Γνωστός από τις συμμετοχές του σε πολλά και διαφορετικά σχήματα και projects, όπως η δεκαετής στο συγκρότημα Υπόγεια Ρεύματα, ο δεξιοτέχνης του ηλεκτρικού μπάσου Απόστολος Καλτσάς είναι και αξιόλογος συνθέτης. Μετά από δύο δίσκους με τραγούδια (σε δικούς του επίσης στίχους), επέστρεψε πριν λίγο καιρό με το «Emotional Algebra», ένα άλμπουμ απολαυστικά όμορφης σύγχρονης jazz, που αποδεικνύει ότι, παρά το μικρό ακροατήριό του, το ιδίωμα ευδοκιμεί και... ευτυχεί στη χώρα μας όσο λίγα άλλα.
Γιατί, αλήθεια, δεν κυκλοφόρησες και αυτόν τον δίσκο με το όνομά σου όπως τους προηγούμενους; Από εδώ και πέρα θα σε γνωρίζουμε ως Apostolo Kalt Orchestra;
Αυτός ο δίσκος απευθύνεται συνειδητά σε ένα διεθνές ακροατήριο καθώς δεν υπάρχει το φράγμα της γλώσσας. Με αυτή τη λογική, θέλησα να διευκολύνω όσο γίνεται τη διακίνησή του χρησιμοποιώντας ένα πιο εύληπτο για τους ξένους επώνυμο. Η προσθήκη της ελληνικότατης αρχαίας λέξης orchestra διατρανώνει τη συνεργατική φύση της εργασίας αλλά και τη διαφοροποιεί επικοινωνιακά από το μέχρι τώρα προσωπικό έργο μου ως τραγουδοποιού.
Τι σε έκανε μετά από δύο δίσκους με τραγούδια να κάνεις έναν εξ ολοκλήρου οργανικό; Η φόρμα του τραγουδιού και η στιχουργική έκφραση έπαψαν να σε ενδιαφέρουν ξαφνικά;
Κάθε άλλο, θα συνεχίσω όσο έχω δυνάμεις να γράφω τραγούδια. Συνειδητοποίησα όμως ότι μετά την κατάρρευση της εγχώριας δισκογραφίας είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς θέση στο σύγχρονο μουσικό τοπίο. Είναι σκληρό αλλά αληθινό ότι πλέον οι καριέρες στο τραγούδι αγοράζονται, δεν χτίζονται. Απεναντίας, η jazz έχει ένα τοπικά περιορισμένο ακροατήριο, που αθροιστικά όμως συμπληρώνει ένα παγκόσμιο, υπολογίσιμο κοινό, ιδιαίτερα ζωντανό, συσπειρωμένο και ανόθευτο ως προς τη σχέση του με το ιδίωμα. Εξάλλου καμιά φορά είναι απελευθερωτικό για έναν δημιουργό να αφήνει την ίδια τη μουσική να «δημιουργήσει» τους στίχους με βάση τη φαντασία του ακροατηρίου.
Και γιατί jazz και όχι κάποιο άλλο από τα αρκετά ιδιώματα με τα οποία έχεις ασχοληθεί ώς τώρα;
Είναι αλήθεια ότι ποτέ κανένα οργανικό κομμάτι δεν διαμόρφωσε συνειδήσεις όπως, για παράδειγμα, το «Imagine», ούτε σήκωσε στους ώμους του το κοινωνικοπολιτικό αίτημα ενός λαού και μιας εποχής, όπως το πολιτικό τραγούδι διαμέσου της ποίησης στη χώρα μας. Η δύναμη του Λόγου είναι κοσμογονική. Όμως κάθε δημιουργία εμπεριέχει πάντα μια πολιτική δήλωση, ακόμα και όταν απουσιάζει ο στίχος. Η jazz είναι μια απόλυτα δημοκρατική διαδικασία, όλοι οι μουσικοί είναι ισότιμοι και καλούνται να διευρύνουν την ελευθερία που τους δίνει η φόρμα αυτοσχεδιάζοντας σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο. Αυτό απαιτεί γνώση και πειθαρχία, εκ των οποίων πηγάζει η αληθινή ελευθερία. Τα τελευταία χρόνια, με ενδιαφέρει πολύ η συλλογική δουλειά, το «μαζί», σε αντίθεση με τους προηγούμενους δίσκους μου, στους οποίους είχα την αποκλειστική ευθύνη.
Με τις συνθέσεις σου σε αυτόν τον δίσκο προσπαθείς να περιγράψεις πράγματα και καταστάσεις ή να εκφράσεις την βαθύτερη ουσία και σημασία τους;
Η περιγραφικότητα δεν είναι επιθυμητή στην τέχνη, ελπίζω να έχω αποφύγει αυτό τον κίνδυνο και να έχω συνθέσει κομμάτια που να φτάνουν στον πυρήνα του συναισθήματος. Σαν μια αλγεβρική εξίσωση που διατυπώνει ένα πρόβλημα και, την ίδια στιγμή, οδηγεί στη λύση του, έτσι θα ΄θελα και οι συνθέσεις μου να ορίζουν ένα συναίσθημα και μέσα από μια ψυχική περιπέτεια να οδηγούν στη λύτρωσή του/της ακροατή/ριας.]
Η παρουσία του κουαρτέτου εγχόρδων σημαίνει ότι σου αρέσει, ίσως και ακολουθείς την τάση του «τρίτου ρεύματος», της επιμειξίας δηλαδή της jazz με την κλασική μουσική;
Πράγματι, θα ήθελα να εμβαθύνω κάποτε σε αυτό το ύφος. Σέβομαι απεριόριστα την κλασική μουσική αλλά τις περισσότερες φορές την παρακολουθώ μόνο τεχνικά, αν και λατρεύω την προκλασική και τον Μπαχ! Στη γραφή όμως συγκεκριμένων συνθετών, όπως ο Ραβέλ και ο Μπερνστάιν, ή σύγχρονων δημιουργών (όπως κάποιων της ECM, για παράδειγμα) βρίσκω την πεμπτουσία της μουσικής, τη σύζευξη των ηχοχρωμάτων και της ευαισθησίας της κλασικής με τον πλουραλισμό της jazz.
Από ποιους jazz μουσικούς αναγνωρίζεις ο ίδιος ότι έχεις επηρεαστεί αλλά και από ποια άλλα ιδιώματα έχει ίσως δεχθεί επίδραση το υλικού του δίσκου;
Μπορεί να ακουστεί ως βλασφημία αλλά ποτέ δεν με συγκίνησε η παραδοσιακή αμερικανική jazz, ακόμα και το bebop. Προτιμούσα τη φιλτραρισμένη μέσα από ευρωπαϊκά αισθητικά πρότυπα εκδοχή της. Γι’ αυτό θεωρώ μουσικούς όπως οι Avishai Cohen, Eberhard Weber και EST πραγματικές αναφορές στον δίσκο μου, ισοδύναμες με τις rock καταβολές μου. Επίσης με ενδιαφέρει πάντα η συνομιλία με την Εγγύς Ανατολή, την οποία αναγνωρίζω ξεκάθαρα μέσα μου. Δημιουργοί όπως οι Αnouar Brahem και Rabih Abou Khalil αλλά και ο Αχιλλέας Περσίδης με έχουν επηρεάσει αρκετά.
Ποιες θα έλεγες ότι είναι οι κυριότερες πηγές έμπνευσης του δίσκου;
Πηγή έμπνευσης είναι η ίδια η αστική καθημερινότητα, με τα αλλεπάλληλα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα που προκαλεί, αλλά και το μοναδικό ελληνικό καλοκαίρι, με τη θάλασσα και τα νησιά του, που διαρκώς ακτινοβολεί μέσα μου σαν μια ανεξάρτητη, παράλληλη ζωή! Έμπνευση ήταν οι ίδιοι οι εκπληκτικοί συνεργάτες μου στον δίσκο, που με την αύρα τους πυροδότησαν τη δική μου δημιουργικότητα, ο Γιάννης Παπαδόπουλος στο πιάνο, ο Δημήτρης Παπαδόπουλος στην τρομπέτα, ο Γιάννης Παπαναστασίου στα σαξόφωνα και ο Πάνος Τζινιόλης στα ντραμς, αλλά και οι Αγγελική Τουμπανάκη και Nadi Raj που συμμετέχουν με βοκαλισμούς.
Αποτυπώνει καθόλου και το κλίμα της χρονιάς της πανδημίας και της καραντίνας ή τα κομμάτια είχαν γραφτεί πριν από όλα αυτά;
Είχαν ήδη γραφτεί. Έτσι και αλλιώς, είμαι δημιουργός που κινούμαι με ρυθμούς πολύ πιο αργούς από αυτούς του περιβάλλοντός μου, χρειάζομαι πάντα μια χρονική απόσταση για να κατανοήσω και να εκτιμήσω τα πράγματα που συμβαίνουν, δεν θεωρώ ασφαλή τη «γρήγορη» σκέψη και αντίδραση. Από την άλλη, συναισθηματικές καταστάσεις που αποδίδονται μουσικά στο «Emotional Algebra» είναι συχνές και επαναλαμβανόμενες στη ζωή, όπως, για παράδειγμα, η μελαγχολία μετά την απώλεια («Absence») ή η ευφορία που αναδύεται από το «Jamala», το οποίο είναι ένας ύμνος στην ομορφιά. ]
Τι σε έκανε να σκεφτείς όλη αυτή η υπόθεση του κορωνοϊού και πώς βίωσες ως άνθρωπος αλλά και ως μουσικός την καραντίνα;
Νομίζω πως είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για τον σύγχρονο πολιτισμό να «κατεβάσει» ρυθμούς, να σταθεί και να εμβαθύνει, να τον απασχολήσει ξανά η πνευματικότητα και όχι ο υλισμός. Οι υψηλές ταχύτητες οδηγούν νομοτελειακά στη φθορά και τη σύγκρουση. Προσωπικά, πέρασα όμορφα με λογοτεχνία, ταινίες, άσκηση και συντροφικότητα. Ήταν μια περίοδος ποιοτικού χρόνου και αναστοχασμού. Ως μουσικός την βίωσα πιο άσχημα, αφενός γιατί μου έλειψε το να συνευρεθώ με άλλους μουσικούς, αφετέρου γιατί έχω κουραστεί από τις απανωτές κρίσεις που σταδιακά, εδώ και πολλά χρόνια, θέτουν αυτό το επάγγελμα σε αναστολή.
Μπορούν να παιχτούν ζωντανά τα κομμάτια αυτού του δίσκου ή είναι φτιαγμένος κυρίως για κατ’ ιδίαν ακρόαση;
Ένας από τους λόγους που προχώρησα σε αυτό το εγχείρημα είναι ακριβώς επειδή τα κομμάτια μπορούν να παίζονται ζωντανά με τους ίδιους μουσικούς που τα ηχογράφησαν και ο ήχος στις ζωντανές εμφανίσεις να είναι πάντα πολύ κοντά σε αυτόν της ηχογράφησης, αλλά, αντίστοιχα, ποτέ ίδιος! Αυτή είναι και η αμεσότητα της jazz, αποτυπώνει την αλήθεια και την ενέργεια της στιγμής χωρίς την επιπλέον «παραγωγή» και τις βελτιωτικές επεμβάσεις που επιτρέπει το στούντιο.
Και τα προσεχή σχέδιά σου, βραχυπρόθεσμα αλλά ίσως και λίγο πιο μακροπρόθεσμα;
Εύχομαι, όταν επανέλθει η κανονικότητα και στη συναυλιακή δραστηριότητα, να παίξουμε με αυτό το σχήμα όπου μπορούμε, εντός και εκτός Eλλάδας, καθώς και με τα υπόλοιπα σχήματα στα οποία συμμετέχω. Δυστυχώς, η πραγματικότητα μας στερεί αυτή την εποχή τη δυνατότητα να κάνουμε μακρόπνοα όνειρα, θα ήθελα πάντως να επανέλθω στην τραγουδοποιΐα με έναν κύκλο τραγουδιών που έχω ήδη έτοιμο από καιρό.
Κρίνοντας από τα μέχρι τώρα πεπραγμένα του Απόστολου Καλτσά έχουμε πολλούς λόγους να το περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον...