Συναντηθήκαμε με τον Ορφέα Αυγουστίδη σε έναν πεζόδρομο κάπου στο Μεταξουργείο, κοντά στο σπίτι του και κοντά στο Θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου», όπου πρωταγωνιστεί στον μονόλογο «Η Μηχανή του Τούρινγκ», σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και μουσική Μαρίζας Ρίζου. Την κουβέντα μας διέκοπταν ευχάριστα περαστικοί που τον αναγνώριζαν και τον χαιρετούσαν εγκάρδια κι εκείνος χαμογελούσε αβίαστα και αυθόρμητα σε όλους. Χειμαρρώδης και καταιγιστικός, μας μίλησε για τον «Σασμό» και την τηλεοπτική αυτή επιτυχία, μας χάρισε λεπτομέρειες για το πώς γεννήθηκε η παράσταση, ενώ «χτένισε» με τις λέξεις του και ό,τι τον απασχολεί από την επικαιρότητα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αλλάξει τον τρόπο που εκφέρει πια τη λέξη «πόλεμος» πάνω στη σκηνή, δεν θέλει να τον ρωτάνε άλλο για το MeΤoo, ενώ μας εξήγησε και γιατί περιμένει το καλοκαίρι για να ξεκουραστεί και να απολαύσει τον γιο του που μεγαλώνει. Αυτός είναι ο Ορφέας Αυγουστίδης.
Στο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου ανεβαίνει «Η Μηχανή του Τούρινγκ». Πώς προέκυψε αυτή η παράσταση;
Αυτή η παράσταση είναι ένα όνειρο το οποίο δεν είναι πολύ μακρινό. Ξεκίνησε από τον Μιχάλη Αδάμ, που δεν είναι πια μαζί μας. Έφυγε πέρυσι και αφιερώνουμε την παράσταση σ’ αυτόν, γιατί έφυγε νωρίς και άδικα. Ήταν μια δική του ιδέα αρχικά. Γνώριζα για τον Τούρινγκ, διάβασα το έργο όταν μου πρότειναν αυτή τη δουλειά, αλλά ακόμα δεν μου «έσκαγε» το ίδιο το έργο. Γιατί με τον τρόπο που ανέβηκε στο Παρίσι κάνοντας αυτή τη μεγάλη επιτυχία ένιωθα ότι δεν με αφορά πάρα πολύ. Αλλά ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είχε αυτή την ιδέα: να μετατρέψουμε αυτό το έργο με τους χαρακτήρες και τις στιγμές της ζωής του σε έναν εσωτερικό μονόλογο, σε μια στιγμή που αυτός επανέρχεται στις μνήμες και τις βιώνει σε μια άλλη χρονική στιγμή, η οποία δεν ορίζεται από το αρχικό έργο.
Το ότι αυτός δηλαδή βρίσκεται σπίτι του λίγο πριν πάρει αυτή τη μεγάλη απόφαση και βρίσκεται αντιμέτωπος με αυτές τις μνήμες και ηχογραφεί τις σκέψεις του κι από κει ξεκινάει αυτή η διαδρομή που βλέπουμε στην παράσταση είναι εντελώς αυθαίρετο και εντελώς δικό μας. Αυτό με έβαλε και ονειρεύτηκα. Εκεί άρχισα να ονειρεύομαι αυτό που κάνουμε τώρα, να ονειρεύομαι τους τρόπους που μπορείς να τον εκφράσεις, το πως μπορεί το θέατρο και ένα μέρος της γλώσσας του να μεγεθύνει αυτό που βιώνει εκείνος τις στιγμές που επαναφέρει τις μνήμες του. Σιγά-σιγά μέσα σε ενάμιση χρόνο ήρθαμε εδώ. Είναι μια από τις πιο ωραίες συνεργασίες που έχω να θυμάμαι στη ζωή μου. Με τον Οδυσσέα επικοινωνήσαμε και συντονιστήκαμε απόλυτα. Αυτό που ήθελε εκείνος να ψάξει ήταν και αυτό που ήθελα εγώ να ψάξω. Έφερνε πράγματα και έφερνα άλλα τόσα, του έδινα, μου έδινε και γι’ αυτόν τον λόγο όσο η παράσταση είναι ο Οδυσσέας άλλο τόσο είμαι και εγώ.

Είναι ένας μονόλογος. Πώς είναι να είσαι μόνος πάνω στη σκηνή;
Ένας μονόλογος κατ’ αρχάς δεν είναι ένας αναγκαστικός σταθμός στη ζωή ενός ηθοποιού. Δεν είναι μια κορυφή. Είναι μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη το να είσαι μόνος σου, άσχετα αν το πετυχαίνεις ή όχι. Αυτό ξεκινάει από τα καμαρίνια. Στη σκηνή δεν είσαι μόνος ακριβώς. Δηλαδή λείπει το ξάφνιασμα που μπορεί να προκύψει από έναν συνάδελφο και να έρθει κάτι να μετακινήσει κι αν εσύ είσαι διαθέσιμος και ανοιχτός, να σε πάει κάπου αλλού. Παρ’ όλα αυτά, οφείλω κάθε βράδυ να είμαι ανοιχτός για να με μετακινήσω εγώ. Και πρέπει κάθε βράδυ να μπαίνω μέσα σ’ αυτή την παράσταση και αυτή είναι η πρόκληση. Ότι πλέον όλη την ευθύνη αυτής της αθωότητας που πρέπει να βρίσκεις κάθε φορά έτσι κι αλλιώς στο θέατρο την έχω εγώ κάθε βράδυ. Αν δεν το κάνω, φταίω εγώ, κι όταν συμβεί, πάλι είναι δική μου δουλειά.
Ο κόσμος παίζει μεγαλύτερο ρόλο σε μια τέτοια παράσταση;
Και ο κόσμος, βέβαια, με τον τρόπο του «στρίβει» την παράσταση προς διαφορετικές κατευθύνσεις, αλλά εδώ πρέπει να το επιτρέπεις λιγότερο. Γιατί αν μια βραδιά ο κόσμος είναι αλλιώς από αυτό που θα ήθελες, είσαι πάλι μόνος και δεν πρέπει να το ρίξεις ποτέ στον κόσμο. Αν μια βραδιά ο κόσμος δεν κάνει τη σιωπή που θες ή αν κάποιος ξεχάσει ανοιχτό το κινητό του και του επιτρέψεις να «στρίψει» την παράσταση προς μια τέτοια τροπή, πιο εκνευρισμένη, είναι λάθος. Είναι κρίμα και για τους υπόλοιπους. Και επειδή κάποιος δεν δέχεται να κλείσει το κινητό του ποτέ ή να μην κάνει φασαρία ή να μην χαζέψει το Instagram του ενενήντα φορές καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης χωρίς να ξέρει κι αυτός τι κοιτάει, δεν σημαίνει ότι εσύ θα πρέπει να το αφήσεις αυτό. Οπότε υπάρχει και αυτή η μάχη μερικές φορές.

Το έργο αυτό σχετίζεται με το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον πόλεμο στην Oυκρανία τι έχει αλλάξει; Τι έχει συμβεί σε σένα και στο έργο;
Το βασικότερο που έχει συμβεί είναι ότι τώρα όταν λες πια τη λέξη πόλεμος, είναι τελείως διαφορετική η σύνδεση με αυτή τη λέξη. Γιατί ο πόλεμος για κάποιους από εμάς είναι κάτι που συνδεόταν με το παρελθόν, με ιστορικά βιβλία, με ταινίες. Προχθές όμως ήμουν στο γύρισμα και μια συνεργάτις μου έδειχνε βίντεο το σπίτι της λίγο έξω από τη Μαριούπολη, που είναι διαλυμένο. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρουν ακριβώς τι γίνεται. Μάλλον επειδή ξέρουν περισσότερα πράγματα από εμάς, γι’ αυτούς δεν είναι μαύρο-άσπρο. Γι’ αυτούς δεν είναι ο εχθρός και οι καλοί. Γι’ αυτούς υπάρχουν σενάρια. Εμείς ακούμε ότι αυτοί επιτίθενται σ’ αυτούς, ο Δαυίδ και ο Γολιάθ, είμαστε με αυτούς γιατί αυτό μας λέει πάντα το ένστικτο. Γι’ αυτούς που το βιώνουν είναι κάτι διαφορετικό, που έχει και αυτό το ματαιωτικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που τα συνηθίζει όλα. Το συνδέω με τον Τούρινγκ λοιπόν γιατί μου φωτίζεται τώρα περισσότερο που είμαι μέσα σ’ αυτό το πράγμα. Τόσο πιο φυσικό πρέπει να είναι. Είναι ο πόλεμος στη ζωή αυτό που βιώνω τώρα.
Ο Τούρινγκ ήταν ομοφυλόφιλος και αυτή η έμφυλη διάσταση του ήρωα είναι πολύ μπροστά στην παράσταση. Αυτό είναι επιλογή;
Βέβαια. Είναι επιλογή του Οδυσσέα και δική μου. Θέλαμε να ασχοληθούμε με τον άνθρωπο αυτή τη φορά και όχι με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μας ενδιέφερε πάρα πολύ αυτή η απελπισία, η απόγνωση, η μοναξιά και ταυτόχρονα η γενναιότητα που είχε ο ήρωας στο τελείωμά του. Όπως έλεγε και ο Όσκαρ Ουάιλντ, που ήταν λατρεμένος του Τούρινγκ, «ο δειλός το κάνει με ένα φιλί, ο γενναίος με το σπαθί», και πιστεύουμε ότι ο ίδιος έφυγε με πολύ μεγάλη γενναιότητα ακριβώς επειδή ήθελε να ζήσει. Απλώς δεν ήθελε να ζήσει έτσι. Δεν έφυγε επειδή ήθελε να πεθάνει. Κι αυτό θέλαμε να το συναντήσουμε χωρίς να το υπογραμμίσουμε. Και για να το συναντήσουμε, προσπαθήσαμε να πάρουμε οτιδήποτε το συνθέτει και να το αφήσουμε μόνο του. Να μην βγάλουμε το αποτέλεσμα. Να αφήσουμε τα συστατικά εκεί. Και λειτουργεί. Είναι πολύ ενθαρρυντικό για το θέατρο, γιατί δεν τελειώνει ούτε το ψάξιμο ούτε το ξάφνιασμα. Αυτό είναι που με συναρπάζει και με κάνει να θέλω να ψάχνω συνέχεια. Να παραμείνω μέσα σε μια δημιουργική ανασφάλεια. Στο ότι δεν ξέρω τίποτα, άσχετα από το ότι μπορεί να κατακτώ πράγματα μέσα μου.

Παίζεις στον «Σασμό», που είναι η πιο δημοφιλής σειρά τώρα. Πώς το βιώνεις όλο αυτό;
Εγώ το βιώνω σαν μια καθημερινότητα στο γύρισμα. Για μένα είναι δέκα ώρες γύρισμα, λόγια, σκηνές, τρέξιμο, προσπαθώντας να προδίδεις όσο το δυνατόν λιγότερο τις στιγμές, γιατί ο όγκος είναι τεράστιος και ασταμάτητος και τα κύματα απανωτά. Σίγουρα θα πάρεις ανάσα αν είσαι συγκεντρωμένος, σίγουρα θα πιείς και νερό. Δεν μπορείς να το αποφύγεις όλο αυτό για να έχεις τέτοια παραγωγή. Αυτό είναι η διαδικασία και είναι μια τεράστια πρόκληση. Δεν είχα μπει ποτέ ξανά σε τέτοια διαδικασία. Είναι πολύ ωραίο, γιατί έρχεσαι και στη θέση κάποιων ανθρώπων που δεν είχες μπει ποτέ και ενδεχομένως κάποτε να θεωρούσες ότι είναι πιο εύκολο απ’ ό,τι φαίνεται. Πολλές φορές έχει σημασία αυτό που είναι δύσκολο. Είναι δουλειά. Δεν είναι ίδια διαδικασία με το θέατρο, αλλά έχεις την ίδια ιδιότητα. Αυτή είναι η καθημερινότητά μου με τον «Σασμό». Αυτή η μάχη. Η επαφή με τους συναδέλφους, που είναι πολύ ωραία γιατί έχουμε με όλους ωραία σχέση. Η καθημερινότητα με τη μαμά που τη συναντάω στο γύρισμα. Την επιτυχία και το τι συμβαίνει εκεί δεν τα καταλαβαίνω. Γιατί εγώ δεν είμαι τηλεθεατής. Εγώ βλέπω τη δουλειά μου. Για μένα αυτό δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία, ούτε είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι που έχει τόσο μεγάλη επιτυχία. Η επιτυχία δεν έχει τη δύναμη να με αλλάξει. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να με κάνει να χαμογελάσω στον δρόμο όταν με σταματούν. Αυτό έχει πολλή πλάκα, αλλά δεν «γράφει» πάνω μου. Ούτε με θυμώνει. Είναι το τώρα. Τον Ιούλιο δεν θα είναι. Είναι προσωρινό.
Άλλαξες γνώμη για την τηλεόραση;
Όχι. Ακόμα θεωρώ πως δεν είναι η τηλεόραση που φταίει. Είναι το πόσο είμαι διαθέσιμος εγώ να ζω αυτή τη ζωή για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί έχει πολλές απαιτήσεις. Δεν έχει να κάνει με το μέσο. Άσχετα με το ότι έχουν υπάρξει περίοδοι στο παρελθόν που θεωρώ πως η τηλεόραση πρέσβευε μια τρομακτικά χαμηλή αισθητική και την πρότεινε, και μπορεί να το ξανακάνει. Είμαστε ευέλικτοι άνθρωποι να κρίνουμε εκείνη τη στιγμή και όχι με κανόνες και θέσεις απόλυτες για όλη μας τη ζωή. Μπορώ να πω ότι τότε με εξέφραζε και τώρα όχι. Τώρα επιτρέπω στον εαυτό μου να μετακινηθεί. Δεν πρέπει να διδάσκουμε τους άλλους και να λέμε μεγάλες κουβέντες. Ας επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να μετατοπίζονται. Είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο να έχουν αλλάξει οι προτεραιότητές μου, αφού έχω ένα πλάσμα να μεγαλώσω. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάνω τηλεόραση για τα φράγκα.

Ζεις στο κέντρο. Ποια είναι η δική σου Αθήνα;
Ζω στο κέντρο από τότε που γεννήθηκα. Έχω συνηθίσει αυτές τις ομορφιές. Αυτές τις ασχήμιες. Θα μπορούσα να με δω πια μακριά από το κέντρο, αλλά η Γεωργία αντιστέκεται. Όμως δεν μπορώ να αφήσω αυτή τη φασαρία, τη βαβούρα και που όλα είναι δίπλα. Αυτό όμως την ίδια στιγμή είναι κι αυτό που με έχει κουράσει. Αυτή είναι η αλήθεια.
Τι ακολουθεί το επόμενο διάστημα;
Απ’ ό,τι ξέρω, ο «Σασμός» θα συνεχιστεί για δεύτερη χρονιά. Θα στηρίξω τη «Μηχανή του Τούρινγκ», που θα συνεχίσουμε εδώ μέχρι την Κυριακή των Βαΐων κανονικά. Λίγη ξεκούραση μετά, το καλοκαίρι. Έχω λαχτάρα να πάω διακοπές με τον μικρό που μεγαλώνει.
Γιατί δεν θες να σε ρωτάνε για το MeToo;
Γιατί έχω τοποθετηθεί. Η πρώτη μου τοποθέτηση με καλύπτει ακόμα. Δεν υπάρχει λόγος να επαναδιατυπώνω την ίδια θέση. Υπάρχει και είναι κάπου εκεί έξω. Πιστεύω ότι δεν μπορώ να βοηθήσω κανέναν σε σχέση μ’ αυτό. Αυτός που έχει πάθει ό,τι έχει πάθει οφείλει να μιλήσει. Πρέπει να βρίσκει το θάρρος. Πρέπει να βγαίνει μπροστά. Από κει και πέρα, τι να πω εγώ; Γι’ αυτούς; Γι’ αυτά που έχουν πάρει τον δρόμο της Δικαιοσύνης; Για το αν ο δικός μου χώρος είναι σκοτεινός ή όχι; Δεν μπορώ να βοηθήσω σε κάτι. Μπορώ να βοηθήσω με τη στάση μου στη δουλειά. Όπως κάνω πάντα. Δεν έχω μείνει ποτέ σιωπηλός. Δεν έχω μείνει ποτέ μακριά από κάποιον που έχει ανάγκη τη δική μου βοήθεια. Και δεν έχω προτείνει ποτέ σε κάποιον να κάνει τουμπεκί ή να αποδεχθεί σ’ αυτή τη δουλειά την ιεραρχία του στρατού.
Φωτογραφίες για την ΑΥΓΗ Παύλος Παρασκευάς