Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Έχουμε συχνά εκφράσει προτίμηση για την αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών ως χώρο όπερας. Mε ζεστή και ισόρροπη ακουστική, τόση αντήχηση όση αποτρέπει την ηχητική ξηρότητα και με τις τεχνικές προϋποθέσεις που επιτάσσει η σύγχρονη αντίληψη γοργής αλλαγής του σκηνικού, ώστε να υπηρετείται η δραματική συνέχεια του έργου. Πέραν όλων αυτών εντάσσεται σε κτηριακό σύμπλεγμα αφιερωμένο στη Μουσική και επιπλέον κείμενο σε κεντρικό σημείο του αστικού ιστού. Απαιτήθηκε, ωστόσο, ένα κάταγμα, προκειμένου να έλθουμε στη θέση των προσώπων με κινητικά προβλήματα, για τα οποία η πρόσβαση στο νεώτερο των κτηρίων του ΜΜΑ από τη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, ου μην και κυρίως στη συγκεκριμένη αίθουσα, προβλέπει αλλεπάλληλα κλιμακοστάσια, εξ υποθέσεως επώδυνα για τους εξ ημών μονίμως ή περιστασιακά ατυχείς.
Η πολλοστή επανάληψη του «Ριγκολέττο» από την ΕΛΣ, στην ήδη καθιερωμένη παραγωγή και διδασκαλία του Νίκου Πετρόπουλου, έχει επανειλημμένως τύχει σχολιασμού από τη στήλη, γεγονός που παρέχει την άνεση δαπάνης χώρου σε «λεπτομέρειες» που ίσως φαντάζουν επουσιώδεις, ταλαιπωρούν, όμως, τον ειδήμονα θεατή. Μια από αυτές είναι η τάση των υπερτίτλων να παραφράζουν το λιμπρέτο, ενίοτε μάλιστα εσφαλμένως, αντί να το αποδίδουν με τη γραμματική και νοηματική συνέπεια που τού αρμόζει. Όταν, λοιπόν, το εναρκτήριο ερώτημα του επώνυμου πρωταγωνιστή «Che avete in testa signor di Ceprano?» παρερμηνεύεται ως «Τι έχετε το μυαλό σας», αντί του ορθού «Τι έχετε στο κεφάλι σας» (υπονοούνται τα «κέρατα» της απιστίας που βαραίνουν τον δύσμοιρο κόμη), τότε κάτι δεν πάει καλά. Λίγο αργότερα, κατά τη συνάντηση γνωριμίας του Ριγκολέττο με τον επαγγελματία δολοφόνο Σπαραφουτσίλε, η επαναλαμβανόμενη με δέος από τον πρώτο διαπίστωση «Demonio!» αποδόθηκε διά του συγκαταβατικού επιθέτου «δαιμονικό» αντί της γεγραμμένης επιφώνησης «Δαιμόνιο! -ή Δαίμονα!-». Για να μην αγγίξουμε την αυθαίρετη παράβλεψη της πρόνοιας του ποιητή, για μεταξύ των χαρακτήρων απεύθυνση στον ενικό ή τον πληθυντικό ευγενείας, επιλογή κάθε άλλο παρά στερούμενη ουσίας.
Η ίδια η παραγωγή, ωστόσο, καταγράφει χρυσή ωρίμανση στο παραστατικό της σκέλος, ασφαλώς αγκυροβολημένη στην αναπαραστατική λεπτολογία του χωρόχρονου μεταφοράς της πλοκής και αφομοιωμένη πλέον από τους συντελεστές της. Και τι συντελεστές στην παράσταση της 18ης Μαρτίου που παρακολουθήσαμε. Παλαιός γνώριμος των «Ολυμπίων», αλλά ως λαμπρή μετάκληση εκ του εξωτερικού πλέον, ο Δημήτρης Πλατανιάς μοιάζει φτιαγμένος γι' αυτόν τον συναρπαστικό ρόλο, όπου Ουγκώ και Πιάβε προκαλούν με μιαν αρχαϊκής τραγικότητας προσωπογραφία. Στον ευσύνοπτο χώρο μιας μικρής αίθουσας, όπως αυτή, το αδιάκριτο βλέμμα απόλαυσε την υποκριτική ξηρότητα του βαρυτόνου να εκπέμπει αυξημένη εσωτερίκευση της συμπλεγματικής προσωπικότητας του γελωτοποιού. Η φωνή του κατακτά με τον εκφραστικό πλούτο, το θαυμάσιο μέταλλο, την ασφάλεια της εξαγγελίας σε όλη την εντός και εκτός παρτιτούρας τεσσιτούρα, με την τόσο προσωπική διαχείριση της parola scenica. Ο συνδυασμός του με τη Βασιλική Καραγιάννη μάς φέρνει σε μιαν άλλη, ήδη ιστορική, ερμηνεύτρια της Τζίλντα, που, παρά την ήδη εκτενή εμπειρία της στον ρόλο, εξακολουθεί να τον αποδίδει με την απαραίτητη παρθενικότητα. Η νεανική φωνή, στον εύθραυστο αστερισμό της ελαφριάς κολορατούρα, καταγράφει περιορισμένη φθορά μέσα στον χρόνο, και πάντως η μουσικοδραματική ιδιοποίηση του μέρους ανέδειξε σπαρακτικά ντουέτα και κρυστάλλινες υπερπτήσεις στο κουαρτέτο. Την ευτυχία μας συμπλήρωσε η επιστράτευση για τον ρόλο του Δούκα, μετά από πολλά χρόνια, ενός τραγουδιστή νεανικού, με ιταλική σχολή και την απαραίτητη φωνητική αιχμή για την ακανθώδη μουσική και σκηνική υπόκριση του αδίστακτου γόη. Ο Κορεάτης Χο-Γιουν Τσανγκ επιβεβαίωσε τους υψηλούς ποιοτικούς όρους, υπό τους οποίους οι ομοεθνείς του εποικίζουν τις σημαντικότερες λυρικές σκηνές της Οικουμένης. Τη διανομή συμπλήρωσαν η πειστική Μανταλένα της Μαρισίας Παπαλεξίου, ο κομψός Σπαραφουτσίλε του Πέτρου Μαγουλά, ο επιβλητικός Μοντερόνε του Δημήτρη Κασιούμη, ο αλαζονικός Μαρούλο του Άκη Λαλούση, η καρατερίστα Τζοβάννα της Αλεξάνδρας Ματθαιουδάκη, ο δηκτικός Μπόρσα του Γιάννη Κάβουρα. Η γεμάτη ενέργεια συμμετοχή της χορωδίας της ΕΛΣ και η έντονα δραματική διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη ολοκλήρωσαν έναν πραγματικό θρίαμβο συνόλου, για μάς ο υψηλότερος των επαίνων...