Μετά τη συγκλονιστική ταινία του Ακίρο Κουροσάβα «Ρασόμον» (1950), βασισμένη σε μια από τις ιστορίες της ομώνυμης συλλογής διηγημάτων του Ρυονόσουκε Ακουτάγκαβα, καθιερώθηκε ο όρος «σύνδρομο ή φαινόμενο Ρασόμον». Εκφράζει την υποκειμενικότητα της αντίληψης και τον τρόπο με το οποίο «διαθλάται» η μνήμη μας, κατασκευάζοντας πλασματικές εικόνες της πραγματικότητας. Θρεμμένοι όπως είμαστε με τις Δυτικές αξίες, είναι φυσικό κάθε φορά που ερχόμαστε σε επαφή με έναν πολιτισμό τόσο διαφορετικό από τον δικό μας, όπως ο ιαπωνικός, να μας γεννιούνται ερωτήματα.
Στο «Ρασόμον» παρακολουθούμε τις παράλληλες αντιφατικές αφηγήσεις τριών προσώπων που εμπλέκονται σε έναν φόνο και το κάθε ένα τους διεκδικεί πειστικά το αυθεντικό της εκδοχής του. Πού είναι η αλήθεια, πού το ψέμα;
Ωστόσο υπάρχουν κοινά σημεία σύγκλισης των δύο πολιτισμών. Ένα τέτοιο σημείο σύγκλισης είναι η αρχαιοελληνική Τραγωδία και το παραδοσιακό Ιαπωνικό Θέατρο «Νο», με συστατικό στοιχείο τον Μύθο.
Ανοίγω μια παρένθεση, για να πω ότι το στοιχείο που πρόσεξε και πρόβαλε προνομιακά η Δύση από την αρχαιοελληνική Τραγωδία ήταν το έλλογο και όχι το μυθώδες. Είδε την Τραγωδία ως απόσταγμα έλλογης σοφίας και όχι ως θυμόσοφο λαϊκό είδος, που πράγματι είναι. Είδε τον Μύθο ως κατασκευασμένο ψέμα και όχι ως συμπύκνωση μιας αλήθειας λαϊκής, κοινά παραδεδεγμένης. Είδε τα πρόσωπα της Τραγωδίας αποκομμένα από τον Μύθο τους, ως εξατομικευμένους χαρακτήρες που ζητούν τη δικαίωσή τους μέσα σε ιστορικό, ευθύγραμμο χρόνο. Αλλά ο χρόνος της Τραγωδίας είναι μυθικός και κυκλικός. Ο Οιδίπους, η Αντιγόνη, ο Ορέστης είναι αναπόσπαστοι από τον Μύθο τους, όπως αναπόσπαστοι από τον οικείο τους Μύθο είναι οι ήρωες του Θεάτρου «Νο». Πρόσωπα και προσωπεία γνωστά σε ένα κοινό που πηγαίνει να τα δει στο θέατρο για να κοινωνήσει τον μυθικό χρόνο τους, σβήνοντας την Ιστορία. Αυτό είναι το σημείο σύγκλισης των δύο πολιτισμών, ένα θέατρο λαϊκό που εκφράζει μέσα από το γενικό και αφηρημένο του Μύθου το ατομικό και συγκεκριμένο της ζωής.
Δεν υπάρχει, άρα, τίποτα το αινιγματικό στο «Ρασόμον», αν το δούμε υπό το πρίσμα της Τραγωδίας, σαν μια γέφυρα που ενώνει τον κόσμο των ζωντανών με τον κόσμο των νεκρών, το όνειρο με την πραγματικότητα, την «αλήθεια» της ζωής με το «ψεύδος» της Τέχνης. Να βρούμε «αυτό που δεν υπάρχει» και ορίζεται συμβατικά ως «μη ον».
Η σκηνοθέτιδα Σοφία Διονυσοπούλου (κίνηση του Φώτη Νικολάου) στο «Θέατρο 104» φωτίζει θαρραλέα το έργο τραγικά, υπερβαίνοντας την αισθητική με την αρετή, δείχνοντας ένα δρόμο για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο στο οποίο οδηγήθηκε σταδιακά στη Δύση η τέχνη της αναπαράστασης. Με τρεις ισάξιους άριστα διδαγμένους «ρόλους - σκιές». Η Δέσποινα Σαραφείδου φωτίζει εκλεκτά «λοξά» και ονειρικά την ηρωίδα, χωρίς να ενδίδει στον ρεαλισμό της εικόνας και χωρίς την αγωνία της «ερμηνείας». Είναι αυτό που δείχνει η σεληνιακή όψη που κάθε φορά φωτίζει, και αντίστροφα, είναι πάλι αυτό που «δείχνει» όταν βυθίζεται στην αθέατη, σκοτεινή πλευρά της, με απίστευτη ικανότητα μεταμόρφωσης. Ο Ανδρέας Αντωνιάδης δίπλα της, σε μια ισάξια συγκλονιστική παρουσία και ο Αντώνης Γκρίτσης εξαιρετικός σε ένα πολυδύναμο ρόλο που απαιτεί λεπτές ισορροπίες. Με τα σημαίνοντα σκηνικά - κοστούμια της Μπιάνκας Νικολαρεΐζη, με τους παίζοντες φωτισμούς του Παναγιώτη Μανούση, με την ωραία μουσική σύνθεση του Βασίλη Τσόνογλου.
Κείμενο - Σκηνοθεσία: Σοφία Διονυσοπούλου
Σκηνικά - Κοστούμια: Μπιάνκα Νικολαρεΐζη
Σχεδιασμός φωτισμών: Παναγιώτης Μανούσης
Επιμέλεια κίνησης: Φώτης Νικολάου