Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Η συναυλία της «Καμεράτα - Ορχήστρας Φίλων της Μουσικής», που μας απασχολεί σήμερα, μια από τις σημαντικότερες της οσονούπω λήγουσας καλλιτεχνικής περιόδου, ήλθε εξ αναβολής σε προπασχαλινή περίοδο. Η εξέλιξη αυτή αποδείχθηκε εύθετη όχι μόνο λόγω της θρησκευτικής θεματικής των αριστουργημάτων που επελέγησαν, αλλά και επειδή τόσο το Stabat Mater του Giovanni Battista Pergolesi, του έτους 1736, όσο και το Requiem που κατέλειπε ανολοκλήρωτο ο Wolfgang Amadeus Mozart κατά την τελευτή του (1791), αποτέλεσαν «κύκνειες» καταχωρήσεις στην εργογραφία των δύο πρόωρα χαμένων μουσουργών. Στη συναυλιακή πραγματικότητα της χειμαζόμενης από την οικονομική κρίση Ελλάδος, που πάσχει και στον τομέα της συγκρότησης προγραμμάτων ουσιαστικού ιστορικού, θεματικού ή υφολογικού ειρμού, είναι κρίμα που δεν προβλήθηκαν επαρκώς οι συνεκτικές παραλληλίες των έργων της συγκεκριμένης εκδήλωσης (αίθουσα Χρήστος Δ. Λαμπράκης - Φίλων της Μουσικής Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 30/03/2016). Αιτία αυτής της παράλειψης αποτέλεσε οπωσδήποτε η -πρόσφατη τότε- εκδημία μουσικού της Ορχήστρας, στην οποία με προφανή συγκίνηση αναφέρθηκε από σκηνής συνάδελφός της πριν από την ανάκρουση της μουσικής. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν καθιστά περιττή την υπενθύμιση του αγωνιώδους πλαισίου της εύθραυστης υγείας αμφοτέρων των ετοιμοθάνατων συνθετών, του παλιότερου λόγω της φυματίωσης και του ετέρου από αδιευκρίνιστη και πάντως μυθοπλαστικά συσκοτισμένη αιτία.
Με την απόλαυση 26 μόνο Μαΐων στη διάθεσή του, ο ασθενικής κράσης Περγκολέζι κατόρθωσε μολαταύτα να υποκαταστήσει το δικό του Στάμπατ Μάτερ στη -λειτουργική και όχι μόνο- χρήση εκείνου που είχε προμηθεύσει, κατά παραγγελία της αυτής ναπολιτάνικης Confraternità dei Cavalieri di San Luigi di Palazzo, ο πολύς Αλεσσάντρο Σκαρλάττι. Αν και σε μεγάλη αίθουσα, η περίπου 30λεπτη 12μερής σύνθεση υπηρετήθηκε με βιωματικό και στιλιστικό βάθος, ενώ η εμφατική διεύθυνση συνοδευόταν από εύστοχη στίξη της μουσικής. Αλλά και το φωνητικό δίδυμο που συναπάρτισαν η υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου και η εξίσου διεθνώς διακεκριμένη μεσόφωνος Romina Basso, πρόσφατο ατομικό δίσκο της οποίας συνυπέγραψε ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, ανέδειξε, τόσο μεμονωμένα όσο και συνδυαστικά, υγιή μεταλλική λάμψη, αυστηρή μουσικότητα εποχής, απρόσκοπτη προβολή στον χώρο και έντονη διαλογικότητα στις δυωδίες. Απολαύσαμε το αθροιστικό momentum στη διαδοχή των σύντομων μερών, την άκρα πλαστικότητα στην εσωτερική διαχείριση της ρυθμικής αγωγής, τον χώρο που αφιερώθηκε από τον μαέστρο για την επίταση του εκφραστικού αντίκτυπου.
Το ιδιαίτερο, ατίθασο -και στο βάθος του ρομαντικό avant la lettre- ρουμπάτο του Χρυσικόπουλου εκδηλώθηκε ακόμη εντονότερα στο "Ρέκβιεμ" του Μότσαρτ, διανθισμένο από τη σφιχτά εστιασμένη εκφορά της χορωδίας Armonia Atenea. Τα τέμπι οργανώθηκαν συχνά σε αντιστικτική διαδοχή μεταξύ τους και με ορόσημα της ακολουθίας ένα νευρικό «Christe eleison», ένα επιθετικό «Dies irae», με οργισμένα κρουστά και ενιστάμενα «φυσικά» χάλκινα, ένα εγερτήριο «Rex tremendae Majestatis», ένα δεόντως εσωστρεφές «Lacrymosa», ένα μεγαλοπρεπές «Sanctus». Οι κυρίες του πρώτου μέρους ενισχύθηκαν από τον τενόρο Γιάννη Φίλια, ασφαλέστερο στη μυώδη υπεράσπιση της τεσσιτούρας του έναντι προηγουμένων εμφανίσεών του, και τον μπάσο Πέτρο Μαγουλά, πάντοτε καλλιεπή, αν και λιγότερο «βαθύφωνο» του επιθυμητού, ιδίως στο εκτεθειμένο «Tuba mirum». Η εντελώς ομοιογενής συγκρότησή τους σε κουαρτέτο θα προϋπέθετε πάντως συμβίωση μεγαλύτερου αριθμού δοκιμών.
Συμπερασματικά, δεν είναι μικρό επίτευγμα το γεγονός ότι η ανάγνωση του «Ρέκβιεμ» λειτούργησε ενοποιητικά σε σχέση με την εισέτι μη επαρκώς γνωστή ποσόστωση του έργου που αποδίδεται στον Franz Xaver Süssmayr (ο Μότσαρτ ολοκλήρωσε μόλις τα δύο πρώτα μέρη...). Όσο δε για την ερμηνευτική προαίρεση, αυτή κατέτεινε ανενδοίαστα μάλλον σε θεατρική, παρά θεολογική στόχευση, επιλογή ουδαμού προφανέστερη από την καταληκτική κίνηση, με την ακροτελεύτια τεράστια παύση και την εν κατακλείδι τολμηρή διάταση της δυναμικής από τη χορωδία. Μια ανάγνωση, λοιπόν, ενοχλητική για ορισμένους λάτρεις μιας ερμηνευτικής παράδοσης, αναψυκτική όμως για ισχυρές κράσεις και απροκατάληπτες ιδιοσυγκρασίες. Μας κράτησε σε εγρήγορση, μας προβλημάτισε δημιουργικά και της το οφείλουμε!