Του Λέανδρου Πολενάκη
Οι «12 ένορκοι» του χολιγουντιανού σεναριογράφου Ρέτζιναλντ Ρόουζ, ήταν μια θρυλική αμερικανική τηλεταινία του 1954 που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Σίντνεϊ Λιούμετ (η πρώτη του σκηνοθεσία), έκανε πολλά remake σε όλο τον κόσμο (η ρωσική εκδοχή ήταν του Νικήτα Μιχάλκοφ), για να αποτελέσει μια μεγάλη θεατρική επιτυχία στο Λονδίνο το 1964.
Ποιο είναι το "στόρι"; Στη Νέα Υόρκη του 1957 ένα αλλοδαπό αγόρι δεκαέξι χρόνων δικάζεται για τον φόνο του πατέρα του. Αν οι ένορκοι τον κρίνουν ένοχο, θα οδηγηθεί άνευ άλλου στην ηλεκτρική καρέκλα. Παρακολουθούμε τη συνεδρίαση των ενόρκων και συγχρόνως μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται το ψυχογράφημα μιας ολόκληρης κοινωνίας με τις ταξικές αντιθέσεις, τις προκαταλήψεις, τις εμμονές, τα σύνδρομα και τα πάθη της. Ένας μόνο ένορκος επιμένει στη διερεύνηση της υπόθεσης μέχρι τέλους πείθοντας και τους άλλους να δώσουν ψήφο απαλλακτική «λόγω αμφιβολιών». Ωστόσο το έργο δεν είναι «αστυνομικό» με την κλασική έννοια του όρου. Δεν μαθαίνουμε ποτέ αν το αγόρι πράγματι σκότωσε τον πατέρα του. Ο στόχος είναι άλλος, και είναι στόχος πολιτικός: να ξυπνήσει στον θεατή το αίσθημα της αδιαίρετης δικαιοσύνης, που συμπίπτει με τον ανθρωπισμό, την επιείκεια, τη χάρη και στηρίζεται στον δημοκρατικό διάλογο.
Ακροτελεύτια φράση του έργου, που κάμπτει και τον τελευταίο «σκληρό» από τους ενόρκους, είναι: «Αφήστε το παιδί να ζήσει». Και ο στόχος επιτυγχάνεται. Αυτός είναι ο κύριος λόγος της παγκόσμιας επιτυχίας του έργου: ότι καταφάσκει τον συναινετικό διάλογο, ενώ συγχρόνως κεντρίζει ένα κοιμισμένο, βαθύ αίσθημα δικαιοσύνης, κοινό και αδιαίρετο σε όλους τους λαούς, σε όλες τις εποχές, σε όλους τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, σε πολλές πολιτείες των οποίων εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ισχύει η θανατική ποινή, παράλληλα με την αντίληψη «οφθαλμόν αντί οφθαλμού».
Το έργο τονώνει την πίστη στον θεσμό των ορκωτών δικαστηρίων με λαϊκούς δικαστές, βάζει στο στόχαστρο, χωρίς να το δηλώνει, την ίδια τη θανατική ποινή και απομονώνει τους, συνειδητούς ή μη, «τα φαιά φορούντες» οπαδούς της. Είναι καλό να παίζεται αυτό το έργο σήμερα στην Ελλάδα, όπου το κοινό αίσθημα δικαίου έχει διαβρωθεί επικίνδυνα τα τελευταία σαράντα - πενήντα χρόνια και χρειάζεται αλεπάλληλες τονωτικές ενέσεις για να μην πεθάνει οριστικά.
Στο θέατρο «Αλκμήνη», σε καλή μετάφραση, δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία της νέας Κωνσταντίνας Νικολαΐδη, επαρκή κινησιολογία της Χριστίνας Φωτεινάκη, αναπεπταμένα σκηνικά του David Negrin, κοστούμια της Κικής Μήλιου, φωτισμούς Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, μουσική Γιώργου Περού, όλα συντονισμένα και επικεντρωμένα, δίνεται μια «χορταστική» του αισθήματος δικαιοσύνης παράσταση, με άριστη διανομή και ένα επιτελείο καλά διδαγμένων, ικανών ηθοποιών.
Ο Χριστόδουλος Στυλιανού στον ρόλο του κεντρικού «ήρωα» και «ηγέτη» της ομάδας, είναι καίριος και λιτός. Ως «κακός» της ιστορίας (αλλά με καλή καρδιά στο βάθος) διαλάμπει ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος. Ο Περικλής Λιανός δίνει ανεπίληπτα, με γνώση, μέτρο, υπόγειο χιούμορ και διαρκή εσωτερικό ρυθμό τον μέσο άνθρωπο, τον «ώσπερ ημείς» κατά τον Αριστοτέλη. Ο παλαίμαχος Τρύφων Καρατζάς χειρίζεται σοφά την ηλικία του ρόλου του και ο νέος Αλέξανδρος Πέρρος με άψογη τεχνική και ευφάνταστα έναν ρόλο χωρίς ηλικία.
Ο Γιώργος Γιαννόπουλος γίνεται μια εντελής φιγούρα λαϊκής, απορούσας ψυχής. Ο Αυγουστής Κούμουλος στήνει εύστοχα, με αδρές πινελιές, έναν αναγνωρίσιμο τύπο μικροαστού. Ο Χάρης Μαυρουδής είναι «μέσα» στον τύπο του «ουδέτερου» και «χλιαρού», που ψηφίζει πάντα «παρών». Οι Κωνσταντίνος Μουταφτσής, Βασίλης Παλαιολόγος, Μανώλης Ιωνάς, Απόλλων Μπόλλας στέκουν ισάξια και διακριτά σε μια μαχόμενη παράσταση συνόλου.