Live τώρα    
15°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
15 °C
13.9°C16.1°C
5 BF 77%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σποραδικές νεφώσεις
12 °C
11.1°C13.9°C
1 BF 76%
ΠΑΤΡΑ
Σποραδικές νεφώσεις
15 °C
15.0°C15.6°C
2 BF 63%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
17 °C
15.6°C18.0°C
5 BF 63%
ΛΑΡΙΣΑ
Σποραδικές νεφώσεις
11 °C
11.0°C11.0°C
2 BF 82%
Πρώτη στους πρώτους...
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πρώτη στους πρώτους...

ΚΟΤΑΜΑΝΙΔΟΥ
Γιώργος Ζιάκας, Εύα Κοταμανίδου, Στέφανος Βλάχος και Θόδωρος Αγγελόπουλος κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Οι Κυνηγοί»

Με την Εύα γνωριστήκαμε το 1962, στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Εκείνη μαθήτρια της σχολής, εγώ σπουδαστής στη Σχολή Καλών Τεχνών και μέλος του συγκροτήματος λαϊκών χορών της Ντόρας Στράτου. Η Εύα νομίζω τότε ήταν ακόμα μόνιμη υπάλληλος, τηλεφωνήτρια στον ΟΤΕ. Είχε δουλειά και οικονομική εξασφάλιση σίγουρη, αλλά, μετρώντας το πάθος της για το θέατρο και βάζοντάς το απέναντι στη σιγουριά του ΟΤΕ, τόλμησε σε πολύ δύσκολες εποχές να ρισκάρει την παραίτησή της και να πάρει τον τεράστιας οικονομικής ανασφάλειας δρόμο του ηθοποιού.

Καταλαβαίνω πόση τόλμη και πείσμα χρειάστηκε για την απόφασή της αυτή και πόση αντοχή στις αντιδράσεις της οικογένειας και πολλών φίλων.  Ήταν πολύ δύσκολες εποχές τότε για τέτοια τρέλα, αλλά η Εύα την έκανε. Λέω ότι την καταλαβαίνω διότι και εγώ πέρασα παρόμοιες αντιδράσεις από τους γονείς μου όταν παράτησα τη σιγουριά του μόνιμου βοηθού στην αρχιτεκτονική σχολή του ΕΜΠ και πήρα τα βουνά στην κυριολεξία, για να κάνω τα κοστούμια στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου "Μεγαλέξανδρος".

Και οι δύο ρισκάραμε ο καθένας για την τέχνη του, τολμήσαμε και νικήσαμε. Η Εύα έγινε σπουδαία ηθοποιός και πρωταγωνίστρια και εγώ αυτός που είμαι...

Στα επόμενα χρόνια παρακολουθούσα την πορεία της σε σπουδαίες παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης σε ρόλους μικρότερους ή μεγαλύτερους, όπου όμως πάντα ξεχώριζε με τη σκηνική παρουσία, με το μοναδικό οξύ της βλέμμα και την ευαισθησία της ερμηνείας της.

Η ευαίσθητη, ζωηρή και πεισματάρα, αλλά σεμνή και συνεσταλμένη μικρόσωμη Ευαγγελία Κοταμανίδου τότε, ξεκινούσε την πορεία της μέσα στον σκληρό κόσμο του θεάτρου για να τον κατακτήσει σιγά - σιγά και να επιβληθεί με το ταλέντο και το ήθος της μονάχα και να πάρει τη θέση που της άξιζε. Πρώτη στους πρώτους.

Στο θέατρο συνεργαστήκαμε πολύ λίγο, κυρίως δουλέψαμε μαζί και πολύ στις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου από τη δεκαετία του εβδομήντα και πέρα και από τότε μας έδεσε μια σχέση "απόμακρης φιλίας", επειδή με την Εύα ήμασταν φίλοι, αισθανόμαστε την έννοια της φιλίας ενώ δεν βλεπόμασταν συχνά, δεν κάναμε παρέα, αλλά κάπου υπήρχαμε πάντα.

Στη μνήμη μου έρχονται στιγμές τρυφερές και καταστάσεις έντονες από τη συνεργασία μας.  Έχουμε ζήσει στιγμές ανεπανάληπτες και αξέχαστες στα γυρίσματα των ταινιών του Αγγελόπουλου, κυρίως στους “Κυνηγούς” και στον “Μεγαλέξανδρο”. Στις δύο αυτές ταινίες κάναμε γυρίσματα για μεγάλο διάστημα στο ίδιο μέρος -αφύσικο για ταινίες του Θόδωρου, για τις οποίες σχεδόν γυρίζαμε κάθε μέρα και σε άλλον τόπο.

Στους “Κυνηγούς” ήμαστε για επτά - οκτώ εβδομάδες στο ξενοδοχείο "Αίγλη" στην Αιδηψό και στον “Μεγαλέξανδρο” πάνω από τρεις μήνες στο Δοτσικό, σε μεγάλο υψόμετρο μέσα στην οροσειρά της Πίνδου.

Η παραμονή μας στο Δοτσικό, αποκλεισμένοι από τον πολιτισμό μέσα στα χιόνια, ήταν δύσκολη και γοητευτική. Χωρίς φως, χωρίς τζάμια στα παράθυρα όπου μέναμε, κλεισμένα μόνο με νάιλον του μέτρου, η συμβίωση με το συνεργείο και με εκατόν πενήντα περίπου χωρικούς από τη Δεσκάτη (κομπάρσους στην ταινία) δημιουργούσε ποικίλα συναισθήματα και καταστάσεις.

Η Εύα στο χωριό είχε να κάνει δυο σημαντικές σκηνές. Την εκτέλεση στο αλώνι ντυμένη το νυφικό της μητέρας της με αιμάτινο λεκέ στο μέρος της καρδιάς και τη σκηνή όπου υποδέχεται τον πατέρα, άντρα, εραστή Μεγαλέξαντρο στο κατώφλι του σπιτιού. Εκείνη την εποχή, παράλληλα με το πένθος για τον θάνατο του πατέρα της, περνούσε μια πολύ δύσκολη συναισθηματική περίοδο, της οποίας η αιτία ήταν στο άμεσο περιβάλλον.

Παρέμεινε αρκετές μέρες κλεισμένη στο σπίτι όπου κατοικούσαμε, εκείνη ο βοηθός μου και εγώ. Βγήκε μονάχα την ημέρα που θα γυριζόταν η σκηνή της εκτέλεσης. Η απογοήτευση, η οργή, ο πόνος και το μίσος που ίσως αισθανόταν κρύφτηκαν μέσα στο ματωμένο ρούχο, στο ήθος και τον επαγγελματισμό της ηθοποιού. Λειτούργησαν όμως υπόκωφα όταν με το αγέρωχο περπάτημα και τη λυγερή κορμοστασιά της έδειχνε την ανωτερότητά της παίρνοντας θέση ανάμεσα στους καταδικασμένους προεστούς και, καρφώνοντας με το βλέμμα της τον αλαζονικό αφέντη Μεγαλέξανδρο, είπε «Ήμουν κι εγώ εκεί» και έπεσε.

Η λυγερόκορμη μαυροντυμένη φιγούρα της στο κατώφλι του σπιτιού περιμένοντας μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα τον Μεγαλέξανδρο είναι εικόνα που δεν ξεχνιέται εύκολα.

Μια δεύτερη σκηνή, η είσοδος στο σχολείο, όπου όλοι γιόρταζαν την επιστροφή των ληστών και ο απρόσμενος χορός της μπροστά σε όλο το χωριό, ήταν στιγμές συγκλονιστικές και για εμάς που τις ζήσαμε στο γύρισμα, αλλά και ένα πολύ δυνατό κομμάτι της ταινίας.  Ήταν χορός επίθεσης, επίδειξης δύναμης, απαξίωσης και διαμαρτυρίας για τα λάθη και την αλαζονεία της εξουσίας. Σαν παλιός χορευτής στο συγκρότημα της Δώρας Στράτου έδειξα στην Εύα μια κίνηση με ένα άσπρο μαντήλι στο χέρι από χορό στο χωριό Γουμένισσα της Μακεδονίας.

Η κίνηση ήταν απλή, καθημερινή αποχαιρετισμού, η δύναμη του ταλέντου της Εύας στη συνέχεια την έκανε κραυγή. Το τίναγμα του μαντηλιού με το νερώδες κοκαλιάρικο χέρι της, η έκφραση του προσώπου το ξεκίνημα της κίνησης, που κατέληξε σε έναν ιλιγγιώδη στροβιλισμό, το απότομο σταμάτημα, η ένταση της ματιάς και η βουβή αποχώρησή της έχουν μείνει στη μνήμη μου ένα κομμάτι μαγικό της συγκλονιστικής εμπειρίας των γυρισμάτων της ταινίας.

Και γυρίζω μερικά χρόνια πίσω στους “Κυνηγούς”, στην αλησμόνητη παραμονή μας στο ξενοδοχείο «Αίγλη» για να θυμηθώ έναν άλλο χορό που έκανε η Εύα, με τέτοια δύναμη, ένταση, μέτρο και παλμό, που μόνο με το ταλέντο μιας μεγάλης ηθοποιού μπορεί να αποδοθεί.

Και η Εύα ήταν.

Ήταν η τρελή εξωπραγματική σκηνή στην οποία, σε μια παράκρουση, η σεμνή, συμμαζεμένη και σεξουαλικά καταπιεσμένη μικροαστή σύζυγος του ταγματάρχη, μέλους της ομάδας των κυνηγών, φαντασιώνεται ότι χορεύει και κάνει έρωτα με τον μεγαλειότατο. Μέσα στην αίθουσα του ξενοδοχείου, όπου γιόρταζαν τον ερχομό του νέου χρόνου, μόνη της στην άδεια πίστα φωνάζοντας σε έκσταση έρχεται, ήρθε, κάνει τον πιο συγκλονιστικό αυτοσχεδιαστικό ερωτικό χορό που καταλήγει στη γλύκα ενός ονειροπόλου και σπαρακτικού οργασμού.

Η σκηνή ήταν δεκάλεπτο μονοπλάνο, γυρίστηκε οκτώ φορές μέχρι το πρωί επειδή δεν έφθανε το σασί του φιλμ.  Όλοι οι ηθοποιοί και οι κομπάρσοι ήταν εξουθενωμένοι, η Εύα ήταν σε μια έξαρση και ένταση από αυτές που από κάποιο σημείο και μετά υπερβαίνεις τα όρια της αντοχής.  Έκανε τη σκηνή οκτώ φορές, οκτώ δεκάλεπτα. Ογδόντα λεπτά επαναλάμβανε με την ίδια ένταση με την ίδια κατάθεση ταλέντου και ψυχής την ίδια σκηνή, ξανά και ξανά.

Η ερμηνεία της Κοταμανίδου στον "Θίασο" είναι μάθημα υποκριτικής στον κινηματογράφο. Η παρουσία της σε σκηνές δραματικές, τρυφερές, κωμικές, στα περάσματα των χιονισμένων τοπίων, στα έρημα μπασίματα των χωριών, απ' όπου περνούσε ο περιοδεύων θίασος, χορεύοντας (γιατί η Εύα ήταν χορευταρού) και τραγουδώντας, γεια χαρά σας γιαξ εμπόρε, η στιγμή της αναγνώρισης του νεκρού Ορέστη και άλλες, πολλές άλλες σκηνές που θυμάμαι, η Εύα κυριαρχούσε.

Η αυστηρή φιγούρα της στερημένης γυναίκας με συσσωρευμένο μέσα της όλο το μίσος της Ηλέκτρας (διότι ο “Θίασος” στον μύθο των Ατρειδών πατούσε), συγκρατημένη, με ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και στο βαθύ της βλέμμα όλη τη μελαγχολία της μοίρας της Ελλάδας στον Εμφύλιο, ντυμένη με το στρατιωτικό σακάκι μεταποιημένο σε ζακέτα ή με την κόκκινη ρόμπα της μητέρας της Κλυταιμνήστρας, να επιτίθεται στον φασίστα εραστή Αίγισθο με το τραγούδι της Δανάης «θα ξανάρθει, όσα χρόνια κι αν περάσουν θα ξανάρθει» αναφερόμενη στην επιστροφή του αδελφού αντάρτη Ορέστη - εκδικητή, ήταν συγκλονιστική.

Αλλά το υποκριτικό μάθημα ήταν ο τρόπος με τον οποίο ερμήνευσε τον μεγάλο σχεδόν δεκάλεπτο μονόλογο. Με τα εκφραστικά της μάτια καρφωμένα στον φακό, μετά τον βιασμό, αφού ανασηκώνεται από το χαντάκι όπου την είχαν πετάξει, και πια όχι ως ρόλος, αλλά ως η Εύα ηθοποιός, σκουπίζοντας το μακιγιάζ από το πρόσωπό της περιγράφει σκληρά, στεγνά, καθαρά και απογυμνωμένα, αλλά με απόλυτα ελεγχόμενο συναίσθημα τα φοβερά γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 και τις αιτίες που τα δημιούργησαν.

Η ερμηνεία της σκηνής αυτής πρέπει να διδάσκεται σε πανεπιστήμια και σε σχολές θεάτρου και κινηματογράφου. Ως παράδειγμα αποστασιοποίησης. Διότι αυτό είναι η αποστασιοποίηση, έννοια πολύ παρεξηγημένη στην πρακτική της εφαρμογή στο ελληνικό θέατρο.

Για όλα αυτά σε ευχαριστώ πολύ.

Καλό ταξίδι, Εύα μου.

* Ο Γιώργος Ζιάκας είναι σκηνογράφος, ζωγράφος, ενδυματολόγος και ομότιμος καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL