Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Ακόμη και σε πλαίσιο εντεινόμενης άμιλλας δεν αμφισβητείται σοβαρά το ποιοτικό πρωτείο της Ορχήστρας Νέων «Γκούσταβ Μάλερ». Η επωνυμία αυτή αντιστοιχεί στον επίσημο πανευρωπαϊκό σχηματισμό νέων μουσικών, που λειτουργεί υπό την αιγίδα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και, για πρώτη φορά φέτος, όπως μας ενημέρωσαν, δεν περιελάμβανε Έλληνα στις τάξεις του. Η Ορχήστρα φιλοξενήθηκε για δύο συναυλίες (3 και 4 Απριλίου) στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών υπό τη μουσική διεύθυνση του ανερχόμενου Ιρανο (Πάρσι) - Γερμανού αρχιμουσικού David Afkham (*Φράιμπουργκ 1983), ηγούμενου, ήδη από το 2014, της Εθνικής Ορχήστρας της Ισπανίας. Η επίσκεψή τους υπήρξε για τους συνεπείς φιλόμουσους ακόμη πιο ευπρόσδεκτη λόγω του ενδιαφέροντος προγράμματος, συνεκτιμωμένου του (σχεδόν) «all Bartok concert» της δεύτερης μέρας.
Με εναρκτήριο λάκτισμα τις -κατά τίτλον τουλάχιστον- ελληνοπρεπείς «Métaboles» (παραγγελία του George Szell για την 40η επέτειο της Ορχήστρας του Κλήβελαντ, πρώτη εκτέλεση: Κλήβελαντ, 14.01.1965), Ορχήστρα και Μαέστρος τίμησαν τον εφέτος εορταζόμενο Γάλλο συνθέτη τους Henri Dutilleux (1916 - 2013), ίσως τον τελευταίο της εθνικότητάς του που διεκδικεί επάξια διαδοχή στη σειρά των διακεκριμένων συμπατριωτών του.
Μιμούμενη μιαν οργανική διαδικασία μεταμόρφωσης, που απαντά επίσης στη γλώσσα και το συντακτικό της, η πενταμερής σύνθεση επιβεβαιώνει την ασφαλή αλλά διόλου ξηρή μορφολογική αντίληψη του Ντυτιγιέ και υπηρετήθηκε με ενθουσιασμό και γνώση από μουσικούς που απέδειξαν ότι ιδιοποιούνται χωρίς προβλήματα μουσική παρόμοιας συνεκτικότητας αλλά και εκτελεστικής δυσχέρειας όπως αυτή, ασφαλώς χάρη και σε επιφανείς ομότεχνους τού Άφκαμ, που προηγήθηκαν εκείνου στο πόντιουμ του Συνόλου, όπως ο Πιερ Μπουλέζ και Χέρμπερτ Μπλόμστετ.
Αν ένας Ντυτιγιέ, και μάλιστα διεθνούς ποιοτικής κλάσης, είναι δυσεύρετος στην Αθήνα, το προνόμιο της διά ζώσης ακροάσεως αμφότερων των κοντσέρτων για βιολί του Béla Bartók (1881 - 1945), και μάλιστα από δεξιοτέχνη του κύρους, της πνευματικότητας και της διαδρομής του Frank Peter Zimmermann αποτέλεσε κυριολεκτικά «μάννα εκ ουρανού».
Ο πλούσιος και ρωμαλέος, ικανός για τις πλέον ανεπαίσθητες αποχρώσεις ήχος του πλημμύρισε ευεργετικά τη μεγάλη αίθουσα και, με λεπταίσθητη ορχηστρική στήριξη, μας χάρισε ένα andante sostenuto του 1ου κοντσέρτου (αρ. κατ. Έργων Μπάρτοκ SZ.36) φθινοπωρινό αλλά και ηλιόλουστo, «εξιδανικευμένη προσωπογραφία» της 18χρονης βιολονίστας Στέφι Γκάγιερ, «ουράνια και γεμάτη εσωτερικότητα», κατά τη διατύπωση του ιδίου του συναισθηματικά αναμεμειγμένου με κείνη -στην οποία και το αφιέρωσε- συνθέτη.
Τόσον εν προκειμένω, όσο και στο καταληκτικό allegro giocoso του νεανικού έργου (1908, πρώτης πλήρης παρουσίαση: 1958), θαυμάσαμε παίξιμο ώριμης ρομαντικής ενδιάθεσης και μαγικές σονοριτέ από το «General Dupont» Stradivari (1727) του παλαιότερου ομότεχνου του σολίστ, βαρώνου Arthur Grumiaux, αλλά και ευτυχείς ισορροπίες εγχόρδων και χάλκινων, όπως και άμεμπτης λογικής εσωτερική αγωγική διαχείριση, χωρίς σύγχυση ή συσκότιση στη λεπτομέρεια της γραφής.
Η πρώτη συναυλία ολοκληρώθηκε με μια 5η συμφωνία του Μπετόβεν που μάς καθήλωσε από την πρώτη ηλεκτρισμένη ατάκα του allegro con brio για να αναπτυχθεί εν συνεχεία με τέμπι τραγικά φορτισμένης ταχύτητας, χωρίς όμως πρόσθετα βάρη στην ευθυβολία της πραγμάτωσής τους. Και αυτό ως αξονική ερμηνευτική επιλογή, συνδυαστική της ρυθμικής πειθαρχίας με την απαραίτητη φωτοσκίαση στο andante con moto και με απόθεμα momentum για την προμηθεϊκή κορύφωση του φινάλε.
Τεχνική κυριαρχία των νεαρών μουσικών και πλήρης έλεγχος του Άφκαμ συνέτειναν στην ανεπαίσθητη πραγμάτωση των οιονεί λεγκάτο αδιάκοπων μεταβάσεων στη σύνθεση «Lontano» (1967) του György Ligeti (1923 - 2006), άσκηση συγχρονισμού και δυναμικής μέχρι το καταληκτικό ηχητικό «μηδέν» του τελικού βασανιστικού morendo της παρτιτούρας.
Ήρεμη και πολυεπίπεδη κυριαρχία απέδειξε ο Τσίμερμαν και στο 2ο κοντσέρτο του Μπάρτοκ (1937-8/α' παρ. 1943), με μουσικά και δεξιοτεχνικά διακυβεύματα υπηρετούμενα από ερμηνεία εξόχως αφηγηματική, γεμάτη χρώματα και με διαλεκτική φυσικότητα έναντι της Ορχήστρας, της οποίας ο κάθε μουσικός επέτυχε ατομική επίδοση εντεταγμένη σε πλαίσιο δυσπρόσιτης εντέλειας συνόλου.
Η «Μουσική για έγχορδα, κρουστά και τσελέστα» (Sz. 106, BB 114, α' παρ. Βασιλεία 1937) -του αυτού Μπάρτοκ- έστεψε λυτρωτικά μια κυριολεκτικά αξιομνημόνευτη συναυλιακή ακολουθία υπό ενθουσιώδεις επευφημίες κοινού ίσως όχι τόσο πολυάριθμου όσο την πρώτη βραδιά, αλλά πάντως συνειδητοποιημένου και -για μια φορά- υποδειγματικής αγωγής.