Η νέα δισκογραφική εργασία του Βαγγέλη Κορακάκη «Άδολη Σιωπή» είναι διαφορετική από όλες τις προηγούμενες, καθώς είναι ένα βιβλίο-CD, που το μεν δεύτερο περιέχει φυσικά τα νέα τραγούδια του, αλλά στο πρώτο βρίσκουμε μια σειρά από πεζά κείμενα με τα οποία μας αποκαλύπτει για πρώτη φορά και αυτή τη δημιουργική πλευρά του. Συνομιλήσαμε με τον εκλεκτό λαϊκό τραγουδοποιό τόσο για τα πρώτα όσο και για τα δεύτερα αλλά και για τη μεταξύ τους σχέση.
Γιατί «Άδολη σιωπή»; Υπάρχει δηλαδή και σιωπή με δόλο ή ίσως και ύπουλη;
Βεβαίως και υπάρχει. Είναι η σιωπή της υστεροβουλίας και της τοξικότητας.
Πώς βλέπεις, αλήθεια, ως μουσικός τη σιωπή; Φίλη, εχθρό ή ουδέτερη και αδιάφορη;
Τη σιωπή δεν την επιλέγεις ούτε την αποζητάς. Έρχεται μόνη της και απροσκάλεστη όσο περνούν τα χρόνια και σου δημιουργεί πλάνη που μοιάζει με συντροφιά και λύτρωση, ενώ κατά βάθος σε σφάζει.
Ξέρω ότι αγαπάς πολύ το ψάρεμα, μια δραστηριότητα που από τη φύση της είναι πολύ σιωπηλή. Βλέπεις, αλήθεια, κάποια ομοιότητα ανάμεσα στο ψάρεμα και στη σύνθεση τραγουδιών;
Και στις δύο δραστηριότητες, οι οποίες είναι μοναχικές και σιωπηλές, βιώνω τις πιο ευτυχισμένες στιγμές μου. Στο ψάρεμα, αν και δεν κατάφερα να γίνω ο «βαρκάρης του γιαλού», ξεχνιέμαι και ζω σε έναν κόσμο ονειρικό, ενώ στη σύνθεση των τραγουδιών μου χρόνια γράφω για ένα βάσανο που δεν θέλει να τελειώσει και το αγάπησα.
Γράφεις διαφορετικά, τόσο από μουσικής όσο και από στιχουργικής πλευράς, όταν πρόκειται να ερμηνεύσεις ο ίδιος τα τραγούδια σε σχέση με όταν θα τα ερμηνεύσει κάποιος/α άλλος/η, όπως για παράδειγμα ο δίσκος με τον Γιώργο Νταλάρα που είχες κάνει πριν μερικά χρόνια;
Ποτέ δεν έβαλα στόχο να γράψω τραγούδια για να τα ερμηνεύσω εγώ. Το αντίθετο θα έλεγα... Υπάρχουν όμως κάποια που είναι εντελώς προσωπική μου υπόθεση και τα ερμηνεύω ο ίδιος, κι ας το ξέρω ότι δεν είμαι τραγουδιστής.
Τα κείμενα του βιβλίου πρέπει να διαβάζονται ταυτόχρονα με την ακρόαση των τραγουδιών, παράλληλα, δηλαδή αμέσως πριν ή μετά την ακρόαση ή είναι εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους;
Τα κείμενα και τα τραγούδια είναι ένα και το αυτό. Χρόνια διάβαζα κάποιο κείμενο «μόνος μου» και κατόπιν με το μπουζούκι μου έλεγα το τραγούδι που το αντιπροσώπευε. Για παράδειγμα, «Το αρχοντόσπιτο» με τη «Μυλόραβδη», το «Πρωινές σκέψεις» με το «Του κύκλωπα το μάτι» κ.ά. Το είχα φανταστεί σαν μία παράσταση. Παρ’ όλα αυτά όμως νομίζω πως καθένα μπορεί να σταθεί και μόνο του.
Υπάρχει κάποια κεντρική στιχουργική ιδέα στον δίσκο ή είναι απλώς τα καινούργια τραγούδια σου όπως σου προέκυψε το καθένα;
Η Σέριφος, το νησί που γεννήθηκε η μητέρα μου, είναι ο κεντρικός στιχουργικός άξονας, αφού τουλάχιστον τέσσερα τραγούδια, τα «Πάνω χώρα», «Μυλόραβδη», «Σταυρός από χυτήριο» και «Θα κάψω τη βάρκα μου», είναι γραμμένα στην αγκαλιά της, αρχίζοντας πολλά χρόνια πριν μέχρι και πρόσφατα. Αν και τα υπόλοιπα δεν νομίζω πως απέχουν τόσο από το δικό τους κλίμα...
Θα ξεχώριζες κάποιο από αυτά γιατί σε εκφράζει ή σε αγγίζει ίσως προσωπικά περισσότερο;
Όλα τα αγαπάω το ίδιο και καθένα αντιπροσωπεύει μια φάση της ζωής μου και του αγώνα μου γι’ αυτά που πιστεύω. Το ξέρω ότι δεν έχουν τις προδιαγραφές για σουξέ, αλλά λίγο με νοιάζει, σχεδόν καθόλου. Εγώ τα βίωσα, τα έγραψα, τα έπαιξα, τα τραγούδησα και... ξεχαρμάνιασα. Το «Ο πεισματάρης» όμως είναι λίγο ευαίσθητο και το ξεχωρίζω κάπως.
Φέρουν καθόλου τα ίχνη της πανδημίας και της καραντίνας τα τραγούδια ή δεν επηρεάστηκες καθόλου από αυτές όταν τα έγραφες;
Το ομότιτλο είναι το τραγούδι της πανδημίας, αυτό που ηχογραφήθηκε τελευταίο και σε συνθήκες καραντίνας. Η εικόνα στο στούντιο θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου για πάντα. Έπρεπε να ηχογραφηθεί μια κι έξω γιατί αυτή ήταν η απαίτησή του. Κάθε μουσικός, φορώντας μάσκα και σε απόσταση από τον άλλον, και εγώ σε μια γωνιά με το μπουζούκι μου έπαιξα το δύσκολο εισαγωγικό θέμα αφού προηγουμένως είχα πάει στην εκκλησία και είχα ανάψει κερί για να τα καταφέρω. Το αποτέλεσμα ήταν μαγικό. Είναι ό,τι καλύτερο έχω καταφέρει να ηχογραφήσω μέχρι σήμερα μαζί με το οργανικό από το «Λαύριο».
Πώς βίωσες, αλήθεια, τόσο ως άνθρωπος όσο και ως μουσικός, τα δύο μέχρι τώρα διαστήματα της καραντίνας;
Πολύ δύσκολα, όπως όλος ο κόσμος. Υπάρχει στο βιβλίο το κείμενο «Ο τρωγλοδύτης», που αναφέρει όλο τον ψυχισμό μου με την κατάσταση που βιώνουμε. Όμως ο άνθρωπος έχει τεράστια αποθέματα δύναμης και καταφέρνει να επιβιώνει και να διαιωνίζεται.
Ποια είναι η γνώμη σου για τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στους ανθρώπους του πολιτισμού συνολικά και ειδικότερα αυτούς της μουσικής από τότε που ξεκίνησε η πανδημία μέχρι τώρα;
Ο πολιτισμός είναι κάτι το ανύπαρκτο γι’ αυτούς που μας κυβερνούν και θα έλεγα ότι είναι και το κόκκινο πανί για την παγκοσμιοποίηση. Η μουσική και οι μουσικοί είναι τα μεγάλα θύματα. Φτώχεια, ανεργία, απαξίωση των αξιών μας... Η χυδαιότητα κατασπαράσσει ό,τι πάει να ανθίσει και γίνεται το φυσιολογικό για τους περισσότερους. Όμως τίποτα δεν τελείωσε. Κάτι καινούργιο γεννιέται γιατί έτσι ορίζουν η φύση και η δύναμη των νέων ανθρώπων, επειδή είναι άνθρωποι και δικαιούνται κάτι καλύτερο.
Είσαι αισιόδοξος ή όχι σε σχέση με τη μετάλλαξη Όμικρον και τη μεγάλη αύξηση των κρουσμάτων τον τελευταίο καιρό; Γενικότερα, πώς βλέπεις τα πράγματα σε σχέση με την πανδημία μέσα στο 2022;
Μακάρι να είναι η αρχή του τέλους, και θέλω να το πιστεύω. Έχω μια κρυφή αισιοδοξία ότι θα τελειώσει.
Και, πανδημίας επιτρεπούσης φυσικά, ποια είναι τα προσεχή, πιο άμεσα έστω σχέδιά σου;
Η παράσταση που θέλω να ανεβάσω στον μουσικό μου χώρο, την Κρύπτη, όπου θα διαβάζω τα κείμενά μου και θα παίζω τα τραγούδια από το άλμπουμ «Άδολη σιωπή» με το μπουζουκάκι μου.
Λαϊκός εκ φύσεως, αυθεντικός, πηγαίος, βιωματικός και πάντα ειλικρινής με τον εαυτό του αλλά και το κοινό, αυτά ήταν εξαρχής τα χαρακτηριστικά του Βαγγέλη Κορακάκη και ολοφάνερα θα τον συνοδεύουν και στην υπόλοιπη διαδρομή του.