Ο πιανίστας Jan Lundgren είναι ένας από τους κορυφαίους jazz μουσικούς της Σουηδίας. Το καλοκαίρι του 2020, ο ντράμερ που θα τον συνόδευε στην εμφάνισή του στο jazz φεστιβάλ του οποίου είναι και καλλιτεχνικός διευθυντής δεν θα κατάφερνε -ίσως λόγω πανδημίας- να φτάσει έγκαιρα, με αποτέλεσμα το piano trio του να μην είναι πια... τρίο. Μαζί με τον κοντραμπασίστα του πήραν τότε μια τολμηρή απόφαση, να μην ακυρώσουν την εμφάνισή τους αλλά να συμπληρώσουν τη σύνθεση του τρίο με έναν μουσικό που όμως δεν θα ήταν ντράμερ. Αυτός ήταν ο νεαρός μα άριστος Γάλλος σαξοφωνίστας Emile Parisien, με τον οποίο οι άλλοι δύο έπαιξαν για πρώτη φορά μαζί σ' εκείνη τη συναυλία Το αποτέλεσμα όμως ήταν τόσο καλό ώστε η ηχογράφηση της εμφάνισής τους κυκλοφόρησε πέρυσι σε cd με τίτλο «Into the night». Συνομίλησα με τον Jan Lundgren γι' αυτόν τον πολύ όμορφο, εξαιρετικά μελωδικό αλλά και αρκούντως ανανεωτικό jazz δίσκο, ο οποίος προέκυψε από μιαν «έκτακτη», απρόβλεπτη συγκυρία.
Τι προσθέτει και τι αφαιρεί από ένα σύγχρονο jazz γκρουπ το να μην έχει ντράμερ, κάτι που σε αυτή την περίπτωση θα το μετέτρεπε σε ένα τυπικό, «κανονικό» jazz κουαρτέτο;
Υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες από μελωδικής και αρμονικής πλευράς, από την άλλη όμως λιγότερη έμφαση στον ρυθμό.
Η απουσία ντράμερ προκαλεί κάποια έλλειψη στον ρυθμικό τομέα ή όχι απαραίτητα;
Ο ρυθμός πρέπει να είναι παρών στην μουσική ακόμα και χωρίς ντραμς και οι καλοί μουσικοί έχουν την ικανότητα να το πραγματώνουν αυτό. Ο ντράμερ καθιστά την έμφαση στον ρυθμό πιο έντονη. Όμως ο ρυθμός είναι πολύ σημαντικό στοιχείο τού να παίζεις μαζί με άλλους και αυτό που τελικά έχει σημασία είναι η ποιότητα των μουσικών.
Η σύνθεση και η ηχογράφηση του άλμπουμ επηρεάστηκαν καθόλου από την πανδημία και τις διαδοχικές καραντίνες;
Η πανδημία είναι παρούσα στη ζωή όλων μας τα τελευταία δύο χρόνια. Το να κάνεις μουσική είναι ένας τρόπος για να ονειρεύεσαι / σκέφτεσαι τα όμορφα πράγματα της ζωής. Γι' αυτόν τον λόγο το να είναι ζωντανή η ηχογράφηση ήταν για μένα πολύ σημαντικό, ίσως περισσότερο από ποτέ.
Παρά τον τίτλο, είναι ένας πολύ «φωτεινός» δίσκος. Τι ήθελες λοιπόν να πεις με τον τίτλο, τι ακριβώς σημαίνει για σένα και τι ήθελες να εκφράσεις με το κομμάτι που τον φέρει;
Η συναυλία ξεκίνησε αργά το απόγευμα και όταν τελείωσε είχε πια νυχτώσει. Η νύχτα είναι για μένα χρόνος περισυλλογής, καθώς τότε δεν υπάρχει η ένταση που κατά κανόνα βιώνουμε στη διάρκεια της ημέρας.
Τι σε έκανε να διασκευάσεις, υπό μιαν έννοια, ένα παραδοσιακό τραγούδι της χώρας σου ως εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου;
Συχνά εντάσσω παραδοσιακά σουηδικά τραγούδια στις συναυλίες μου. Αγαπώ πολύ αυτές τις απλές αλλά και δυνατές μελωδίες, που επίσης διέπονται από μια μελαγχολία. Ειδικά για το συγκεκριμένο, ήταν συναρπαστικό να ακούσω το πώς απέδωσε ο Emile Parisien το βασικό θέμα του.
Αν και είναι ένας απολύτως σύγχρονος δίσκος, που μάλιστα κοιτάζει προς τα εμπρός ως προς τη σύνθεση και το παίξιμο, ταυτόχρονα όμως έχει και μια κατά κάποιο τρόπο «παραδοσιακή», σε πολύ προχωρημένη νυχτερινή ώρα, jazz αίσθηση. Ήταν επιδίωξή σου αυτό ή προέκυψε αυθόρμητα;
Το επιδίωξα συνειδητά. Πιστεύω ότι μπορούμε να μάθουμε πάρα πολλά από το παρελθόν, αλλά, την ίδια στιγμή, πρέπει να προσπαθούμε, όσο μπορούμε περισσότερο, να εξελισσόμαστε και να κοιτάζουμε προς τα εμπρός. Η jazz προσφέρει πάρα πολλές δυνατότητες και οφείλουμε να αξιοποιούμε όσες περισσότερες μπορούμε.
Νομίζω ότι υπάρχει ένα παλιό αστείο ανάμεσα στους μουσικούς, που λέει: οι κοντραμπασίστες και οι ντράμερ γράφουν πραγματικά μουσική; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κοντραμπασίστας συνθέτει και με το παραπάνω, έτσι δεν είναι; Πέρα όμως από αυτό, τι θα είχες να πεις για τη συνολική συμβολή τού Lars Danielsson στον δίσκο;
Οι καιροί πραγματικά αλλάζουν και μαζί τους και εμείς. Ο Lars είναι εξαίρετος μουσικός και συνθέτης. Πολλές από τις συνθέσεις του συνδέονται άμεσα με την παραδοσιακή σκανδιναβική μουσική. Οι ισχυρές μελωδίες είναι πολύ σημαντικές για εκείνον και αυτό συνάδει και με τη δική μου προσέγγιση στη μουσική.
Το σοπράνο είναι κατά κάποιο τρόπο το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας των σαξοφώνων, αν το συγκρίνουμε με τα άλτο και τενόρο αδέλφια του. Γιατί λοιπόν στη συγκεκριμένη περίσταση ο Emile Parisien παίζει αυτό και τι πιστεύεις ότι προσθέτει, με ποιο τρόπο αλλάζει τη συνολική προσέγγιση και τον ήχο του τρίο σας;
Πιστεύω ότι κάθε μουσικός είναι πιο σημαντικός από το ίδιο το όργανο που παίζει. Έτσι η προσωπικότητα και η ποιότητα του παιξίματος του Emile φέρνει στο επίκεντρο το σοπράνο σαξόφωνο με θαυμαστό τρόπο. Προσθέτει έναν ξεχωριστό και ανανεωτικό χαρακτήρα στη μουσική μας. Επίσης, καθώς είναι ακόμα σχετικά νέος μουσικός, το παίξιμό του διαθέτει πολύ ενθουσιασμό.
Νομίζω ότι εσύ και ο Emile Parisien συναποτελείτε έναν υπέροχο συνδυασμό, ο τρόπος που παίζει καθένας σας συνδέεται και ταιριάζει πολύ με αυτόν του άλλου. Τι έχεις να πεις λοιπόν για το πώς είναι το να παίζεις και γενικότερα να συνεργάζεσαι μαζί του;
Απλά είμαι ευτυχής για το ότι διέκρινες πως στη συνεργασία μας κάτι «μαγικό» υπάρχει στον αέρα!
Υπάρχει μια περίοδος ή φάση της jazz που σε ελκύει πάρα πολύ, την αγαπάς τόσο ώστε θα ήθελες να ζεις και κυρίως να κάνεις μουσική τότε;
Προφανώς ζω και ανήκω στο παρόν, αλλά θα ήταν πολύ όμορφο αν μπορούσα να βιώσω την εμπειρία της jazz σκηνής της Νέας Υόρκης στις δεκαετίες του ’40 και του ’50, ακόμα και του ’60.
Πες μου τους τρεις πιανίστες που ίσως όχι απαραίτητα σε επηρέασαν τόσο πολύ αλλά σε έκαναν να θέλεις να γίνεις jazz πιανίστας.
Πρώτος από όλους ήταν ο Oscar Peterson και σύντομα προστέθηκαν οι Bill Evans και Bud Powell.
Ούτως ή άλλως είναι ένας ζωντανά ηχογραφημένος δίσκος, θα ήθελες λοιπόν να παίξετε το υλικό του και σε άλλες συναυλίες;
Ναι, ελπίζω ότι θα το κάνουμε. Θα προσπαθήσουμε πραγματικά να βρούμε τον χρόνο γι' αυτό, γιατί το επιθυμούμε πολύ.
Και ποια είναι τα πια άμεσα σχέδιά σου για τη συνέχεια, μετά το «Into the night»;
Απλά το να επανέλθω σε μια φυσιολογική επαγγελματική ζωή όταν επιτέλους η πανδημία θα έχει τελειώσει!
Αγαπώντας και κατέχοντας την jazz όχι ως μουσειακό αντικείμενο αλλά σαν κάτι ζωντανό που εξελίσσεται διαρκώς, ο Jan Lundger σίγουρα θα συνεχίσει να της ανοίγει νέους δρόμους για πολλά ακόμα χρόνια.