ΒΕΝΕΤΙΑ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ
Η πολιτική διασκευή της «Ορέστειας» από τον Γιώργο Ζώη στην ταινία του «Interruption» (Διακοπή) προβλημάτισε και συζητήθηκε εδώ στη Βενετία, τόσο για την «πειραματική» δομή της όσο και για την αναγωγή σε διλήμματα της εποχής μας, με τους χαρακτήρες στο φιλμ να θέτουν το ερώτημα «ποιος θα ήταν ο ρόλος του Ορέστη στις σημερινές συνθήκες;». Η ταινία επικαιροποιεί ερωτήματα για τον ρόλο της βίας και της μη βίας, της δημοκρατικής συμμετοχής, ενώ θέτει ταυτόχρονα το ζήτημα της διαχρονικής ύβρεως, καθώς, σε μια θεατρική παράσταση της «Ορέστειας», μια ομάδα αγοριών και κοριτσιών, με όπλα στα χέρια, διακόπτουν την παράσταση, προσκαλώντας τους θεατές να ανέβουν στη σκηνή μαζί τους και να συμμετάσχουν σε ένα καθοριστικό restart της παράστασης...
Ο Ιταλός Λούκα Γκουαντανίνο συμμετείχε στη φετινή Μόστρα με την ταινία «A Bigger Splash», όπου η Τίλντα Σουίντον υποδύεται μια ροκ σταρ που αναζητεί ανάπαυση και ηρεμία απομονωμένη σε ένα μικρό ιταλικό νησί, έπειτα από μια επέμβαση στις φωνητικές χορδές της... Το φιλμ έχει γυριστεί στην Παντελερία, ένα μικρό νησί κάτω από τη Σικελία, σχεδόν στο κέντρο της Μεσογείου και κοντά στις αφρικανικές ακτές. Ακριβώς λόγω της γεωγραφικής του θέσης, το νησί υποδέχεται συνεχώς πλήθος προσφύγων από την Αφρική. Το θέμα αυτό θίγεται ελάχιστα στην ταινία, που επιμένει στα ψυχολογικά προβλήματα των βασικών χαρακτήρων. Στη δημοσιογραφική προβολή, λόγω της φορτισμένης ατμόσφαιρας με τις εικόνες των πτωμάτων που ξεβράζει σχεδόν καθημερινά η Μεσόγειος, υπήρξαν αντιδράσεις και αποδοκιμασίες για τη σκηνοθετική προσέγγιση.
Στην ταινία «Το κορίτσι από τη Δανία» του Βρετανού σκηνοθέτη Τομ Χούπερ («Ο λόγος του βασιλιά»), «επιστρέφουμε» στη Δανία της δεκαετίας του '20, όπου ο Αϊναρ Βέγκενερ, ένας καλλιτέχνης, έγινε ο πρώτος άνθρωπος που προχώρησε σε εγχείρηση αλλαγής φύλου. Ο Έντι Ρέντμεϊν πρωταγωνιστεί σε αυτό τον εξαιρετικά δύσκολο ρόλο, βάζοντας ήδη υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Ο Ρώσος Αλεξάντρ Σοκούροφ άφησε πολύ καλές εντυπώσεις με την τελευταία του ταινία «Francofonia», για τις σχέσεις τέχνης και εξουσίας, όπου «θέμα» του είναι το μουσείο του Λούβρου στο κατεχόμενο από τους Γερμανούς Παρίσι. «Η Ευρώπη πάντα μου φαινόταν σαν ένα είδος ενωμένης οικογένειας», λέει ο Σοκούροφ. «Ο πολιτισμός είναι το θεμέλιο αυτής της οικογένειας, οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν δημιουργήσει έναν σπουδαίο πολιτισμό, όπου η μουσική, η τέχνη και η λογοτεχνία συγκλίνουν σε ένα κοινό σύνολο».
«Ράμπιν, η τελευταία μέρα» ονομάζεται η νέα ταινία του Ιραηλινού σκηνοθέτη Άμος Γκιτάι, που προβλήθηκε στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Βενετίας. Αναφέρεται στην ημέρα που δολοφονήθηκε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν, πριν από είκοσι χρόνια, από έναν Ισραηλινό ακροδεξιό εξτρεμιστή, γεγονός που οδήγησε σε αδιέξοδο τις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους. Έναν χρόνο πριν τη δολοφονία του, ο Ράμπιν είχε μοιραστεί το Νόμπελ Ειρήνης με τον Σιμόν Πέρες και τον Γιάσερ Αραφάτ. «Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο Ισραήλ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Ράμπιν ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που παρουσίασε μια διαφορετική πολιτική, μια πολιτική για την επίτευξη ειρήνης» είπε στη συνέντευξη Τύπου ο Άμος Γκιτάι. «Ενδιαφερόταν μέσα από την πολιτική του για την ύπαρξη του 'άλλου'». Και πρόσθεσε ότι ένιωσε την ανάγκη να γυρίσει αυτή την ταινία όχι μόνο ως σκηνοθέτης αλλά και ως πολίτης του Ισραήλ.
Πράγματι, η έρευνα για τη δολοφονία Ράμπιν, όπως ξεδιπλώνεται στην ταινία, αποκαλύπτει ένα σκοτεινό παρασκήνιο που οδήγησε στην εκτέλεση του ηγέτη της χώρας, μια υποκουλτούρα του μίσους που τροφοδοτείται από την υστερική ρητορική και την πολιτική ίντριγκα: Εδώ περιλαμβάνονται οι εξτρεμιστές ραβίνοι που καταδίκασαν τον Ράμπιν, επικαλούμενοι το Ταλμούδ, οι δεξιοί πολιτικοί που συμμετείχαν στην εκστρατεία εναντίον του, οι Ισραηλινοί έποικοι, για τους οποίους η ειρήνη σήμαινε προδοσία, αλλά ακόμη και μέλη των μυστικών υπηρεσιών ασφαλείας, που είδαν τι ερχόταν και απέτυχαν να το αποτρέψουν. Ο σκηνοθέτης φωτίζει τη διαρκώς αυξανόμενη παρουσία του μίσους στην ισραηλινή κοινωνία σήμερα. «Με ενδιέφερε να διερευνήσω ό,τι οδήγησε στη δολοφονία του Ράμπιν. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Οι προοπτικές της ειρήνης έχουν εξαφανιστεί, όπως και τα όνειρα της ομαλότητας που υπήρχαν τη δεκαετία του '90. Όμως, όλοι αυτοί που έκαναν δυνατή τη δολοφονία του πρωθυπουργού είναι ακόμα γύρω μας. Στην πραγματικότητα, μερικοί από αυτούς διεκδικούν την εξουσία. Έχω θορυβηθεί από την αυξανόμενη ύπαρξη μιας βίαιης εβραϊκής θρησκευτικής τάσης στο κέντρο της ισραηλινής κοσμικής κοινωνίας. Αυτό είναι μια ασθένεια που θα μπορούσε κάλλιστα να καταστρέψει τα δημοκρατικά θεμέλια πάνω στα οποία ιδρύθηκε το Ισραήλ. Κατά την άποψή μου, η ίδρυση του Ισραήλ υπήρξε ένα πολιτικό εγχείρημα, όχι θρησκευτικό».
Στις παράλληλες εκδηλώσεις του φεστιβάλ προβλήθηκαν και τα δύο «βενετσιάνικα αριστουργήματα» του Ορσον Γουέλς, «Ο έμπορος της Βενετίας» (1969) και ο «Οθέλλος» (1951). Και οι δύο ταινίες έχουν αφετηρία τον Σαίξπηρ. «Ο έμπορος της Βενετίας» για χρόνια είχε συμπεριληφθεί στις «απωλεσθείσες» ταινίες του Γουέλς, καθώς ο σκηνοθέτης είχε δηλώσει ότι το αρνητικό είχε κλαπεί με «μυστηριώδη τρόπο». Είχε ξεκινήσει ως παραγωγή για την αμερικανική τηλεόραση, αλλά όταν οι Αμερικανοί διέκοψαν τη χρηματοδότηση, ο Γουέλς συνέχισε μόνος του. Αποσπάσματα του φιλμ είχαν σωθεί στη συλλογή του Cinemazero, της Cinémathèque Française, του Filmmuseum του Μονάχου και της Cineteca di Bologna. Καθώς κανείς δεν γνώριζε τι είχε στο μυαλό του ο Γουέλς για την ολοκλήρωση του φιλμ, ήταν αδύνατον να γίνει αποκατάσταση της ταινίας, μέχρι την ανακάλυψη από το Cinemazero μιας ημιτελούς κόπιας που είχε επιμεληθεί ο σκηνοθέτης μαζί με ένα καρούλι του σάουντρακ και το αρχικό σενάριο. Επίσης, η ολοκληρωμένη βερσιόν του «Οθέλλου» που προβλήθηκε είναι για την ακρίβεια η ιταλική εκδοχή της ταινίας, με διαλόγους γραμμένους από τον Gian Gaspare Napolitano υπό την επίβλεψη του ίδιου του Όρσον Γουέλς, η οποία επρόκειτο να παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1951, αλλά ο Γουέλς την απέσυρε την τελευταία στιγμή από τον διαγωνισμό, δηλώνοντας ότι η κόπια δεν ήταν έτοιμη. Μια νέα, συντομότερη εκδοχή, στα αγγλικά, παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών το Μάιο του 1952 και απέσπασε το μεγάλο βραβείο.
Το Φεστιβάλ της Βενετίας τίμησε φέτος τον μεγάλο Μεξικανό σκηνοθέτη Αρτούρο Ριπστάιν (δυστυχώς ελάχιστα γνωστό στην Ελλάδα) που συμπληρώνει πενήντα χρόνια στον κινηματογράφο, καθώς και τον Αμερικανό σκηνοθέτη Μπράιαν ντε Πάλμα. Είδαμε ένα αρκετά ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ με τίτλο το όνομα του σκηνοθέτη, «De Palma». Υπογράφεται σκηνοθετικά από τους Νόα Μπάουμπαχ και Τζέικ Πάλτροου, ωστόσο είναι φανερό πως εκφράζει τον ίδιο τον Ντε Πάλμα, καθώς μονάχα αυτός και κανείς άλλος μιλά για το έργο του. Δηλώνει πως υπήρξε «ο καλύτερος μαθητής του Άλφρεντ Χίτσκοκ», μιλά για τις διαφωνίες του με τους επικεφαλής των στούντιο του Χόλιγουντ, αλλά και για το γεγονός ότι οι ταινίες που εκείνος ξεχωρίζει από το έργο του δεν «δούλεψαν» ικανοποιητικά στο ταμείο.
Ακόμη, φέτος το Φεστιβάλ Βενετίας απένειμε τιμητικό Χρυσό Λέοντα στον Γάλλο σκηνοθέτη Μπερτράν Ταβερνιέ, για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο. Δημιουργός με περισσότερες από 20 ταινίες στη φιλμογραφία του και ταυτόχρονα ένας πολύ σημαντικός ιστορικός του κινηματογράφου, ιδιαίτερα του αμερικανικού.