Το νορβηγικό συγκρότημα Madrugada έχει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με την Ελλάδα. Είναι ίσως το μοναδικό γκρουπ που, μετά τη χώρα του, είναι τόσο πολύ δημοφιλές, κυριολεκτικά αγαπημένο, στη δική μας.
Το κουαρτέτο των Madrugada σχηματίστηκε το 1993 σε μια μικρή πόλη της Νορβηγίας, αλλά η σύνθεση με την οποία το γνωρίσαμε διαμορφώθηκε το 1996. Το 1999 κυκλοφόρησαν τον πρώτο δίσκο τους, που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία στη χώρα τους, ενώ από τον δεύτερο το ίδιο άρχισε να συμβαίνει και στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες τόσο δισκογραφικά όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις τους, με πρώτη και κυριότερη, όπως προαναφέραμε, την Ελλάδα. Η εξαίρετη διαδρομή τους όμως διακόπηκε με τραγικό τρόπο όταν το καλοκαίρι του 2007 ο κιθαρίστας Robert Buras βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, που όμως πιθανότατα σχετίζονταν με ναρκωτικά. Τα εναπομείναντα μέλη, ο τραγουδιστής Sivert Hoyem και ο μπασίστας Frode Jacobsen, ολοκλήρωσαν -σε έναν βαθμό και τιμώντας τη μνήμη του- το έκτο ομώνυμο άλμπουμ τους, το οποίο κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά και μετά την περιοδεία που ακολούθησε οι Madrugada πέρασαν στην Ιστορία, όπως έλεγαν οι ίδιοι.
Έκτοτε ο Sivert Hοyem ακολούθησε μια ακόμα πιο λαμπρή διαδρομή, με αρκετούς δίσκους που τον κατέστησαν πλέον σταρ και εκτός Νορβηγίας, με την Ελλάδα να προηγείται πάντα ως προς τη δημοφιλία του. Παρά όμως τα πολλά καινούργια δικά του τραγούδια, σχεδόν πάντα στις ζωντανές εμφανίσεις του έπαιζε και κάποια των Madrugada.
Ώσπου το 2018 συναντήθηκε ξανά με τον Frode Jacobsen και συζήτησαν για μια περιοδεία των Madrugada το 2019 για να τιμήσουν την επέτειο των είκοσι ετών από το πρώτο άλμπουμ τους, το ιστορικό «Industrial Silence», παίζοντάς το ολόκληρο. Το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή και στην ομάδα προστέθηκε και ο ντράμερ της ιδρυτικής σύνθεσης, ο Jon Lauvland Pettersen, που είχε αποχωρήσει το 2002. Αφού προηγήθηκε η κυκλοφορία ενός και μοναδικού καινούργιου τραγουδιού τους, η περιοδεία πραγματοποιήθηκε και ήταν ένας θρίαμβος, όπως μπορέσαμε να κρίνουμε και εμείς από τη θαυμάσια εμφάνισή τους στην Αθήνα. Δεν υπήρξε όμως συνέχεια και φάνηκε ότι το κεφάλαιο Madrugada έκλεισε και πάλι.
Πιο ώριμο και ουσιώδες
Οι ίδιοι όμως είχαν άλλη γνώμη και το περσινό φθινόπωρο ανακοινώθηκε ξαφνικά ένας νέος δίσκος τους για τις αρχές του 2022. Αφού προηγήθηκαν τέσσερα singles, όλα τους πολύ καλά, το «Chimes At Midnight» ήρθε στα τέλη Ιανουαρίου, δεκατέσσερα χρόνια μετά το τελευταίο άλμπουμ τους και υπό μία έννοια συνεχίζοντας από εκεί όπου είχε σταματήσει εκείνο. Με δύο κιθαρίστες/κιμπορντίστες από την μπάντα του Sivert Hοyem, τους Cato Thomassen και Christer Knutsen, να συμπληρώνουν τα τρία ιδρυτικά μέλη, οι Madrugada κατέθεσαν έναν δίσκο που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς τους, αλλά αναμφίβολα είναι ό,τι πιο ώριμο και ουσιώδες έχουν κάνει έως τώρα. Τα δώδεκα τραγούδια του «Chimes At Midnight» είναι εμπνευσμένα, μελωδικότατα και με το rock τους πιο ατμοσφαιρικό από ποτέ.
Οι στίχοι του Sivert Hοyem είναι όπως πάντα στη συντριπτική πλειονότητά τους ερωτικοί, αλλά όχι με τον συνηθισμένο τρόπο, ακόμα και για τον ίδιο. Το στοιχείο του έρωτα ως παραμυθίας για τα δεινά της ύπαρξης που ανέκαθεν ενυπήρχε στο βάθος τους εδώ είναι όχι απλώς έκδηλο, αλλά εντονότατο, ενώ υπάρχουν και δυο-τρία τραγούδια που -έστω και «μεταμφιεσμένα» σε ερωτικά- μιλούν για τις δυσκολίες, ακόμα και τον πόνο της ζωής.
Όπως ακριβώς το «Industrial Silence» είχε αποτυπώσει όλη την αγωνία, ακόμα και την ανησυχία πριν το millennium. έτσι και το «Chimes At Midnight» έρχεται σε μια άλλη μεταβατική και πολύ χαλεπότερη εποχή για όλο τον πλανήτη, με την πανδημία να συνεχίζεται και τον πόλεμο του Πούτιν εναντίον ενός λαού μόλις να έχει αρχίσει, για να προσφέρει γενναιόδωρα κατανόηση, αλληλεγγύη και υποστήριξη χωρίς ανταλλάγματα, αυτό δηλαδή που σημαίνει η αρχαιοελληνική λέξη παραμυθία. Ελπίζοντας πως μέχρι τότε τα πράγματα στο σύνολό τους θα έχουν βελτιωθεί, δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε ανυπόμονα τη συναυλία τους στην Αθήνα, το Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου, στο Καλλιμάρμαρο.