Πέθανε την Κυριακή η στιχουργός των παιδικών και νεανικών μας χρόνων Μαριανίνα Κριεζή. Το 1976 έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό με τη «Λιλιπούπολη», τα μπιζέλια που χορεύουν, τις καφέ αρκούδες που παίζουν με έναν μπουφέ στη Θήβα, τη Ροζαλία που έβγαζε βόλτα το γουρουνάκι της, το χρυσαλιφούρφουρο... Η καλλιτεχνική της πορεία είχε αρχίσει πολύ πιο πριν: Μικρή, όπως εξομολογείται, μιλούσε μόνο με ρίμες. Ο πατέρας της αποφάσισε τότε να της βάζει Βάγκνερ και της διάβαζε Μολιέρο. Σήμερα θα την έστελνε σε παιδοψυχολόγο. Δεν ξέρω τι κατάφερε, διότι την κλασική μουσική τη μίσησε!
Οι νεότεροι και οι γατόφιλοι την ξέρουν περισσότερο από τη «Σερενάτα» στον δίσκο του Λάκη Παπαδόπουλου «Περίπου» (1984) και την «Μπατίντα ντε Κόκο» και τα «Ήσυχα βράδια» στο «Τσάι γιασεμιού» (1985) που ερμήνευσε τόσο μοναδικά η Αρλέτα. Πόσο νεότεροι θα μου πείτε, βέβαια;
Η πρώτη της πάντως ολοκληρωμένη δισκογραφική παρουσία ήταν με τη Λένα Πλάτωνος στο «Σαμποτάζ» το 1981 με τους υπέροχους, σχεδόν ακατάληπτους, στίχους και το αισθαντικό ύφος. Πέρα από τον Λάκη και την Αρλέτα, συνεργάστηκε με πάρα πολλούς καλλιτέχνες δίνοντάς μας ένα πλήθος αγαπημένων τραγουδιών.
Οι στίχοι της Κριεζή στη «Λιλιπούπολη» χαρακτηρίζονται από μια τρυφερότητα και παιδικότητα στο ύφος και τις εικόνες, όχι όμως και στα νοήματα. Είναι παιδικά τραγουδάκια που αναγνωρίζουν ότι τα παιδιά δεν είναι ηλίθια. Και ακόμα όταν δεν μπορούν να πιάσουν όλα τα νοήματα (ούτε οι μεγαλύτεροι άλλωστε πιάνουν όλα τα νοήματα) συμμετέχουν στο τραγούδι, ταξιδεύουν στα φαντασμαγορικά τοπία της και προσπαθούν να ενταχθούν στην κοσμογονία της «Λιλιπούπολης».
Αυτό το ύφος παραμένει πάνω-κάτω σε όλο το μετέπειτα έργο της. Η στιχουργός καταπιάνεται με πολλά και διαφορετικά θέματα, τον έρωτα, τη χαρά, την επιθυμία, την κοινωνικότητα, τον φεμινισμό, την ονειροπόληση και τις μικρές χαρές και λύπες της ζωής. Συχνά οι εικόνες που δημιουργεί βρίσκονται σε ένα επίπεδο πέρα από το πραγματικό χωρίς να ανήκουν εντελώς στον χώρο της φαντασίας. Είναι ιδεατές καταστάσεις στις οποίες θέλεις να συμμετέχεις ακόμα και όταν είσαι εντελώς προσγειωμένος στην πραγματικότητα της καθημερινότητας. Και ναι μεν αυτό είναι αναγνωρίσιμο στα γνωστότερα έργα της περιόδου 1981-1986, είναι όμως διακριτό και σε όλο το μετέπειτα έργο της.
«Από πού τηλεφωνάς και αποφεύγεις να με πεις μωρό σου» ακούγεται ως μια απλή φιλονικία ενός ζευγαριού, αλλά η μάλλον αδιάφορη εικόνα μετατρέπεται σε ένα γλυκό μειδίαμα όταν μαθαίνεις πως η δικαιολογία του είναι ότι τον ακούει ο περιπτεράς. Σαφώς παίρνεις το μέρος της κοπελιάς, αλλά δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις ότι ο άλλος είναι ένας θεούλης. Και θυμάσαι αυτόματα το επόμενο τραγούδι της «Ένα λεπτό, περιπτερά» και τον συμπαθείς όλο και περισσότερο τον κακομοίρη (παρ’ όλο που έτσι την πληρώνει η τάξη των περιπτεράδων).

Λυρικός και ανατρεπτικός στίχος
Στον στίχο της κυριαρχεί ένας διάχυτος ερωτισμός. Ακόμα όμως και σε ένα από τα ξεκάθαρα ερωτικά της τραγούδια, το «Κανένας δεν χαϊδεύει σαν εσένα» με την υπέροχη ερμηνεία της Ελένης Δήμου, φαίνεται πόσο προτάσσει το κοινωνικό πάνω από το ατομικό: «Αν χάιδευαν κι οι άλλοι σαν κι εσένα, θα ήτανε παράδεισος η γη». Το φεμινιστικό στιχάκι «και από χορτάτο να ’μαι πτώμα, κάλλιο πεινασμένη αλεπού» δεν περιέχει αισθήματα μίσους: «αν καμιά φορά χαθείς στο δάσος, πέρασε να πιούμε έναν καφέ». Και στο τόσο αισιόδοξο «Σ’ το ’χει πει ποτέ κανείς» καταφέρνει να κάνει ρίμα το «ομορφαίνουνε» με το «παχαίνουνε» προσπαθώντας να φτιάξει τη ψυχολογία μιας απογοητευμένης γυναίκας. Και εδώ οι άντρες (παρ’ όλο που το πιθανότερο είναι ο λόγος της απογοήτευσης) δεν ρίχνονται στο πυρ το εξώτερον: «είναι ανθρωπάκια του Θεού, όπως εμείς». Όσο και να μην συμφωνούμε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ανθρωπάκια του Θεού, δεν μπορούμε ταυτόχρονα να παραγνωρίσουμε την αποτελεσματικότητα του παρηγορητικού της λόγου.
Αυτό όμως που προσωπικά με κάνει να της βγάζω το καπέλο είναι ότι έχει καταφέρει να γράψει ένα δημοφιλές για την εποχή του τραγούδι, τσαχπίνικο και ταξιδιάρικο, μιλώντας για μια γεώτρηση νερού στην έρημο της Αιγύπτου. Στο οποίο μάλιστα συνέδεσε έναν θάνατο με μια ευχάριστη ανάμνηση: «Κάτι ήξερε και ο Φαρούκ, που λες, που πέθανε 202 οκάδες». Η Μαριανίνα Κριεζή πάντως όχι.