Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Η αρνητική πολιτική δημοσιότητα που εσχάτως εκπέμπεται από την Ουγγαρία και την Πολωνία δεν θα πρέπει να οδηγήσει στην παραγνώριση της βαριάς πολιτιστικής ταυτότητας χωρών οι οποίες αποτελούν πολύτιμες προσκτήσεις μιας ενωμένης Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, τίποτε ίσως δεν τοποθετεί εναργέστερα τη σύγχρονη Ουγγαρία στο διεθνές τοπίο του λόγιου μουσικού πολιτισμού από την Ορχήστρα του Φεστιβάλ της Βουδαπέστης, σχηματισμό που έχει καθιερωθεί ως μια από τις σημαντικότερες ορχήστρες παγκοσμίως χάρη στον ιδρυτή και καλλιτεχνικό διευθυντή της Ίβαν Φίσερ (*1951), νεότερο αδελφό του επίσης διάσημου αρχιμουσικού Άνταμ Φίσερ.
Σε συνέχεια παλαιότερων αξιομνημόνευτων εμφανίσεων του συνδυασμού στην Αθήνα, η Ορχήστρα εμπλούτισε τις ειδούς του παρελθόντος Νοεμβρίου όχι μόνον με δύο προγράμματα, ένα του 19ου και ένα του 20ού αιώνα, αλλά και με ειλικρινή συγκίνηση, αφού ο ίδιος ο Φίσερ αναφέρθηκε στη νωπή μνήμη των θυμάτων της τρομοκρατικής επιδρομής στο Παρίσι (13/11) και έψαλε μαζί με τους μουσικούς του, a cappella ου μην μελωδικότατα, το γνωστό από τα «Πάθη κατά Ματθαίον» του Γ.Σ.Μπαχ χορικό «O Haupt voll Blut und Wunden»...
Πρώτο έργο μιας συναυλίας γενναιόδωρης σε διάρκεια και προκλήσεις (15/11/2015) υπήρξε το θηριώδες όσο και άχαρο για τον πιανίστα 1ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, έργ. 15 του Γιοχάννες Μπραμς, ευκαιρία ανανέωσης της επαφής μας με τη χαρακτηριστικά ατρόμητη αλλά και μουσικά εμπερίστατη τέχνη του Δημήτρη Σγούρου. Σγούρος και Φίσερ χάρισαν μιαν ανάγνωση με εύλογη και φυσική ερμηνευτική ροή, όχι μόνο σε σχέση με τη διαχείριση της δραματικής πρώτης κίνησης, αλλά και, κυρίως, σε μιαν ασυνήθως ισχυρή βίωση του αργού μέρους, με ιδιαιτέρως εναργή διάλογο του πιάνου και της ορχήστρας. Η διάταξη της τελευταίας, στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου των Αθηνών, με χωρισμένα βιολιά στο προσκήνιο, τσέλα επίσης διαμερισμένα σε δεύτερο επίπεδο και κοντραμπάσα στο βάθος, πίσω από τα ξύλινα πνευστά, απέδωσε μια ηχητική εικόνα εξαιρετικά διάφανη και αναλυτική, που πρόβαλε τα άμεμπτα έγχορδα και τα υγρά κόρνα σε ιδεώδη προοπτική έναντι του πληκτροφόρου.
Η νευρώδης, δυναμική αλλά και πειθαρχημένη ανάγνωση της 3ης συμφωνίας του Μπετόβεν, που ολοκλήρωσε το πρώτο αυτό πρόγραμμα, διεκδίκησε τον αντίποδα εκείνης του Ζούμπιν Μέτα, επικεφαλής της Φιλαρμονικής του Ισραήλ, του μόλις προηγούμενου μήνα στην ίδια αυτή αίθουσα, με δεδομένο μάλιστα ότι, παρά την σε ορισμένο βαθμό ιδιοποίηση μιας μουσικολογικά πιο ενημερωμένης οπτικής για τη μουσική αυτή, η ανάγνωση των Ούγγρων παρέμεινε προσγειωμένη, χωρίς αναχωρήσεις από την κοινή παράδοση αμφοτέρων, εστιασμένη σε κλασικό κεντροευρωπαϊκό στίγμα.
Με την εισαγωγή πάνω σε εβραϊκά θέματα του Σεργκέι Προκόφιεφ, η συναυλία της επομένης έθεσε πιο ψηλά τον πήχη σ' ένα κοινό εθισμένο σε περιορισμένο ορίζοντα που φοβάται ακόμη και τον απώτερο 20ο αιώνα. Σε αυτό το επίπεδο, έστω και αν η δεξιοτεχνικά και ερμηνευτικά πολυτελής εκτέλεση ευνοούσε τη μουσική κατανόηση και την καθαρά συμφωνική απόλαυση της σύνθεσης, που επιπροσθέτως μετατράπηκε σε κονσέρτο «τσέπης" για το παρά τω αρχιμουσικώ ιστάμενο κλαρινέτο, μάς έλειψε όμως η σαρδόνια αίσθηση μιας ενδεχομένως λιγότερο καλογυαλισμένης ανάγνωσης.
Με το 2ο κοντσέρτο για βιολί, έργ. 63, του ιδίου βρεθήκαμε μεν αντιμέτωποι με την ώριμη τέχνη ενός διαπρεπούς βιολονίστα, αλλά και με την οδυνηρή ανάμνηση ενός κατάξανθου νεαρού debutant της δισκογραφίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Ο λόγος για τον καθιερωμένο πλέον, αλλά φευ αγνώριστο Thomas Zehetmair (*1961). Διανοούμενος μουσικός με επιδόσεις πλέον και στη διεύθυνση της ορχήστρας, ο Γερμανός πρόσφερε μιαν ερμηνεία σαγηνευτική στην αφήγηση, συγκροτημένη στη σύλληψη, κυρίαρχη των εναλλαγών ατμόσφαιρας, ασφαλή στην αδιατάρακτη αρτιότητα της μελωδικής γραμμής για την ονειρώδη β' κίνηση, με εκφραστικό έρμα, με αυτοσυγκράτηση στη σαρκαστική προβολή της δεξιοτεχνίας. Απαιτητικό και το rarissimum β' μέρος από σονάτα για σόλο βιολί (1927) του Καρλ Αμαντέους Χάρτμαν (1905 - 1963) ως ευχαριστήρια προσφορά του καλλιτέχνη προς το κοινό του.
Με ένα δίπτυχο μπαλέτων του Ίγκορ Στραβίνσκι ολοκληρώθηκε η βραδιά, το εισαχθέν στα ελληνικά από τον Φίσερ και λιγότερο σύνηθες «Χαρτοπαίγνιο» (Jeu des cartes), δραματοποιημένο από τους μουσικούς, αλλά με κάποιο έλλειμμα ιδιωματικότητας, που ακολούθησε η σουίτα από το οικείο «Πουλί της φωτιάς», ευκαιρία για την Ορχήστρα να επιδείξει δυνατότητες ανάπτυξης τεράστιου εύρους δυναμικής, ενδεικτικού των δυνατοτήτων τόσο των φιλοξενουμένων μας όσο και της αιθούσης...