Πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε μια νέα εκδοχή ενός ιστορικού δίσκου του Θάνου Μικρούτσικου, του «Εμπάργκο» του 1982. Ο βιρτουόζος των σαξοφώνου, κλαρινέτου και φλάουτου, ενορχηστρωτής, συνθέτης και παραγωγός Θύμιος Παπαδόπουλος, επιστήθιος φίλος του Θάνου Μικρούτσικου και «μουσικό alter ego του» όπως τον αποκαλούσε, είναι εκείνος που όχι μόνον έκανε την παραγωγή με τις οδηγίες που είχε αφήσει αλλά είχε και τη συνολική επιμέλεια της νέας έκδοσης.
Είναι λοιπόν ο πλέον κατάλληλος για να μιλήσει για τον αείμνηστο κορυφαίο δημιουργό αλλά και για τον ρόλο και την θέση που έχει ένα εμβληματικό έργο του παρελθόντος στη σημερινή εκδοχή του.
Ο Θάνος σκεφτόταν αυτή την έκδοση του «Εμπάργκο» σαν μία που θα υπήρχε παράλληλα με την αυθεντική ή ως αυτή που τελικά σε βάθος χρόνου θα την υποκαθιστούσε;
Καίρια ερώτηση! Ο Θάνος, όπως όλοι οι συνθέτες, επιθυμούσε την επανεκτέλεση των έργων του, τόσο ζωντανά όσο και δισκογραφικά. Αυτό άλλωστε είναι και η λυδία λίθος που κρίνει την αντοχή ενός έργου στο χρόνο. Η πρώτη έκδοση του «Εμπάργκο» ήταν ένα ορόσημο, σπάνια ένας δίσκος τραγουδιών ενσωματώνει έναν τέτοιο χείμαρρο εμπνευσμένης και δημιουργικής μουσικότητας πάνω μάλιστα στον μεστό, ουσιαστικό, βαθιά συγκινητικό αλλά και καινοτόμο λόγο του συνδημιουργού Αλκη Αλκαίου.
Ούτε είναι συνηθισμένο να συγκεντρώνεται μια τέτοια ομόψυχη ομάδα ερμηνευτών/ιών και μουσικών που άφησαν ευδιάκριτο ίχνος στη μουσική πραγματικότητα μας. Σωστά λοιπόν χαρακτηρίζεις αυτή την έκδοση «αυθεντική» και μας έμαθε πολλά. Ελεγα στον Θάνο ότι το «Εμπάργκο» βοήθησε (εμένα και άλλους) να μεγαλώσω μουσικά, το φορώ από τότε πάνω μου σαν ρούχο. Αυτός ο έρωτας είναι που μας κάνει να επιχειρούμε στα μονοπάτια του, να δοκιμάζουμε τις δυνάμεις μας στον υπέροχο αυτό στίβο. Ναι, είναι αλήθεια, κάθε σημαντικό έργο μπορεί να έχει νέες και διαφορετικές «μετενσαρκώσεις» όμως το πνεύμα του μπορεί και πρέπει να είναι ζωντανό μέσα τους. Η νέα έκδοση λοιπόν δεν ανταγωνίζεται την πρώτη. Υποκλίνεται στους πρώτους διδάξαντες και προσπαθεί να υπογραμμίσει το πόσα πράγματα έχει να μας πει το «Εμπάργκο» στη σημερινή συγκυρία, στην εποχή της αποξένωσης και της δυσχέρειας της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Να θυμηθώ και μια ιστορία, δεν έπαιξα στην πρώτη έκδοση, δεν γνώριζα ακόμα τον Θάνο, ζήλεψα πολύ όμως. Οταν λοιπόν μετά από μερικά χρόνια δέχτηκα από τον Θάνο ένα τηλεφώνημα να πάω στο στούντιο για την ηχογράφηση του δίσκου «Η Αγάπη Είναι Ζάλη» με την Χάρις Αλεξίου δεν μπόρεσα από το τρακ να κοιμηθώ τη νύχτα και αιτία βέβαια ήταν το «Εμπάργκο». Ήμουν βέβαιος ότι θα βρεθώ μπροστά σε υπερυψωμένο πήχυ, στα όρια των δυνατοτήτων μου…Ήταν έτσι αλλά ήταν και η αρχή της συνεργασίας μου με αυτόν τον αστείρευτο δημιουργό, κάτι που με κάνει ακόμα υπερήφανο.

Με την εξαίρεση των δύο κύκλων Καβάφη που τους ξαναδούλεψε αρκετές φορές μέχρι που στο τέλος υπήρξε μια ολοκληρωμένη νέα εκδοχή την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος, οι δύο συναυλίες στο Μέγαρο που κυκλοφόρησαν σε CD πέρυσι, αυτό δεν το είχε κάνει για άλλον δίσκο του. Τι πιστεύεις ότι τον ώθησε να θέλει να υπάρξει μια νέα εκδοχή του «Εμπάργκο»;
Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις δεύτερων εκτελέσεων έργων του με τη συμμετοχή του, η έκδοση με τα τραγούδια σε ποίηση Νίκου Καββαδία είναι η τέταρτη που έγινε με δική του επιμέλεια. Δεν είναι ότι δεν επιθυμούσε νέες εκτελέσεις, το αντίθετο, τις επιδίωκε και τις απολάμβανε. Όμως, όσοι τον γνώρισαν, ξέρουν ότι προτεραιότητά του ήταν τα νέα έργα του. Έγραφε αδιάλειπτα και δούλευε πάνω σε νέες ιδέες ακατάπαυστα. Δεν θυμάμαι ούτε μια περίοδο της ζωής του που να μην είχε πολλαπλά σχέδια στα σκαριά. Στο περιθώριο λοιπόν αυτών των δραστηριοτήτων αρκετές φορές ξαναπιάσαμε παλαιότερα έργα του για να σιγουρέψουμε ότι υπήρχε το μουσικό υλικό για να ενσωματώνονται σε συναυλίες ή για να ξαναηχογραφηθούν όταν υπάρξουν κατάλληλες συνθήκες. Για το «Εμπάργκο» ήταν η ψηφιακή επανέκδοση της πρώτης ηχογράφησης που άνοιξε την κουβέντα το 2009. Τον παρακάλεσα τότε να δω τα χειρόγραφα του. Κάποια είχαν αναπόφευκτα χαθεί. Αποφάσισε να τα ανακτήσουμε και να δουλέψει ξανά το έργο και προσφέρθηκα να βοηθήσω. Να πω εδώ με την ευκαιρία ότι ο Θάνος δεν έκανε διαχωρισμό μεταξύ των έργων του «σοβαρής» μουσικής και των κύκλων τραγουδιών του ως προς την δημιουργική υπευθυνότητα. Δεν ήταν ο συνθέτης που σκαρώνει μια μελωδία πάνω σε ένα στίχο και παραδίδει σε άλλους την ολοκλήρωση της ηχογράφησης. Παράλληλα ενσωμάτωνε αυτοσχεδιασμούς στα έργα του όμως και αυτοί ήταν δομημένοι με προσοχή στη φόρμα της σύνθεσης.
Καθαρά μουσικά μιλώντας, είναι η ιδέα μου ή τα rock και κυρίως τα jazz στοιχεία έχουν τονιστεί πολύ περισσότερο σε αυτή την εκδοχή;
Πρέπει να πω εδώ ότι ο Θάνος δεν θεώρησε ποτέ ότι τελείωσε με την ερευνητική ματιά του στη μουσική. Σαν παντοτινός έφηβος έπαιρνε ιδέες από διάφορες μουσικές τεχνοτροπίες, τις μελετούσε με σεβασμό και σε πολλές περιπτώσεις ενσωμάτωνε στη μουσική του μη αναμενόμενα στοιχεία, πάντα βέβαια αφομοιωμένα στο προσωπικό του ύφος. Η πρώτη έκδοση του «Εμπάργκο» είχε πολλά στοιχεία rock και jazz, πράγμα που μάλλον ξένισε στην εποχή του καθώς επικρατούσε το λαϊκό τραγούδι. Ισως αυτό να μας άνοιξε το δρόμο και την όρεξη για να «αποενοχοποιηθούμε» στη συνέχεια… Το ότι αισθάνεσαι εντονότερα τα jazz και rock στοιχεία στη νέα έκδοση ίσως να οφείλεται στη συνεισφορά των πολύ καλών μουσικών που όλοι είχαν παίξει επανειλημμένα με τον Θάνο και είχαν εντρυφήσει στο ύφος του.
Επίσης είναι πολύ πιο «λόγιες» αυτή τη φορά οι δομές και οι ενορχηστρώσεις των τραγουδιών σε σχέση με την πρώτη ή όχι;
Ο Θάνος έλεγξε, όπως άλλωστε συνήθιζε, τις παρτιτούρες όταν τελείωσα τη διαδικασία της ανάκτησης. Δούλεψε πολύ επάνω τους και μαζί είδαμε τα τραγούδια από την αρχή. Οι δομικές και ενορχηστρωτικές αλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο δεν είναι πολλές, όμως υπήρχε πλέον ο χρόνος να ξανακοιταχτούν τα πράγματα. Αυτή τη φορά δεν είχαμε αυστηρές προθεσμίες…
Έχοντας κάνει τόσο τις ενορχηστρώσεις – με τις οδηγίες του μάλιστα – όσο και την παραγωγή ποιες άλλες θα έλεγες ότι είναι οι κυριότερες μουσικές διαφορές του νέου από το παλιό «Εμπάργκο»;
Τώρα που τελείωσε η δίνη των ηχογραφήσεων και έτσι μπορώ πλέον να το αντιμετωπίσω σαν ακροατής θα έλεγα ότι η πιο προφανής διαφορά είναι οι ερμηνείες. Ο Μίλτος και ο Χρήστος αγάπησαν πολύ τα τραγούδια αυτά και δούλεψαν με σεβασμό πάνω τους. Αισθάνομαι ότι, με άλλο τρόπο από τον παλιό, οι μελωδίες και ο λόγος αναδεικνύονται όπως τους αξίζει. Παρότι η παλιά έκδοση με συγκινεί ακόμα όσο την πρώτη ημέρα που την άκουσα και πάντα θα με συγκινεί και θα αποτελεί σημείο αναφοράς είναι όμορφο να υπάρχει και μια άλλη, σύγχρονη ερμηνευτική προσέγγιση. Επίσης, αν και οι νότες στο χαρτί σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν, ο κάθε μουσικός έχει βάλει την πινελιά του προσωπικού του ήχου και ύφους. Παρότι κινδυνεύω να γίνω κουραστικός θα επαναλάβω ότι αυτός ο κύκλος τραγουδιών πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ενιαίο έργο. Για να το εξασφαλίσω είχα την φαεινή ιδέα οι μουσικοί στη διάρκεια της προετοιμασίας να έρθουν σε επαφή με όλο το έργο και όχι τραγούδι - τραγούδι. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό ακούγεται στο τελικό αποτέλεσμα.
Αν και δεν συνεργαζόσουν μαζί του ακόμα τότε υποθέτω ότι γνωρίζεις πως για μεγάλο διάστημα μετά την κυκλοφορία του «Εμπάργκο» το «Κακόηθες Μελάνωμα» το παρουσίαζε στις συναυλίες του σαν ένα αρκετά μεγάλης διάρκειας jazz rock jam. Εχει περάσει τίποτα από αυτό στην εκτέλεση που υπάρχει στο νέο album;
Ναι, θυμάμαι μεταξύ άλλων τους Νίκο Τουλιάτο, Τάκη Φαραζή, Γιώργο Φακανά και David Lynch, δηλαδή τους Iskra, να δίνουν μια έντονα αυτοσχεδιαστική εκδοχή αυτού του τραγουδιού και άλλων του Θάνου. Δεν συνεργαζόμουν μαζί του ακόμα τότε όμως λίγα χρόνια μετά συμμετείχα σε αυτά τα jams. Επίσης μακρά συνεργασία μαζί του και εξαιρετικές εκτελεστικές και αυτοσχεδιαστικές ικανότητες έχουν και οι μουσικοί που παίζουν στη νέα ηχογράφηση, οι Καλλίστρατος Δρακόπουλος, Γιώτης Κιουρτσόγλου, Μάξιμος Δράκος, Χρήστος Περτσινίδης, Δημήτρης Αγάθος, Βαγγέλης Μαχαίρας, Δημήτρης Κουφαλάκος, Μιχάλης Πορφύρης και Βασίλης Ραψανιώτης. Σε διάφορες μορφές το «Κακόηθες Μελάνωμα» ήταν ένα από τα τραγούδια που ο Θάνος ερμήνευε σχεδόν σε κάθε συναυλία του με αυτοσχεδιαστικές διαθέσεις. Νομίζω ότι αυτό ταιριάζει στη φύση του τραγουδιού. Ενσωματώσαμε πολλά από τα στοιχεία αυτά στη νέα ηχογράφηση. Ετσι έφτασε τα (αντιραδιοφωνικά) επτά λεπτά αλλά και η παλιά έκδοση κάπου τόσο είναι, μάλλον για τον ίδιο λόγο!]
Γιατί επέλεξε τους δύο συγκεκριμένους τραγουδιστές και όχι κάποιους άλλους; Η ερώτηση αφορά κυρίως στον Μίλτο Πασχαλίδη με τον οποίο, αν και είχαν συνεργαστεί πολλές φορές σε ζωντανές εμφανίσεις, δεν συνέβαινε το ίδιο και δισκογραφικά.
Θέλω να πω κάτι εδώ για τον Θάνο και τους/τις τραγουδιστές/ιες. Ηταν πολύ δεκτικός στις νέες συνεργασίες, αγαπούσε πολύ τους νέους ανθρώπους, αποζητούσε τη συνεργασία ακόμα και με άγνωστους, όμως ήταν πολύ απαιτητικός σε κάτι. Η απόδοση ενός τραγουδιού, διατηρώντας τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του/της ερμηνευτή/ιας, έπρεπε να απηχεί τον προσεχτικά στοργικό τρόπο που προσέγγιζε ο ίδιος τόσο τη μουσική όσο και την ποίηση. Για να πραγματοποιηθεί αυτό, όσοι/ες συνεργάστηκαν μαζί του θα σου το επιβεβαιώσουν, ήταν απαραίτητο να γίνονται πολύωρες συναντήσεις στο γραφείο του με το πιάνο και ψάξιμο της κάθε νότας και συλλαβής…Θα ήταν ευτύχημα οι τραγουδιστές/ιες που χρησιμοποιούσε να ήταν μόνιμα ή σχεδόν μόνιμα μαζί του για να υπάρχει η απαραίτητη όσμωση ιδεών και αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό.
Όμως, για παράδειγμα, ο Κώστας Θωμαϊδης και η Ρίτα Αντωνοπούλου τα κατάφεραν και εντρύφησαν στον τρόπο του. Το ίδιο συνέβη και με τον Χρήστο Θηβαίο που έκανε ολόκληρους δίσκους μαζί του την τελευταία εικοσαετία και τον Μίλτο Πασχαλίδη ο οποίος ηχογράφησε μεμονωμένα τραγούδια του την τελευταία δεκαετία. Αγάπησαν το έργο του και δούλεψαν μαζί του άπειρες ώρες για να εξοικειωθούν με το υλικό και την τεχνοτροπία του. Στον Μίλτο, που υπεραγαπά το «Εμπάργκο», οφείλουμε και την παρότρυνση του Θάνου για να ληφθεί η οριστική απόφαση αυτής της έκδοσης, αν και η προεργασία είχε ξεκινήσει εδώ και χρόνια όπως προανέφερα. Και κάτι τελευταίο, ο Θάνος ήθελε στη νέα έκδοση να είναι μόνον οι δύο αυτοί ερμηνευτές, να είναι το μήνυμα του δίσκου πιο συμπαγές και απερίσπαστο. Τελικά υπάρχει και μια μικρή «συμβολική» συμμετοχή ενός άλλου στενού συνεργάτη του, του Γιάννη Κότσιρα.
Δεν ξέρω αν ισχύει κα για εσένα αλλά για εμένα ήταν μια έκπληξη ότι και οι δύο τραγουδιστές δεν θυμίζουν μεν ούτε στο ελάχιστο τους ερμηνευτές των αυθεντικών εκτελέσεων των τραγουδιών αλλά σε αρκετά σημεία τόσο η τοποθέτηση όσο ακόμα και η χροιά των φωνών τους φέρνει στο νου εκείνη του…ίδιου του Θάνου! Το θεωρείς φυσιολογικό, ίσως ακόμα και αυτονόητο στην συγκεκριμένη περίπτωση;
Μπορεί να σου φανεί παράξενο αλλά για εμένα είναι απόλυτα αυτονόητο. Οι δύο αυτοί ερμηνευτές είχαν δουλέψει με τον Θάνο, έχουν αφομοιώσει τα τραγούδια και βρίσκονται στην ευχερέστερη θέση να οδεύουν σε δρόμο ήδη πατημένο με εντοπισμένες τις τυχόν κακοτοπιές. Είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά χαρισματικοί τραγουδιστές με μεγάλη ερμηνευτική γκάμα και δυνατότητα ελέγχου της φωνής τους, δημιουργοί οι ίδιοι και, ίσως αυτό να μην είναι και τόσο γνωστό, πολύ καλοί μουσικοί. Τόσο ταλαντούχοι που θεωρώ απίθανο να πέσουν στη παγίδα της αναμασήματος…Επίσης κατανοούν ότι το «Εμπάργκο» δεν είναι απλός κύκλος τραγουδιών αλλά έργο δύο αδιαπραγμάτευτων ως προς τις αρχές τους και την αισθητική τους νέων τότε δημιουργών, ενός ρηξικέλευθου συνθέτη και ενός εμπνευσμένου ποιητή.
Για εμένα το κεντρικό, κομβικό τραγούδι του «Εμπάργκο» ήταν το «Κακόηθες Μελάνωμα», έμμεσα μου το είχε πει και ο ίδιος ο Θάνος και για αυτό άλλωστε κράτησε την ερμηνεία του για τον εαυτό του. Τι πιστεύεις λοιπόν ότι τον ώθησε αυτό ειδικά να μη το αναθέσει στον ένα ή στον άλλο από τους τραγουδιστές αλλά να το «μοιράσει» εξίσου σε αμφοτέρους;
Λες επειδή οι ερμηνευτές στην νέα έκδοση είναι λιγότεροι συνολικά να έπρεπε να είναι περισσότεροι σε κάθε τραγούδι; (γέλια) Νομίζω ότι, όπως ένας σκηνοθέτης δεν μπορεί (και ούτε πρέπει, ακόμα και αν μπορούσε) να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε ένα συγκεκριμένο casting, το ίδιο ισχύει και για έναν συνθέτη. Οραματίζεται, επιλέγει και εύχεται η χημεία να είναι όπως την ονειρεύτηκε…Δουλέψαμε, ευσυνείδητα πιστεύω, με βάση αυτή τη σκέψη.

Και αντίστοιχα, ποια ήταν η αιτία που η επιτυχία του «Εμπάργκο», το «Ερωτικό», από τραγούδι για μία φωνή έγινε όχι απλά για δύο αλλά για τρεις με την προσθήκη του Γιάννη Κότσιρα;
Για παρόμοιους λόγους. Στην αρχή των ηχογραφήσεων δεν ήταν έτσι. Μετά προέκυψε η πρόταση του Μίλτου να πει ο Γιάννης την τελευταία στροφή. Τη συζητήσαμε σε διάφορες φάσεις της παραγωγής. Ο Γιάννης είναι επιστήθιος φίλος της παρέας και από τους αγαπημένους ερμηνευτές του Θάνου, είχαν κάνει και ένα album μαζί. Κάποια στιγμή που ήρθε να δει τι κάνουμε στο στούντιο δοκιμάσαμε την ιδέα του Μίλτου. Μας εντυπωσίασε, έτσι απλά και το κάναμε. ]
Πες μου δύο λόγια για το «Spleen» που για καθαρά τεχνικούς λόγους είχε μείνει εκτός της πρώτης έκδοσης. Κατά τη γνώμη σου διαφέρει, τόσο σαν γραφή όσο και ως ενορχήστρωση, από τα υπόλοιπα;
Το «Spleen» δεν το ήξερα μέχρι το 2009. Τότε μίλησα με το Θάνο για να του ζητήσω την άδεια να επανεκδοθεί το «Εμπάργκο» σε νέο digital mastering. Το ενέκρινε και μου είπε να ψάξω στο αρχείο των παλιών ταινιών για ένα τραγούδι που δεν είχε συμπεριληφθεί στην πρώτη έκδοση. Δεν κατάφερα να το εντοπίσω. Το ηχογραφήσαμε λοιπόν τότε με τον Θάνο, φωνή και πιάνο μόνο και μπήκε στο CD. Για εμένα είναι μέρος του έργου, συνθετικά και στιχουργικά δένει απόλυτα κατά τη γνώμη μου. Το γεγονός ότι η συνοδεία της φωνής είναι μόνο πιάνο ενώ σε όλα τα υπόλοιπα τραγούδια υπάρχει μια ομάδα μουσικών δεν μου φαίνεται άσχετο. Ετσι είναι και το πρώτο κομμάτι του παλιού δίσκου και, όσες φορές το συζητήσαμε και το παίξαμε με τον Θάνο, ήταν σε αυτή την μορφή. Βέβαια πολύ ενδιαφέρον έχει και η διασκευή που έκαναν τα Υπόγεια Ρεύματα στον δίσκο τους «Τους Εχω Βαρεθεί» με τραγούδια του Θάνου και την ερμηνευτική συμμετοχή του.
Μια υποθετική ερώτηση που όμως πιστεύω ότι έχει λόγο ύπαρξης. Αν μπορούσε ο Θάνος να ακούσει το νέο «Εμπάργκο» πιστεύεις ότι θα ήταν απόλυτα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα;
Μακάρι να ήταν μαζί μας, να μας καθοδηγούσε. Είναι ένας δίσκος που πρόλαβε μόνο την προετοιμασία του και ξέρω από πρώτο χέρι πόσο πολύ απολάμβανε τη διαδικασία της ηχογράφησης. Για εμάς ήταν ένα πανηγύρι δημιουργικότητας και ένα σχολείο να δουλεύουμε μαζί του στο στούντιο. Αλλη μια ιστορία,
κάποια στιγμή είπα σε μια νέα και πολύ ταλαντούχα συνθέτρια ότι θα της κάνω ένα ανεκτίμητο δώρο, θα ζητήσω από τον Θάνο να της επιτρέψει να παρακολουθήσει μια ηχογράφησή του. Θα καθόταν σε μια καρέκλα σε μια γωνία του στούντιο, δεν θα έλεγε κουβέντα γιατί βιαζόμαστε αλλά μέσα σε έξι ώρες θα με ευγνωμονούσε γιατί θα μάθαινε πράγματα για τη μουσική και την δημιουργικότητα σε συνθήκες ηχογράφησης τα οποία κανονικά θα απαιτούσαν μήνες μαθημάτων. Εύχομαι από εκεί μακριά ο Θάνος να μας χαμογελά και να ξέρει πόσο μας έχει λείψει…
Μια προσωπική ερώτηση σε εσένα και όχι για την μουσική αυτή τη φορά αλλά για τους στίχους του Αλκη Αλκαίου. Τι πιστεύεις ότι τους έκανε να έχουν τόσο μεγάλη απήχηση τότε και θεωρείς ότι εξακολουθούν να παραμένουν επίκαιροι σήμερα;
Τα θέματα του Αλκη σε αυτό το έργο είναι βαθιά ανθρώπινα και έτσι οι στίχοι ακούγονται σαν να γράφτηκαν εχθές και πραγματικά μας αφορούν. Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Η λιτότητα, η ευγλωττία και η υψηλή αισθητική που διαπνέει αυτές τις λέξεις θα σε αφήσουν ασυγκίνητο μόνον αν δεν δώσεις την απαιτούμενη προσοχή.
Τέλος πες μου για την επερχόμενη συναυλία στο «Christmas Theater» που ταυτόχρονα είναι και η ζωντανή παρουσίαση του δίσκου.
Την Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου στο «Christmas Theater» θα παρουσιάσουμε στο πρώτο μέρος όλο το «Εμπάργκο» με τον Μίλτο Πασχαλίδη και τον Χρήστο Θηβαίο και την μπάντα της νέας ηχογράφησης. Στο δεύτερο μέρος θα παίξουμε μια επιλογή από αγαπημένα τραγούδια του Θάνου και στην παρέα θα προστεθούν ο Γιάννης Κότσιρας, η Ρίτα Αντωνοπούλου, ο Κώστας Θωμαϊδης και, τιμή μας, εκείνος που «δίδαξε» το «Ερωτικό», ο Μανώλης Μητσιάς.
Προσωπικά τουλάχιστον θα είμαι εκεί, απλά όχι στα παρασκήνια μαζί με τους ερμηνευτές και τις ερμηνεύτριες όπως στην μεγάλη συναυλία στη μνήμη του Θάνου που είχε πραγματοποιηθεί στο Μέγαρο Μουσικής γιατί οι συνθήκες της πανδημίας δεν το επιτρέπουν.
