχεις λάβει μέρος;
Τον γνώμονα των απαιτήσεων ενός έργο τον κρατάει στο χέρι του ο δημιουργός. Πώς θα μπορούσε να σταθεί κάποιος από όλους εμάς τους συμμετέχοντες χαμηλότερα από τη λαχτάρα και το όραμα του ανθρώπου που το δημιούργησε; Πίστεψε σε καθέναν από εμάς του θιάσου και αυτό δημιούργησε αμοιβαίο σεβασμό και δέσιμο στην ομάδα μας, κάτι που ως τώρα δεν το είχα βρει σε άλλες παραγωγές. Σε κάθε περίσταση που μου επιφύλαξε η μέχρι τώρα μαγική ζωή μου έχω αποφασίσει να ενισχύω αυτούς που βοηθούν τον εαυτό τους. Ως προς το συγκεκριμένο έργο το επίπεδο του αυτοσεβασμού βρίσκεται σε τέτοιο ύψος που χρειάζεσαι ανεμόσκαλα για να συναντηθείς στο ίδιο ύψος με τον δημιουργό του.
Και ποιες ήταν αντίστοιχα οι απαιτήσεις και οι προκλήσεις του ρόλου σου, πρώτα μουσικά, μετά καθαρά ερμηνευτικά και τέλος υποκριτικά;
Είναι αρκετά δύσκολο να υποδύεσαι το ανήμερο μπουρίνι όταν στην ουσία είσαι μασκαρεμένο μελτεμάκι. Χρειάστηκε πολλή δουλειά αλλά ήταν μεγάλη πρόκληση για εμένα την οποία και αποδέχθηκα φτάνοντας τα όριά μου καθώς ένας τόσο δυνατός ρόλος ξεπερνά τα κεκτημένα μου και με εξιτάρει το να φτάνω πιο ψηλά καλλιτεχνικά.
Σε φόβισε ή έστω σε ξάφνιασε το πρωτοποριακό για την Ελλάδα μέγεθος αλλά και σημασία της τεχνολογίας στην παράσταση;
Η πρωτοπορία οφείλει να διακατέχεται από απόλυτο σεβασμό σε μία κεντρική αλήθεια, ότι ο αιώνας των ανθρώπων υπήρξε ανέκαθεν μόνο ένας. Όπως ο άνθρωπος δεν γίνεται ψηλότερος καβάλα στο άρμα της τεχνολογίας έτσι και ο Μόμπι Ντικ, ως θηρίο, δεν έχει επίσης κάποιο εξελικτικό αβαντάζ. Αυτό ωστόσο που άλλαξε με τα χρόνια, είναι η αποτελεσματικότητα στα μέσα εξόντωσης της φάλαινας. Η αλήθεια είναι πως τα εφέ και τα γραφικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι πρωτοποριακά για τα ελληνικά δεδομένα. Αν και μόνον επί της ουσίας θα έπρεπε να κριθεί η αξία της παράστασης οφείλει κανείς να ομολογήσει πως τα υλικοτεχνικά πλεονεκτήματα του εικοστού πρώτου αιώνα προσδίδουν μια διαφορετικότητα στην σκηνοθεσία.
Πώς θα χαρακτήριζες από καθαρά μουσικής πλευράς το «Moby Dick»;
Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου πρωτοπόρησε μεταφέροντας το μεγάλο (σε ποιότητα και όγκο) συγγραφικό έργο του Μέλβιλ σε νότες, ακολούθησε μία ξεχασμένη από καιρό διαδρομή αλλά ίσως και την πιο ενδεδειγμένη. Μπήκε στον κόπο να διαβάσει τις σχεδόν χίλιες σελίδες του «Moby Dick» πολλαπλώς και να αφήσει το νόημα να τον διαπεράσει. Αναμφισβήτητα θαύμασε πολύ το βιβλίο αυτό, φανατίστηκε μαζί του και το αποτέλεσμα το αποδεικνύει περίτρανα. Η μουσική του περιέχει σπαράγματα και αναμνήσεις του συνολικού συνθετικού έργου του, ρυθμικές αγωγές από όλο το ελληνικό τραγουδιστικό φάσμα αλλά και, πάνω απ’ όλα, συμφωνικές αναδύσεις από τη φαρέτρα της πολυετούς προσωπικής του μουσικής μελέτης και γνώσης.
Τι είναι για εσένα το πρόσωπο του ρόλου σου, ο Κάπτεν Αχαάβ; Αλλά και τι θα έλεγες ότι συμβολίζει, τόσο στο βιβλίο όσο και στην παράσταση;
Αν αυτή την ερώτηση μου την έκανε ένα παιδί βγαίνοντας σοκαρισμένο απ’ την παράσταση θα του απαντούσα υπάρχει μία αλλόκοτη νομοτέλεια που βάζει τους πιο καλούς ανθρώπους να παίζουν το αντίθετό τους. Τον καπετάνιο του ρόλου μου τον παρουσιάζει ο Μέλβιλ ως παράδειγμα προς μη μίμηση και γι’ αυτό τον τοποθετεί στη θέση του κεντρικού χαρακτήρα και τον περνάει μέσα από τις συμπληγάδες ετοιμάζοντάς τον για τη μοίρα όλων των κακών του κόσμου. Να μας προειδοποιήσει θέλει ο Μέλβιλ…
Υπήρξε κάποιο στοιχείο που σε δυσκόλεψε περισσότερο στο να τον προσεγγίσεις και να τον υποδυθείς;
Όπως προανέφερα η ιδιοσυστασία της προσωπικότητας που υποδύομαι καταστρατηγεί τη δική μου ψύχραιμη αξιακή θεώρηση των πραγμάτων. Ο Αχαάβ νοηματοδοτεί τη ζωή του μέσα από μία δεισιδαιμονικά εκδικητική καταδίωξη μίας σκιάς την οποία υψώνει για να καταξιωθεί. Αυτή είναι η δική του Ιθάκη. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται λοιπόν προ(σ)καλεί τον θάνατο για να λυτρωθεί από την συνειδητοποίηση της μηδαμινότητας του οράματός του και αυτός έρχεται - όπως πάντα - την σωστή στιγμή.
Τι θεωρείς ότι έχεις κερδίσει ως λυρικός ερμηνευτής από την συμμετοχή σου σε αυτή την παράσταση, πέρα βέβαια από την όμορφη εμπειρία;
Χρήματα (γέλια). Αυτή η μοναδική εμπειρία μου έδωσε την χαρά αλλά και την μοναδική ικανοποίηση ότι κατάφερα να ξεπεράσω τα στερεότυπα και να πραγματοποιήσω άλλο ένα όνειρό μου όντας παράλληλα μέλος μιας πολυάριθμης ομάδας πολύ αξιόλογων συναδέλφων η οποία λειτουργεί πια με δυνατούς δεσμούς και αλληλοσεβασμό.
Και αντίστοιχα τι πιστεύεις ότι κέρδισε το ελληνικό θέατρο, κυρίως το μουσικό αλλά και συνολικά, από αυτήν;
Το ελληνικό θέατρο δεν κέρδισε κάτι, πιο πολύ έχασε. Ξέρεις τι έχασε; Το άλλοθι της προχειρότητας. Ο πήχης ανέβηκε ψηλά πλέον. Η παράσταση αυτή θα μείνει στην Ιστορία του ελληνικού θεάματος ως σημείο αναφοράς και σύγκρισης. Στο μέλλον θα ρωτάνε, «από το ένα ως το «Moby Dick» τι βαθμό βάζεις;»!
Ο ενθουσιασμός του Μπάμπη Βελισσάριου για αυτό το σκέλος είναι απόλυτα δικαιολογημένος καθώς αν παρακολουθήσεις την παράσταση (και ανεξάρτητα από την συνολική γνώμη σου για αυτήν) δεν μπορείς να μην θαυμάσεις την πολύ υψηλή αισθητική της και τον βαθμό αρτιότητας του συνολικού επιπέδου της παραγωγής της.