ΚΑΝΝΕΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ
Γράφοντας την καθιερωμένη ανασκόπηση του μεγαλύτερου φεστιβάλ κινηματογράφου στον πλανήτη, λίγο προτού πέσει η αυλαία, προσπαθώ να παρακάμψω τον σκόπελο της αναμενόμενης βράβευσης (και με τον διεθνή «Αστακό» του Γιώργου Λάνθιμου να αναφέρεται ανάμεσα στις υποψήφιες ταινίες για βραβείο): Όταν θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές, εσείς θα γνωρίζετε τον φετινό νικητή του Χρυσού Φοίνικα, ενώ από την πλευρά μου θέλω να καταγράψω το «ειδικό βάρος» κάποιων ταινιών, ανεξαρτήτως βραβείων.
Ήταν μια χρονιά που τα «μεγάλα ονόματα» δεν έφεραν τις ταινίες που περιμέναμε. Εξαίρεση αποτελεί ο Χου Χσιάο - Χσιέν από την Ταϊβάν, που παρουσίασε ένα εκπληκτικό κινηματογραφικό κομψοτέχνημα, την ταινία εποχής «Η δολοφόνος», αποτέλεσμα πολύχρονων γυρισμάτων. Είναι φανερό πως για τον σκηνοθέτη είναι «έργο ζωής». Η υπόθεση αναφέρεται στα χρόνια της Δυναστείας των Τανγκ (8ος-9ος αι.) που θεωρείται η «χρυσή» περίοδος για την κινεζική λογοτεχνία και τέχνη. Ο Χου Χσιάο - Χσιέν μάλιστα, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα της εποχής εκείνης, παρά το γεγονός ότι είναι σχεδόν ακατανόητη για τους σύγχρονους Κινέζους. Η Γινγιάνγκ, μια όμορφη κοπέλα, έχει εκπαιδευτεί στις πολεμικές τέχνες σε μοναστήρι, με σκοπό να τις ασκεί για να εκτελεί τους διεφθαρμένους άρχοντες. Όμως, όταν αναλαμβάνει την αποστολή να σκοτώσει έναν εξάδελφό της, με τον οποίο επρόκειτο πριν από χρόνια να παντρευτεί, η Γινγιάνγκ φαίνεται να ταλαντεύεται... Ο σκηνοθέτης δουλεύει με τους νεκρούς χρόνους, τα εξαντλητικά προσεγμένα «ταμπλό» του σε μεταφέρουν στον χρόνο... «Η δυτική λογοτεχνία δίνει μεγάλη έμφαση στην αφήγηση, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τα κινεζικά μυθιστορήματα» λέει ο Χου Χσιάο - Χσιέν, απαντώντας προκαταβολικά στις κατηγορίες περί φορμαλισμού. «Στην κινεζική λογοτεχνική παράδοση η αφήγηση είναι πιο κοντά στην ποίηση, μέσα από την ιστορία εκφράζονται συναισθήματα. Είναι περίπου όπως η φούγκα στη μουσική, που περιλαμβάνει ταυτόχρονα διαφορετικές μελωδίες».
«Ο γιος του Σαούλ» του 38χρονου Λάζλο Νέμεθ από την Ουγγαρία είναι από τα φιλμ που έχουν ξεχωρίσει στο φετινό Φεστιβάλ, και μάλιστα όλοι επισημαίνουν ότι πρόκειται για την πρώτη ταινία του σκηνοθέτη (κάτι εξαιρετικά σπάνιο για το διαγωνιστικό των Καννών). Ο Νέμεθ ήταν για ένα διάστημα βοηθός του Μπέλα Ταρ. Γυρισμένη με την κάμερα στο χέρι, η ταινία μάς βυθίζει με μια εκπληκτική μαεστρία στον μικρόκοσμο των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τον κεντρικό χαρακτήρα να είναι ένας «ζόντερ κομάντο» (ένας από τους «επίλεκτους» Εβραίους τους οποίους οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως βοηθούς). Είναι ένα πειθήνιο όργανο, παραλαμβάνει τα υποψήφια θύματα, τα οδηγεί στους θαλάμους των αερίων, μετά καθαρίζει τον χώρο, περιμένοντας τους επόμενους... Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτει ανάμεσα στους νεκρούς τον γιο του.
Ο Σαούλ τότε θέλει οπωσδήποτε να θάψει το παιδί «κανονικά», μέσα σε ένα απερίγραπτο χάος, και η κάμερα είναι συνεχώς δίπλα του σε αυτή την εφιαλτική προσπάθεια, αποτυπώνοντας την αγωνία και το αίμα... «Δεν θέλαμε να κάνουμε μια όμορφη ταινία. Δεν θα βρείτε στην ταινία ωραία πλάνα. Ήταν σημαντικό για μας να μην πέσουμε στη συγκίνηση που δημιουργούν τα φιλμ για το Ολοκαύτωμα» είπε ο Λάζλο Νέμεθ. Τον ρόλο του Σαούλ ερμηνεύει ο Γκέζα Ρέριγκ. Για να δώσει υπόσταση στον χαρακτήρα, ο Ούγγρος ηθοποιός κατέφυγε σε ένα βιβλίο του ιστορικού Γκίντεον Γκρέιφ, το «Κλάψαμε χωρίς δάκρυα». Πρόκειται για οκτώ συνεντεύξεις με Εβραίους που συνεργάστηκαν με τους ναζί μέσα στα στρατόπεδα, και τώρα ζουν στο Ισραήλ. Μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους με τον ιστορικό, ο οποίος είχε επαφή μαζί τους για περισσότερα από 13 χρόνια, κερδίζοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη τους, καθώς δεν είχαν αποκαλύψει ποτέ τι ακριβώς έκαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης...
Ένας άλλος Κινέζος, αλλά από την ηπειρωτική Κίνα, ο Ζία Ζανγκέ, έφερε στις Κάννες το «Mountains May Depart», μια ταινία που διατρέχει ένα χρονικό διάστημα από την Πρωτοχρονιά του 1999 μέχρι το μελλοντικό 2025, σε μια Κίνα που υφίσταται σαρωτικές ανατροπές στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο. Η αφήγηση εστιάζει σε ένα ερωτικό τρίγωνο: Η όμορφη Τάο πολιορκείται από δύο άντρες, έναν εργάτη ανθρακωρυχείου και έναν ιδιοκτήτη βενζινάδικου. Θυμάστε το «Mother India»; Εδώ θα έπρεπε μάλλον να μιλήσει κανείς για... «Mother China», γιατί η ηρωίδα φαίνεται να αντιπροσωπεύει στην ταινία την «αιώνια Κίνα», που, μέσα από τον παράδοξο πολιτικό συμβιβασμό της κυβερνώσας ελίτ, θέλει να τα έχει καλά και με τον εργάτη, και με τον κυνικό νεόπλουτο καπιταλιστή. Βέβαια, στην ταινία του Ζία Ζανγκέ είναι ο δεύτερος που κερδίζει, έστω πρόσκαιρα, την ηρωίδα. Ταυτόχρονα, θα αγοράσει και το ανθρακωρυχείο της περιοχής για ένα κομμάτι ψωμί, αναγκάζοντας τον εργάτη αντίζηλό του να μεταναστεύσει σε άλλη επαρχία...
Από τις Κάννες δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει και η ταινία - σκάνδαλο: Φέτος τον τίτλο κερδίζει αναμφισβήτητα το τρισδιάστατο «Love» του Γκασπάρ Νοέ, ο οποίος το 2002, πάλι εδώ στις Κάννες, είχε συνδυάσει την πρόκληση με μια ισχυρή δόση κινηματογραφικής πρωτοτυπίας με την ταινία «Μη αναστρέψιμος». Δυστυχώς, με τα χρόνια ο Νοέ έμεινε μόνο στην πρόκληση, παρουσιάζοντας απλώς ένα φεστιβαλικό πορνό... Το ζευγάρι της ταινίας του είναι ένας Αμερικανός φοιτητής σκηνοθεσίας στο Παρίσι και μια σπουδάστρια των Καλών Τεχνών. Στην πορεία θα βάλουν στο κρεβάτι τους και μια 16χρονη και ο Νοέ αγωνίζεται με προκλητικά πλάνα και ανούσιους διαλόγους να τραβήξει την προσοχή του θεατή...
Η «Νεότητα» («Υοuth») του Ιταλού Πάολο Σορεντίνο δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την «Τέλεια ομορφιά» που ο σκηνοθέτης είχε παρουσιάσει πάλι εδώ στις Κάννες πριν από δύο χρόνια: Σε ένα πολυτελές ελβετικό ξενοδοχείο βρίσκονται ένας συνταξιούχος Βρετανός διευθυντής ορχήστρας που αδιαφορεί πλέον για τα πάντα (Μάικλ Κέιν), ένας Αμερικανός σκηνοθέτης περιτριγυρισμένος από νεαρούς μαθητευόμενους (Χάρβεϊ Καϊτέλ), μια ηλικιωμένη ηθοποιός (Τζέιν Φόντα) η κόρη του μαέστρου (Ρέιτσελ Βάιζ), η οποία μόλις έχει χωρίσει με τον γιο του σκηνοθέτη... Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, ο 82χρονος Μάικλ Κέιν θυμήθηκε ότι είχε έρθει ξανά στις Κάννες πριν από 49 χρόνια: «Είχα έρθει με μια ταινία ονόματι "Άλφι". Η ταινία κέρδισε. Εγώ όχι. Δεν ήρθα ξανά από τότε». Πρόσθεσε όμως ότι για τον Σορεντίνο θα πήγαινε οπουδήποτε. «Ο Πάολο Σορεντίνο είναι αυτή τη στιγμή ο καλύτερος σκηνοθέτης στον κόσμο. Σε αυτήν εδώ την ταινία ο διευθυντής ορχήστρας είναι ένας χαρακτήρας πολύ μακριά από εμένα, που είμαι γιος αχθοφόρου σε ψαραγορά του Λονδίνου».
Αλλά η σταρ του φετινού Φεστιβάλ ήταν σίγουρα η εντυπωσιακή στην αψεγάδιαστη γοητεία της Κέιτ Μπλάνσετ, που πρωταγωνιστεί στην ταινία «Κάρολ» του Τοντ Χέινς (βασισμένη στο μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ «The price of salt», που η συγγραφέας εξέδωσε στα 1952 με ψευδώνυμο). Η ταινία μιλά για την ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο γυναίκες, διαφορετικής κοινωνικής τάξης αλλά και ηλικίας, κόντρα στον πουριτανισμό της εποχής... Ο Τοντ Χέινς ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στο μελόδραμα, την κοινωνική κριτική αλλά και το «παραδοσιακό» love story.