Λίγοι δημιουργοί υπηρετούν με τόση σοβαρότητα και συνέπεια το παιδικό τραγούδι όσο ο Κύπριος Γιώργος Χατζηπιερής με τη φημισμένη πια σειρά δίσκων του “Τεμπέλη δράκου”. Η νέα -μετά από άλλες τρεις, συν μία ακόμα με αποκλειστικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια- εργασία του έχει τίτλο «Τα όνειρα του τεμπέλη δράκου», η ομάδα των εκλεκτών ερμηνευτών και ερμηνευτριών που συμμετέχει είναι πιο εντυπωσιακή από κάθε προηγούμενη φορά και οι ενορχηστρώσεις πιο πλούσιες από ποτέ. Συνομιλήσαμε με τον Γιώργο Χατζηπιερή για το πώς είναι το να κάνεις τραγούδια για παιδιά με ευαισθησία, τρυφερότητα και φαντασία, τα οποία όμως τα αντιμετωπίζουν ως εν δυνάμει ενήλικες.
Σε εμπνέει ακόμα το concept του «Τεμπέλη δράκου» ή γίνεται πιο δύσκολο στο πέρασμα του χρόνου;
Ποτέ μου δεν πιέστηκα για να γράψω καινούργια τραγούδια. Έρχονται τα ίδια και μου χτυπούν την πόρτα με παρακάλια του στιλ «ε ψιτ, θα με φτιάξεις κι εμένα;». Έτσι, παρ’ όλο που μετά από κάθε δίσκο του “Τεμπέλη δράκου” λέω «πάει, τέλειωσε, αρκετά», χωρίς να το καταλάβω μαζεύονται τα επόμενα.
Η πανδημία που διαρκεί σχεδόν δύο χρόνια πια και οι καραντίνες είχαν κάποια επίδραση στη δημιουργία των τραγουδιών ή όχι;
Είμαι φύσει αισιόδοξος και δημιουργικός και έβαλα στόχο να μην αφήσω τον χρόνο να πάει χαμένος. Η σύνθεση των τραγουδιών και η διαδικασία παραγωγής υπήρξε αντίβαρο στο δυστοπικό κλίμα των ημερών. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι ο δίσκος είναι πολύ φωτεινός, γεμάτος ενέργεια και θετική αύρα.
Είναι ο πιο πλουραλιστικός, τόσο από πλευράς στιχουργικής θεματολογίας όσο και μουσικά, δίσκος μέχρι τώρα ή κάνω λάθος; Αν ναι, αυτό προέκυψε αυθόρμητα ή το επιδίωξες;
Εχεις δίκιο, δεν το είχα σκεφτεί προηγουμένως. Σίγουρα δεν ήταν προσχεδιασμένο. Μάλλον είναι αποτέλεσμα της εμμονής μου να μην επαναλαμβάνομαι, οπότε μετά από πενήντα τραγούδια, βρήκα νέο έδαφος σε μακρινές χώρες, ζούγκλες, τρελά πιάνα και διάφορα άλλα.
Επίσης η θεματολογία τουλάχιστον κάποιων τραγουδιών είναι λίγο πιο σοβαρή, «ενήλικη» ίσως ή είναι η ιδέα μου;
Κάτω από την ομπρέλα του «παιδικού» έχω βάλει σε όλους τους δίσκους μου τραγούδια που εκφράζουν την ενήλικη πραγματικότητά μου. Τουλάχιστον τα μισά κάθε δίσκου θα μπορούσαν να περιληφθούν και σε «ενήλικες» εργασίες. Νομίζω ότι και σ’ αυτόν διατηρείται περίπου η ίδια αναλογία.
Ενορχηστρωτικά και γενικότερα ηχητικά θα έλεγα ότι πρόκειται σχεδόν για... υπερπαραγωγή σε σχέση με το πολύ πιο απλό και λιτό ύφος των προηγούμενων δίσκων. Ήταν συνειδητή επιλογή, με την ανάθεση της ενορχήστρωσης στον Μάριο Τακούση, να υπάρχουν τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όργανα;
Σ’ αυτόν τον δίσκο είχαμε τον χρόνο να δουλέψουμε τις ενορχηστρώσεις εξαντλητικά και να δώσουμε στο κάθε τραγούδι τη δική του προσωπικότητα χωρίς εκπτώσεις. Γι’ αυτό και προέκυψε κάποια πληθωρικότητα, χωρίς ποτέ να χάνεται το μέτρο που είναι χαρακτηριστικό στις δουλειές του Μάριου Τακούση.
Για άλλη μια φορά χρησιμοποιείς παιδική χορωδία και μάλιστα η παρουσία της είναι πιο έντονη από τις προηγούμενες φορές. Με ποιο κριτήριο επέλεξες τη συγκεκριμένη;
Είναι δύο χορωδίες οι οποίες φτιάχτηκαν ειδικά γι’ αυτόν τον δίσκο, αφού τα μέτρα για την πανδημία έκαναν σχεδόν αδύνατο το να φέρουμε κανονική χορωδία στο στούντιο. Η πρώτη είναι από παιδιά δημοτικού σχολείου της Κύπρου και η άλλη από παιδιά φίλων και συγγενών. Σκοπός δεν ήταν η απόλυτη ορθοφωνία, αλλά το να αποτυπώνονται παιδική θετικότητα και ενθουσιασμός, κάτι το οποίο πιστεύω ότι καταφέραμε.
Η επιλογή των ερμηνευτών/τριών έγινε μόνο από ερμηνευτικής-μουσικής πλευράς ή σε κάποιες περιπτώσεις ήθελες και να ταιριάζει κάπως η προσωπικότητά τους με το τραγούδι που ερμηνεύουν;
Κυριαρχεί πάντα η ερμηνευτική/μουσική πλευρά. Πριν την επιλογή ακούμε το τραγούδι πολλές φορές μέχρι που να διαλέξει το ίδιο το/την ερμηνευτή/τριά του. Όχι σπάνια, και με ανατροπές και εκπλήξεις όπως, π.χ., όταν βάλαμε τη Σοφία Παπάζογλου, που είναι λαϊκή ερμηνεύτρια, να τραγουδήσει το τραγούδι «Ο Παγωτατζής» ή την Ελευθερία Αρβανιτάκη να τραγουδήσει κυπριακά στο «Σκουλουκούιν».
Θα έλεγα ότι οι επιλογές σου είναι εύλογες τις πιο πολλές φορές, αλλά ξαφνιάζουν λίγο κάποιες, τόσο εντός του concept όσο και για τα τραγούδια που ερμηνεύουν και πιο συγκεκριμένα των Αλκίνοου Ιωαννίδη, Monsieur Doumani και Ειρήνης Σκυλακάκη. Πες μου δυο λόγια για καθεμία από αυτές.
Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης ερμήνευσε το «Ο ζωγράφος», που στην ουσία είναι γραμμένο για τον πατέρα του, τον ζωγράφο και ποιητή Άντη Ιωαννίδη. Η Ειρήνη Σκυλακάκη έγινε μητέρα κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης και ήταν η πιο κατάλληλη να τραγουδήσει το πιο ονειρικό κομμάτι του δίσκου. Οι Monsieur Doumani έδωσαν έναν τόνο υπερβολής και δημιουργικής τρέλας σε ένα τραγούδι που μελωδικά είναι βαθιά παραδοσιακό, αλλά στιχουργικά έχει ελαφρότητα και χιούμορ.
Για άλλη μια φορά υπάρχουν και δύο οργανικά και φαντάζομαι όχι επειδή δεν μπορούσες ή δεν ήθελες να γράψεις στίχους για ακόμα δύο τραγούδια, έτσι δεν είναι;
Κάποιες μελωδίες μου διεκδικούν από την αρχή το δικαίωμα να υπάρξουν χωρίς στίχους. Πιστεύω ότι είναι ωραίο σε μερικά tracks να αφήνεις χώρο στη φαντασία για να δημιουργεί το ακροατήριο τις δικές του ιστορίες. Στο σύνολο του δίσκου λειτουργούν και ως ευχάριστα διαλείμματα.
Ποια είναι τα τρία πιο αγαπημένα σου τραγούδια από τον δίσκο και γιατί;
Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω οποιοδήποτε τραγούδι, γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι κομμάτια από το είναι μου. Θα πω όμως για τρεις ξεχωριστές, συγκινητικές στιγμές στο στούντιο. Όταν στο «Ο Ήλιος» ξεκίνησε να παίζει πρώτο βιολί ο Μίλτος Παπαστάμου και δεύτερο ο Εύρος Βοσκαρίδης, ο οποίος υπήρξε μαθητής του. Όταν η Εύα Μαλλιάρη, που κάνει την εισαγωγή στο «Ο ζωγράφος», είπε την πρώτη νότα και γέμισε η αίθουσα με αγγέλους. Όταν καθώς τραγουδούσε η Ειρήνη Σκυλακάκη το «Άζια γαλάζια», βρέθηκε στο στούντιο και η Εύη, η κόρη του αδελφού μου Πιερή Χατζηπιερή, που έγραψε το τραγούδι πριν πολλά χρόνια, και τη βάλαμε να κάνει δεύτερες φωνές.
Αλήθεια, δεν είχες ποτέ τη διάθεση ή έστω δεν μπήκες στον πειρασμό να γράψεις τραγούδια και για ενηλίκους;
Μπορεί να μην το γνωρίζουν πολλοί, αλλά είχα κάνει έναν άλμπουμ το 1993 στο «Αγροτικόν» με τον αείμνηστο Νίκο Παπάζογλου, το «Μικρή γαλέρα». Επίσης, ήμουν ο παραγωγός και συμμετείχα στους «Θαμώνες-Δώδεκα τραγούδια από τη Λευκωσία» το 1995 και το 2000 κυκλοφόρησα τον δίσκο «Αν είναι μπλε, θα ταξιδέψω». Εκτός από τα ενήλικα τραγούδια που περνώ «υπόγεια» στους παιδικούς δίσκους μου, συνεχίζω να γράφω και άλλα. Κάποια στιγμή ίσως τα αξιοποιήσω.
Και τα πιο άμεσα και ίσως και λίγο πιο μακροπρόθεσμα σχέδιά σου;
Τα δέκα τελευταία χρόνια έχω επινοήσει τις πιο απίθανες δικαιολογίες για να αρνηθώ προτάσεις για συναυλίες. Τώρα μου τελείωσαν, οπότε το πολύ μέχρι το τέλος του χρόνου, αν όλα πάνε καλά, θα βγει ο Δράκος από τη σπηλιά του και θα ανέβει σε πάλκα και σκηνές!
Και σίγουρα πολλά από τα παιδιά που μεγάλωσαν με τα τραγούδια του, άλλα που τώρα αρχίζουν να το κάνουν αλλά και αρκετοί από τους γονείς τους θα θέλουν επιτέλους να δουν «ζωντανό» τον “Τεμπέλη δράκο”!