Live τώρα    
Δημήτρης Βουτσάς στην «Α» / Ένα βλέμμα στον προσωπικό βυθό μας για να μην χαθούμε στον αφρό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Δημήτρης Βουτσάς στην «Α» / Ένα βλέμμα στον προσωπικό βυθό μας για να μην χαθούμε στον αφρό

ΒΟΥΤΣΑΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ένα CD με τίτλο «Βλέμμα στον βυθό» κυκλοφόρησε λίγο πριν από την εκπνοή του 2021 από τη Μικρή  Άρκτο του Παρασκευά Καρασούλου, αφού παρέμεινε έτοιμο για σχεδόν δύο χρόνια «στο συρτάρι» λόγω της πανδημίας. Είναι ο πρώτος προσωπικός δίσκος του θαυμάσιου νέου ερμηνευτή Δημήτρη Βουτσά, ο οποίος αναδείχθηκε μέσα από τον θεσμό των ακροάσεων της Μικρής  Άρκτου, σε μουσική του Θεσσαλονικέως συνθέτη Μίμη Νικολόπουλου και στίχους της Φωτεινής Λαμπρίδη, εκτός από ένα τραγούδι που το υπογράφει ο Γιάννης Βασιλόπουλος.

Συνομιλήσαμε με τον Δημήτρη Βουτσά γι’ αυτή την αξιολογότατη εργασία, που, αντίθετα με την πολυσυλλεκτικότητα, η οποία έχει γίνει σχεδόν υποχρεωτικός κανόνας στην εποχή μας, ακολουθεί την παλιά καλή παράδοση των δίσκων που ήταν έργο δύο δημιουργών και ενός ερμηνευτή.

Ο καιρός που πέρασε από την Τέταρτη Ακρόαση της Μικρής  Άρκτου σου φάνηκε πολύς; Ανυπομονούσες να φτάσει η στιγμή για τον πρώτο δίσκο σου ή όχι;

Ίσως να φαίνεται αρκετά μακρινό, αλλά δεν με ενδιέφερε απλώς να βγάλω έναν δίσκο. Περισσότερο ανυπομονούσα για το πότε θα συναντούσα τους ανθρώπους με τους οποίους θα ήθελα να κάνω μια ολοκληρωμένη δουλειά και να συστηθώ με αυτή στον κόσμο.

Τόσο πριν από τη συμμετοχή σου στην Τέταρτη Ακρόαση όσο κι ακόμα περισσότερο μετά, όταν άρχισες την επαγγελματική διαδρομή σου, υπάρχουν κάποιοι ερμηνευτές που να είναι υπό μία έννοια πρότυπα για σένα;

Σίγουρα ο Γιώργος Νταλάρας και η Χάρις Αλεξίου αποτελούν πολύ σημαντικά πρότυπα για μένα. Ωστόσο, για την είσοδό μου στη δισκογραφία καθοριστικό ρόλο έπαιξαν ο Παρασκευάς Καρασούλος, η εταιρεία του, η Μικρή  Άρκτος και η Τέταρτη Ακρόαση.

Ποιο είναι το ένα, έστω το πολύ δύο, πιο αγαπημένα σου τραγούδια από τον δίσκο και γιατί;

Δύσκολη ερώτηση, αλλά θα μπορούσα να πω ότι οι στίχοι της Φωτεινής στο «Αρχηγείο» με συγκινούν ιδιαίτερα, όπως και το «Η πόλη σου» του Γιάννη Βασιλόπουλου, που δεν δίστασε να μοιραστεί μαζί μας την αλήθεια του και μου έδωσε ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του. Ευχαριστώ πολύ και τη μία και τον άλλο.

Θεωρείς τον δίσκο μια ενότητα ή απλώς μια σειρά τραγουδιών με κοινά στοιχεία φυσικά στη γραφή, αλλά σε έναν βαθμό και στο περιεχόμενό τους;

Ναι, αλλά όχι με την έννοια μιας αρχής, μέσης και τέλους ή κάποιας συγκεκριμένης αφήγησης. Περιλαμβάνει τραγούδια ερωτικά και κάποια άλλα με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο, που όμως έχουν έναν κοινό παρονομαστή, την ενδοσκόπηση. Αυτό το «βλέμμα» στον προσωπικό μας βυθό που οφείλουμε να ρίχνουμε προκειμένου να μην χαθούμε στον αφρό.

Ποια θα έλεγες ότι είναι τα κυριότερα προτερήματα αντίστοιχα της μουσικής και των στίχων των τραγουδιών του δίσκου, αυτά που σε έκαναν να είσαι απόλυτα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα;

Η Φωτεινή είναι πολύ έμπειρη στιχουργός και έχει μεγάλη αμεσότητα, γίνεται αντιληπτή χωρίς να φλυαρεί. Το τραγούδι του Γιάννη είναι γεμάτο από εικόνες. Ο Μίμης έχει μια απλότητα και τρυφερή μελωδικότητα και ταυτόχρονα μια καθαρότητα, πηγαία και ανεπιτήδευτη, χωρίς καμία διάθεση να εντυπωσιάσει, αλλά μόνο να σε «ταξιδέψει».

Και τα προσεχή σχέδιά σου, άμεσα ή και λίγο πιο μακροπρόθεσμα, αν υπάρχουν και τέτοια;

Τον Δεκέμβριο παρουσιάσαμε τον δίσκο σε μορφή θεατρικής παράστασης στο θέατρο Radar. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν πολύ θερμή και γι’ αυτό θα υπάρξει συνέχεια.  Όμως ανυπομονώ να μοιραστώ ξανά τη σκηνή με τον Μίμη σε μια full band εκδοχή των τραγουδιών μας, όπως έγινε τον Νοέμβριο στη Θεσσαλονίκη, που ήταν και η αφετηρία του ταξιδιού μας.

Ένα ταξίδι που για τον Δημήτρη Βουτσά μόλις άρχισε και όλα δείχνουν ότι θα έχει ακόμα πολλούς όμορφους σταθμούς σε ενδιαφέροντες προορισμούς.

Μίμης Νικολόπουλος: Πρόκληση να βγω από την comfort zone μου

Ο Μίμης Νικολόπουλος, συνθέτης αποκλειστικά ορχηστρικής μουσικής μέχρι τώρα, μας μίλησε για την εμπειρία τού να γράψει για πρώτη φορά τραγούδια και μάλιστα έναν ολοκληρωμένο κύκλο τους.

Πόσο δύσκολο ήταν και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να γράψεις για πρώτη φορά τραγούδια μετά από την ενασχόλησή σου τόσα χρόνια με την ορχηστρική μουσική;

Θα έλεγα ότι από τη στιγμή που βρήκαμε τα κοινά σημεία μας με τον παραγωγό, τη στιχουργό και τον ερμηνευτή, η μουσική βγήκε αβίαστα από μέσα μου. Σχεδόν με πήγαινε μόνη της σε κάποια σημεία. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να βγω από την comfort zone μου και να παίξω σε ξένο γήπεδο.

Ανεξάρτητα από τη θεματολογία καθενός τραγουδιού, ποια θα έλεγες ότι είναι τα κυριότερα στοιχεία της στιχουργίας της Φωτεινής Λαμπρίδη;

Η αμεσότητα, η ευαισθησία και η τολμηρότητα.  Ίσως λόγω και της δημοσιογραφικής ιδιότητας της, η Φωτεινή τολμά να γράψει τραγούδια για τα πάντα.

Συνθετικά ο κόσμος σου αρδεύεται εξίσου από την ευρωπαϊκή κλασική παράδοση όσο και από την ευρύτερη βαλκανική και όχι μόνο την ελληνική, έτσι δεν είναι;

Σίγουρα η ευρύτερη βαλκανική μουσική είναι μία από τις φανερές επιρροές μου. Δεν θα ήθελα να με τοποθετήσω στην ευρωπαϊκή κλασική παράδοση, καθώς έτσι μπορεί να αδικήσω μουσικούς οι οποίοι πραγματικά έχουν εντρυφήσει σ’ αυτή. Θα έλεγα μόνο ότι έχω αντλήσει ιδέες και έμπνευση από μεταγενέστερους Ευρωπαίους δημιουργούς που έζησαν στη Μεσόγειο και την Ιβηρική Χερσόνησο.

Όσον αφορά στα τραγούδια του δίσκου, προσπάθησες να ακολουθούν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, να είναι, για παράδειγμα, περισσότερο «ελληνικά», ή αφέθηκες στην έμπνευσή σου για το καθένα από αυτά; Νομίζω πάντως ότι συνειδητά δεν κινήθηκες σε λαϊκούς δρόμους, οι οποίοι άλλωστε δεν σου ταιριάζουν, τόσο ως ψυχοσύνθεση όσο και ως γραφή, ή κάνω λάθος;

Ούτως ή άλλως, πιστεύω ότι οι συνθέσεις μου δεν ανακαλούν αυτό που εννοούμε συνήθως λέγοντας «ελληνική μουσική», οπότε η κατεύθυνση που ακολούθησα ήταν μάλλον αυτό που έχω μάθει να κάνω. Πράγματι, δεν κινήθηκα σε λαϊκούς δρόμους γιατί νιώθω ότι δεν ξέρω καλά αυτή τη «γλώσσα» για να τη μιλήσω, ενώ από την άλλη, ως ψυχοσύνθεση, νιώθω αρκετά κοντά.

Ενορχηστρωτικά ήθελες να δώσεις ένα συγκεκριμένο στίγμα, περισσότερο ή λιγότερο «πλούσιο» ηχητικά, ή αντιθέτως μέλημά σου ήταν να «αναπνέουν» οι μελωδίες των τραγουδιών και η ερμηνεία τους;

Από την αρχή της δημιουργικής διαδικασίας σκεφτήκαμε μαζί με τη Φωτεινή να φτιάξουμε τραγούδια με λιτές μελωδικές γραμμές δίνοντας έμφαση στον στίχο και αφήνοντας χώρο για τη φωνή του Δημήτρη. Θέλαμε, όπως λέγαμε, να μπορεί κάποιος «να πάρει μια κιθάρα και να τα τραγουδήσει».

Φωτεινή Λαμπρίδη: Πολύ καλή φωνή, με αθωότητα στην ερμηνεία του

Η στιχουργός και δημοσιογράφος Φωτεινή Λαμπρίδη εξηγεί γιατί κατέβηκε στον «βυθό» και τι ανέσυρε από εκεί για τους στίχους αυτών των τραγουδιών.

Αξιοποιώντας τη δημοσιογραφική εμπειρία σου, δώσε μου με μόνο πέντε λέξεις το στιχουργικό στίγμα του δίσκου, ανεξάρτητα από την επιμέρους θεματολογία κάθε τραγουδιού.

Βυθός της μνήμης, της ζωής, του έρωτα, του εαυτού, της στιγμής, των άλλων, της κοινωνίας.

Πώς θα περιέγραφες τον Μίμη Νικολόπουλο ως συνθέτη και πιο συγκεκριμένα την προσέγγισή του σ’ αυτά τα τραγούδια;

Ο Μίμης είναι ένας συνθέτης τρυφερός, ευφάνταστος, λυρικός αλλά και διονυσιακός λόγω των καταβολών του. Στον κύκλο αυτών των τραγουδιών ήταν και γενναίος. Αν και ήταν δοσμένος στην ορχηστρική μουσική όταν κλήθηκε από τον Παρασκευά να ανταποκριθεί στην πρόκληση μιας άλλης φόρμας, του τραγουδιού, μπήκε με φόρα και μας χάρισε σπουδαίες μουσικές και ιδιαίτερους ρυθμούς.

Και αντίστοιχα, πες μας μερικά λόγια για τον Δημήτρη Βουτσά συνολικά ως ερμηνευτή και το πώς απέδωσε τα τραγούδια.

Στον Δημήτρη αγαπώ το ότι, αν και έχει ένα υπέροχο μέταλλο και καλοδουλεμένη φωνή, δεν χάνει την αθωότητα στην ερμηνεία του.  Έτσι ερμήνευσε τα τραγούδια μας, τρυφερά, αθώα και με αγάπη.

Και πώς και γιατί, αλήθεια, αποφάσισες να μας αποκαλυφθείς για πρώτη φορά και ως ερμηνεύτρια στο τελευταίο τραγούδι;

Από καραμπόλα έγινε, δεν το αποφάσισα. Τραγουδούσα παλιά σε μουσικές σκηνές και ρεμπετάδικα, έναν χειμώνα και με τον Σωκράτη Μάλαμα, με τον οποίο γράφουμε τραγούδια μαζί πολλά χρόνια. Το έκανα αρκετά συστηματικά, αλλά χωρίς να με ενδιαφέρει ποτέ να αφιερωθώ σ’ αυτό. Τραγουδάω όμως όλη μέρα, συχνά και όταν γράφω στίχους.

Θυμάμαι, όταν έφυγα από το Έθνος, οι συνάδελφοι από το αστυνομικό και το πολιτικό ρεπορτάζ με πήραν και μου είπαν ότι συνειδητοποίησαν την απουσία μου γιατί έπαψαν να ακούν τραγούδια κάθε ημέρα την ίδια ώρα όταν ανέβαινα τις σκάλες για να πάω στο γραφείο μου.  Έτσι, όταν μου ζήτησε ο Παρασκευάς να μπω στο στούντιο, απλώς μπήκα να κάνω αυτό που κάνω φυσικά, σαν τον αέρα που αναπνέω.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0