Live τώρα    
Μέσα στις υγρές στοές
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μέσα στις υγρές στοές

ΒΙΒΛΙΟ

Ο Μπαλδομέρο Λίγιο (1867 - 1923), ανιψιός του ποιητή Εουσέμπιο Λίγιο Ρόμπλες, συγγραφέα του εθνικού ύμνου της Χιλής και αδελφός τού επίσης συγγραφέα Σάμουελ Λίγιο (Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας 1947), θεωρείται ο «πατέρας» του διηγήματος και του κοινωνικού ρεαλισμού στη χώρα του. Γιος ανθρακωρύχου ο ίδιος, στη συλλογή διηγημάτων «Ο λάκκος του διαβόλου», επηρεασμένος αλλά και συνομιλώντας με το αντίστοιχης θεματολογίας «Ζερμινάλ» του Εμίλ Ζολά, μας μεταφέρει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα γράφοντας με συγκλονιστικό, ευθύβολο και σπαρακτικό τρόπο για τις κακουχίες που υφίστανται οι εργάτες του ανθρακωρυχείου της πόλης Λότα, στη βόρεια Χιλή, εκεί όπου εργαζόταν και ο πατέρας του.

Όλα σχεδόν τα διηγήματα -με εξαίρεση «Το πηγάδι», όπου παρακολουθούμε πώς μια ερωτική αντιζηλία μεταμορφώνεται σε άγρια ιστορία εκδίκησης, καθώς και το εξαιρετικό «Το μεγάλο κυνήγι», με την ιστορία ενός άπληστου σκύλου- εξελίσσονται μέσα στα έγκατα της γης. Εκεί όπου οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν ασταμάτητα για δεκαπέντε ώρες τη μέρα, χωρίς να βλέπουν το φως του ήλιου, «σαν τα μυρμήγκια που σκάβουν αδιάκοπα, με το επίμονο πείσμα του κύματος που κατατρώει σιγά - σιγά τον σκληρό και ακλόνητο βράχο», θαμμένοι νεκροζώντανοι, νέοι που μοιάζουν γερασμένοι πριν από την ώρα τους καθώς η σκληρή, ανελέητη δουλειά ρουφάει κάθε ικμάδα της δύναμής τους, παιδιά που χάνουν μέσα σε μια στιγμή την αθωότητά τους καθώς αποχωρίζονται βίαια τη μάνα τους και οδηγούνται στο κάτεργο από το οποίο θα βγουν -αν βγουν ζωντανά και όχι νεκρά, καταπλακωμένα από βράχους- δεκαετίες μετά. Τις σελίδες του Λίγιο διατρέχει ένα αίσθημα αγωνίας. Αγωνία καθώς η απειλητική ατμόσφαιρα διαχέεται και καταλαμβάνει κάθε σημείο, κάθε πόρο της καρδιάς και του μυαλού, κάνοντας την προοπτική του κακού να μοιάζει αναπόδραστη.

«Οι σακατεμένοι» είναι ένα από τα πιο ωραία διηγήματα της συλλογής, εκεί όπου η ζωή των εργατών παραλληλίζεται με αυτή του γέρου και άχρηστου πια αλόγου, το οποίο, αφού ξεζουμίστηκε για χρόνια κάτω από τη γη, πετιέται στα αζήτητα και γίνεται βορά για τα όρνια.  Όσο κι αν ο ηλικιωμένος εργάτης προσπαθεί να αφυπνίσει τους συναδέλφους του, να τους δείξει τη δύναμη που μπορεί να κρύβεται μέσα στη διεκδικητική ένωσή τους, εκείνοι παραμένουν άκαμπτοι, συνηθισμένοι, όπως είναι από χρόνια, να υποκύπτουν και να υπομένουν τον ζυγό. «Για κείνες τις νεκρές ψυχές κάθε καινούργια ιδέα ήταν σαν βλασφημία απέναντι στο δόγμα της υποταγής που είχαν κληρονομήσει από πάππου προς πάππου».

Ο Μπαλδομέρο Λίγιο βάζει στο μικροσκόπιο της πένας του ανθρώπους που το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι ζουν χωρίς ελπίδα.  Άνθρωποι που είναι πιο καταδικασμένοι ακόμη κι από τον έγκλειστο που σκάβει να τρυπήσει τον τοίχο της φυλακής του, γιατί αυτός στο τέλος μπορεί να βρει «μια καινούργια ζωή, γεμάτη ήλιο, αέρα κι ελευθερία». Ο κόσμος του μόχθου και της ανασφάλειας δεν σταματά ποτέ και συμπυκνώνεται σε μια σκηνή που διαρκώς επαναλαμβάνεται: ο ήχος του συναγερμού που φέρνει πάντα τις κακές ειδήσεις, το ξέφρενο τρεχαλητό των γυναικών, των μανάδων, των παιδιών που προσπαθούν να ακούσουν τον αριθμό των νεκρών κι εύχονται να μην συγκαταλέγεται σ’ αυτούς ο δικός τους άνθρωπος. Μια αίσθηση θανάτου κυριαρχεί, καθώς η βεβαιότητα αυτού, του βίαιου πρόωρου θανάτου είναι παντού, σε έναν κόσμο σκληρό και άνισο, όπου το κέρδος και η εκμετάλλευση υποβιβάζουν τους ανθρώπους σε μηχανές, φτιαγμένες μόνο για να παράγουν υπεραξία. Κι όταν παύουν να λειτουργούν, έχοντας επιτελέσει τον σκοπό τους, πετιούνται δίχως δεύτερη σκέψη. Ο Λίγιο ταυτίζεται μ’ αυτούς, τους εργάτες των ανθρακωρυχείων, σηκώνοντας με σθένος πάνω στις δυνατές λογοτεχνικές πλάτες του την αδιέξοδή τους μοίρα.

Info

Μπαλδομέρο Λίγιο

«Ο λάκκος του διαβόλου»

Εκδόσεις Ενύπνιο

Μετάφραση: Σταμάτης Πολενάκης

Σελ.: 152

Τιμή: 11,11 ευρώ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL