Ο όρος Britpop, δηλαδή βρετανική ποπ με ρίζες στη μακρά αγγλική παράδοση του ιδιώματος, θα μπορούσε πολύ ωραία να έχει επινοηθεί για να περιγράψει τους Blur, καθώς εμπεριείχε όλα τα χαρακτηριστικά τους. Δεν ήταν βέβαια οι μόνοι, καθώς μια ολόκληρη ομάδα συγκροτημάτων τοποθετήθηκε κάτω από αυτή την «ταμπέλα» στα μέσα της δεκαετίας του 1990.
Οι Blur θα ήταν αυτόματα οι επιφανέστεροι αν δεν διεκδικούσαν αυτόν τον τίτλο επίσης οι Oasis. Η διαμάχη των δύο γκρουπ ήταν για μερικά χρόνια περιβόητη, αν και στην πραγματικότητα ήταν μια κατασκευή των media, που προσπαθούσαν να αναβιώσουν μιαν άλλη πολύ πιο διάσημη «κόντρα» του παρελθόντος, αυτή των Beatles με τους Rolling Stones. Αξίζει να σημειωθεί ότι η δεύτερη ήταν εξίσου, αν όχι ακόμα περισσότερο, κατασκευασμένη με την πρώτη, και μάλιστα τα περισσότερα από τα μέλη των δύο συγκροτημάτων ήταν από αρκετά μέχρι πολύ φίλοι μεταξύ τους.
Όπως και αν έχει, αν και οι επιρροές τους ήταν πάνω - κάτω οι ίδιες, οι Oasis πόνταραν στον τρόπο με τον οποίο έπαιζαν και ακόμα περισσότερο στη συμπεριφορά τους για να περάσουν ως πιο «rock» αλλά και «κακά παιδιά», ενώ αντίστοιχα τους Blur τους συνόδευε η φήμη των υπερβολικά καλών παιδιών αλλά και των «κουλτουριάρηδων».
Όπως πάντα όμως είναι ο χρόνος που κρίνει την αξία των πολιτιστικών έργων, και φυσικά της μουσικής. Μετά από αναρίθμητους καυγάδες των αδελφών Gallagher, που εξαρχής αποτελούσαν τον πυρήνα τους, οι Oasis διαλύθηκαν οριστικά το 2009, ενώ λίγο πριν ή μετά συνέβη το ίδιο και με τα άλλα σημαντικά ονόματα της Britpop, όπως οι Pulp, Suede και Echobelly.
Ενώ όμως έως και ο όρος κοντεύει πια να ξεχαστεί, οι Blur είναι ακόμα εδώ, και μάλιστα με την ίδια σύνθεση, το ιδρυτικό κουαρτέτο που ξεκίνησε το 1988 (έστω και με δύο ενδιάμεσα «διαλείμματα» συνολικής διάρκειας έξι χρόνων) δίχως καμία αλλαγή και ούτε καν προσθήκη. Κατά γενική ομολογία αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο -αν όχι απόλυτα- στον τραγουδιστή και ηγετική φυσιογνωμία τους Damon Alaarn.
Από νωρίς όμως φάνηκε ότι οι Blur δεν ήταν αρκετοί γι’ αυτόν. Το 1998 ξεκίνησε μαζί με τον σχεδιαστή Jamie Hewlett ένα πολύ πρωτοποριακό για την εποχή project, τη... virtual μπάντα Gorillaz. Μέχρι και σήμερα όμως ο Damon Albarn παραμένει ανεξάντλητος και όχι απλά ακούραστος και το ίδιο «ανήσυχος». Παράλληλα με τους Blur, με τους οποίους έχει κυκλοφορήσει μόλις οκτώ δίσκους με τον τελευταίο το 2015 και τους Gorillaz (άλλοι επτά δίσκοι, αλλά σε δέκα χρόνια λιγότερα με τον πιο πρόσφατο πέρυσι) ακολουθεί, έστω και με αργό βαθμό, και μια προσωπική διαδρομή.
Αν και το πρώτο album με την υπογραφή του, το «Dr Dee», κυκλοφόρησε το 2012 επειδή ήταν μια... όπερα που του ανατέθηκε, ο ίδιος ο Damon Albarn θεωρεί ως πρώτο το «Everyday Robots», που κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα, μια εργασία εκλεκτικής, πολύ μελετημένης και καλαίσθητης ποπ που έγινε θετικά δεκτή από κοινό και κριτικούς. Έπρεπε να περάσουν επτά χρόνια για να έρθει πριν από λίγο καιρό το δεύτερο, το «The nearer the fountain, More pure the stream flows», στο οποίο όμως ανατρέπει εντελώς τα δεδομένα.
Η εργασία με τον αινιγματικό τίτλο - σιδηρόδρομο ξεκίνησε ως ένας ορχηστρικός φόρος τιμής στην Ισλανδία όπου ζει το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου. Στην πορεία όμως αποφάσισε να το μετατρέψει σε κάτι άλλο, που όμως και πάλι δεν έχει καμία σχέση με οτιδήποτε έχει κάνει στο παρελθόν. Το «The Nearer the Fountain, More Pure the Stream Flows» περιέχει λίγα τραγούδια και ακόμα κομμάτια με φωνητικά αλλά κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του είναι οργανικό.
Ο ήχος του είναι σχεδόν εξίσου ηλεκτρονικός και ακουστικός / ηλεκτρικός και κατά βάση περιλαμβάνει «ηχοτοπία», άλλοτε περισσότερο προς την ambient και άλλοτε πιο «θορυβώδη» αλλά με κυρίαρχο στοιχείο όλων τους την αίσθηση του «ανοιχτού χώρου», μια «απεικόνιση» της θέσης και της γεωγραφίας της μικρής και σχεδόν πολικής χώρας η οποία είναι η πηγή έμπνευσης του album.
Ταυτόχρονα όμως είναι διάχυτη και μια «κλειστοφοβική» διάθεση, ο παφλασμός των κυμάτων της θάλασσας συνυπάρχει με αναπνοές που πνίγονται, τις οποίες ίσως να μην τις ακούς, αλλά τις αισθάνεσαι, απόρροια των συνθηκών της πανδημίας, της καραντίνας και της απομόνωσης που εντός τους ηχογραφήθηκε ο δίσκος.
Συχνά πειραματικό, απρόβλεπτο, γεμάτο από ηχητικές ανατροπές και εξαιρετικά ενδιαφέρον, το «The nearer the fountain, More pure the stream flows» στέκει ως αδιάψευστη απόδειξη ότι στα 53 του πλέον ο Damon Albarn είναι δημιουργικός όσο ποτέ και κάθε άλλο παρά έχει πει -ή και τραγουδήσει!- την τελευταία λέξη του και πολύ περισσότερο δεν έχει κυκλοφορήσει τον τελευταίο σημαντικό δίσκο του.