"Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πεθαίνει για κάτι τόσο μηδαμινό..." Η ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου κάποιος μπορεί να βρει τον θάνατο "για ένα κουτάκι μπύρα", αρκεί να έχει το λάθος χρώμα ή τη λάθος θρησκεία, αποτελεί την αφορμή για τον Γάλλο συγγραφέα Laurent Mauvignier να αναρωτηθεί για την ευκολία με την οποία τέτοια αποτρόπαια γεγονότα, αμέσως μόλις χαθεί η τηλεοπτική τους "λάμψη", περνούν στη λήθη και στη σιωπή...
Στο έργο του Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, που παρουσιάζεται σκηνοθετημένο από την Άσπα Τομπούλη, με ερμηνευτή τον Νίκο Νίκα, στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, στην Κυψέλη από σήμερα και κάθε Σαββατοκύριακο, ο Λοράν Μοβινιέ αφορμάται από ένα περιστατικό του αστυνομικού δελτίου, που συνέβη το 2009.
Ένας εικοσιπεντάχρονος, Γάλλος υπήκοος με καταγωγή από την Μαρτινίκα, μπαίνει σε ένα σούπερ μάρκετ, παίρνει ένα κουτάκι μπύρα και το πίνει. Τέσσερις σεκιουριτάδες τον πλησιάζουν, τον οδηγούν στα υπόγεια του καταστήματος και τον ξυλοκοπούν άγρια, με αποτέλεσμα να πεθάνει από μηχανική ασφυξία. Η είδηση απασχολεί για λίγο τις εφημερίδες και στη συνέχεια λησμονιέται.
Με αφορμή τη δολοφονία, ο συγγραφέας εστιάζει στην άλογη βία και την αγριότητα της καθημερινότητας, με συνήθη θύματα μετανάστες, άστεγους, ανθρώπους του περιθωρίου. Τον ενδιαφέρει η λήθη και η σιωπή που σκεπάζουν τον θάνατο ενός αφανούς, ενός κοινωνικού παρία, ενός πολίτη που η φωνή του δεν ακούγεται ποτέ. Μέσα από τον ανώνυμο αφηγητή του, δημιουργεί ένα κείμενο μοναδικής πυκνότητας και δύναμης, που μετατοπίζεται αδιάκοπα, μιλώντας άλλοτε από την σκοπιά του θύματος άλλοτε από την σκοπιά των θυτών, των γονιών του θύματος ή τυχαίων ανθρώπων. Συνθέτει, έτσι, ένα κείμενο βαθιά πολιτικό, που φέρνει τον θεατή/αναγνώστη αντιμέτωπο με την ατομική του ευθύνη απέναντι στα κοινά, τη συλλογική μνήμη, την ενοχή...
Η μετάφραση του κειμένου της παράστασης είναι του Σπύρου Γιανναρά (εκδόσεις Άγρα), τα σκηνικά και τα κοστούμια της Άσης Δημητρολοπούλου και ο σχεδιασμός ήχων του Δημήτρη Ιατρόπουλου.