Αφιέρωσα τα δύο προηγούμενα σημειώματα στον μέγιστο ποιητή του Ισπανικού «Χρυσού αιώνα» Λόπε Ντε Βέγκα, συγγραφέα 1.500 (!) δραμάτων, από τα οποία σώζονται περίπου 500. Γι' αυτήν την απίστευτη παραγωγή του, ο Μιγκέλ Ντε Θερβάντες τον ονόμαζε «Τέρας της φύσεως, που δημιούργησε έναν δεύτερο κόσμο, του θεάτρου, δίπλα σε εκείνον του Θεού». Μεταφέρω τα λόγια του Λόρκα, που είχε περιοδεύσει όλη σχεδόν την Ισπανία με φοιτητικό θίασο, την «Μπαράκα», παίζοντας έργα των Ισπανών κλασικών:
«Σε ενάμιση χρόνο εργασίας ανεβάσαμε τα οκτώ ιντερμέδια του Θερβάντες, διάφορα έργα του Λόπε Ντε Ρουέδα, το 'Φουέντε Οβεχούνα' του Λόπε Ντε Βέγκα, ολόκληρο το 'Η ζωή είναι όνειρο' του Καλντερόν, τον 'Απατεώνα της Σεβίλλης' του Τίρσο ντε Μολίνα και μερικά άλλα. Είναι αξιοθαύμαστη η ευχαρίστηση και η προσοχή που έδειξαν οι χωρικοί, το ενδιαφέρον με το οποίο παρακολουθούσαν τις παραστάσεις μας, που είναι η αληθινή εικόνα, η πιο πιστή και αναγεννημένη έκδοση του κλασικού μας θεάτρου».
Η «Φουέντε Οβεχούνα» στηρίζεται σε ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός που συνέβη το 1476 στο ομώνυμο χωριό, όταν οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν και σκότωσαν τον σκληρό διοικητή τους, στυγνό βιαστή των γυναικών, Φερνάν Γκόμεθ Ντε Γκουθμάν, υπαρχηγό του ιπποτικού θρησκευτικού τάγματος της Καλατράβα. Ακολούθησε δίκη και οι χωρικοί, παρά τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκαν για να αποκαλύψουν τους δράστες, απαντούσαν πάντα ομόφωνα: «Τον Γκουθμάν σκότωσε η Φουέντε Οβεχούνα».
Αυτό είχε αποτέλεσμα να επέμβει το βασιλικό ζεύγος, ο Φερδινάνδος με την Ισαβέλλα, και να απονείμουν χάρη στους κατοίκους της Φουέντε Οβεχούνα. Κάτι που είχε ως απώτερη συνέπεια τη διάλυση των θρησκευτικών ιπποτικών ταγμάτων, την εξίσωση όλων κάτω από την απόλυτη μοναρχία και τις λοιπές κοσμοϊστορικές συνέπειες που επισημαίνει ο Μαρξ. Το έργο είναι μια αυθεντική λαϊκή τραγωδία, που υπακούει στο τρίπτυχο «Έρως, πίστις και τιμή», με αίσιο τέλος.
Η σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου, στην έμμετρη μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ, κατά τη γνώμη μου κάπως υπερβολικά «μελισμένη» ως λόγο για το τραχύ αυτό, διόλου ρομαντικό δράμα, επιχειρεί να δώσει τη σκληρή και τρυφερή συνάμα λαϊκότητά του, και τη δίνει κυρίως μέσα από μια αστική ματιά του τι είναι λαϊκό και τι όχι. Επιπλέον η σκηνοθεσία «πήγε» λίγο περισσότερο από όσο έπρεπε στο θέμα της έμφυλης βίας, ενώ το έργο, με αυτήν αφορμή θίγει πολύ περισσότερα, κυρίως το θέμα της βίας της εξουσίας. Με συνέπεια να ολισθαίνει κάπως το πράγμα προς μια επίπλαστη λαϊκότητα, σαν από «δεύτερο χέρι».
Θα χρειαζόταν, πιστεύω, μια μορφή λίγο πιο «αποστασιοποιημένη» (που πρώτος δίδαξε ο Θερβάντες στα περίφημα «ιντερμέδιά του), κοντά στην επικολυρική φόρμα του Μπρεχτ (που διδάχθηκε πολλά από τον Θερβάντες), ή στην κινηματογραφική μορφή του Μπέργκμαν της πρώτης περιόδου, μεταξύ ρεαλισμού και ονείρου, βλ. π.χ. την «Έβδομη σφραγίδα».
Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα καλό θέατρο, με καλούς ηθοποιούς, που, ηρωικά, «παίρνουν το πράγμα επάνω τους» και το σώζουν. Σημειώνω ενδεικτικά τον στέρεο Νίκο Χατζόπουλο (Εστέμπαν), την καίρια, λιτή, Βασιλική Τρουφάκου (Λαουρένθια) και την ανθρώπινη Λωξάντρα Λούκας («παιδί»). Θεραπεύοντας έτσι, ομοιοπαθητικά και ομαδικά, το λαβωμένο βάναυσα στις μέρες μας κοινό αίσθημα δικαιοσύνης.
Βρήκα άστοχη την απόδοση ως γελοίων νευρόσπαστων του βασιλικού ζεύγους, που έρχεται ως «από μηχανής» και συμπυκνώνει εδώ, ακριβώς, το κοινό αίσθημα δικαιοσύνης. Χωρίς αυτό, το έργο μένει άνευ σημασίας.