Του Λέανδρου Πολενάκη
Στο «Κέντρο ελέγχου τηλεοράσεων» στην Κυψέλη δίνεται το έργο - ντοκουμέντο του Λωράν Μωβινιέ: «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη». Το έργο αναφέρεται σε ένα πραγματικό συμβάν: Ένας εικοσιπεντάχρονος νεαρός από τη Μαρτινίκα αφαίρεσε από τα ράφια ενός σούπερ μάρκετ της Λυών ένα κουτάκι μπύρα και το κατανάλωσε επί τόπου. Τον συνέλαβαν οι σεκιουριτάδες, τον οδήγησαν σε μια αποθήκη και τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραφαν το γεγονός.
Από αυτό το περιστατικό ξεκινώντας ο συγγραφέας συνθέτει μια αφήγηση που δεν αναπαριστά αλλά ξαναπλάθει την ιστορία ιδωμένη μέσα από ένα παραμορφωτικό πρίσμα: μετακινούμενη συνεχώς, από τη συνείδηση του θύματος σε εκείνη των δημίων του, αλλά και των γονιών του θύματος ή των τρίτων, αμέτοχων τηλεθεατών που «καταναλώνουν» την «εικόνα» της στη «μικρή οθόνη». Ένας αφηγητής που παραμένει ώς το τέλος ανώνυμος, απευθύνεται στον αδελφό του θύματος (τη συλλογική συνείδηση;). Η αφήγησή του είναι ατέρμονη ελλειπτική, χωρίς παύσεις, χωρίς ανάσες, χωρίς καμία τελεία - και χωρίς ελπίδα. Πάει πιο πέρα, στην απόγνωση... Το πεζό κείμενο αρχίζει με ένα «και», για να τελειώσει με μια παύλα. Κατορθώνοντας να «κρεμάσει» σε λόγο τρομερό την απουσία, τον πόνο και τη λήθη που σκεπάζουν ένα τέτοιο θάνατο, ενός πολίτη δεύτερης κατηγορίας, που είχε την ατυχία να μην ανήκει στη φυλή των «κυρίων». (Διατηρώ την αίσθηση, ωστόσο, ότι η θεατρική μεταγραφή της Τομπούλη θα μπορούσε να το πυκνώσει ακόμα πιο πολύ καθέτως, μειώνοντας τον οριζόντιο χρόνο του). Ένα κείμενο βαθιά πολιτικό και συνάμα ποιητικό, που θέλει «τσαγανό» και «βαθιά» ψυχή, για τον σκηνοθέτη που θα το διδάξει και για τον ηθοποιό που θα το σηκώσει.
Η Άσπα Τομπούλη έχει διδάξει το κείμενο, λέξη προς λέξη, όχι σαν οποιοδήποτε έργο προς αναπαράσταση αλλά σαν μια άτυπη σελίδα τραγωδίας, κάτω από τη σκοπιά του αδυσώπητου και της σκοτεινής μοίρας. Με μία μόνο λέξη, θα το έλεγα: «Καφκικά». Ο εξαιρετικά προικισμένος, πολυδύναμος ηθοποιός Νίκος Νίκου το παίρνει και το προεκτείνει ώς τον εφιάλτη, ενώνοντας τους πολλούς ρόλους σε έναν, με γέφυρα το μαρτυρικό σώμα.
*
Στο καινούργιο έργο της «Πόρτες», η Χρύσα Σπηλιώτη ανατέμνει με χιούμορ καυστικό τον μικρόκοσμο της νεοελληνικής οικογένειας, με τις παθογένειες και τα σύνδρομά που τη χαρακτηρίζουν. Για να φέρει στο φως τους πολύπλοκους αμυντικούς και άλλους μηχανισμούς, οι οποίοι τη μετατρέπουν σε ένα οχυρωμένο «κάστρο» απέναντι σε κάθε ξένο, πραγματικό ή φανταστικό «εισβολέα», που τυχόν θα έρθει, απρόσκλητος, για να ταράξει την αυτάρεσκη ναρκισσιστική «γαλήνη» της.
Μια νέα γυναίκα, πετυχημένη επιχειρηματίας και ώριμη σε όλα τα άλλα, πανικοβάλλεται κάθε φορά που χρειάζεται να περάσει από οποιαδήποτε πόρτα, μαζί με άλλους ανθρώπους (άνδρες κυρίως). Αναζητώντας λύση στο πρόβλημά της με τη βοήθεια ενός ψυχαναλυτή, καλείται να ξεκλειδώσει αλλεπάλληλες «πόρτες» του παρελθόντος της. Κάθε μια κρύβει και μια νέα έκπληξη που την φέρνει ολοένα πιο κοντά στο κέντρο του σκοτεινού λαβύρινθου, ώς την τελική λύτρωση (;).
Γραμμένο με αφαιρετική λιτότητα και απαλλαγμένο από κάθε είδους λογοτεχνικά συμφραζόμενα, το έργο εκτυλίσσεται με πυρήνα τον πλατωνικό μύθο του «Σπηλαίου», με τους δεσμώτες ενοίκους του, που βλέπουν μόνο σκιές να προβάλλονται απέναντι και τις εκλαμβάνουν ως αληθινούς ανθρώπους. Ένα έξοχο εύρημα που επιτρέπει στον σημερινό θεατή, δεσμώτη εξίσου μιας πλαστής τηλεοπτικής εικόνας - σκιάς, να βγάλει τα χρήσιμα συμπεράσματά του.
Η σκηνοθεσία του Αυγουστίνου Ρεμούνδου (χορογραφίες και κίνηση της Κάτιας Σαβράμη), στο πανέμορφο «Αγγέλων Βήμα» (παίζεται Δευτερότριτα), στο πλαίσιο του φεστιβάλ νεοελληνικού έργου που οργανώνει η Λεία Βιτάλη, είναι αρκούντως δημιουργική, κατορθώνοντας να μοιράσει ισοδύναμα δέκα ρόλους σε τρεις ικανούς ηθοποιούς. Μια παράσταση - ψυχαναλυτικό θρίλερ, ζογκλερικών ρυθμών, σε ύφος ρεαλιστικό και ταυτόχρονα «φευγάτο», που «κλείνει το μάτι» στον θεατή, διασκεδάζοντας και συνάμα προβληματίζοντάς τον. (Ευγενία Αποστόλου, Σπύρος Βάρελης, Αυγουστίνος Ρεμούνδος).