Του Λέανδρου Πολενάκη
Στο σημείωμα της Κυριακής ανέλυα το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ «Ιμμάνουελ Καντ», που παίζεται στο «Θέατρο Τέχνης» της οδού Φρυνίχου, σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα. (Κίνηση Δήμητρας Ευθυμιοπούλου). Έγραφα ότι πρόκειται για οξύτατη κριτική του Δυτικού Διαφωτισμού που απέτυχε, παρά τις εξαγγελίες του, να θεσπίσει έναν «καθολικό νόμο» για ολόκληρη την ανθρωπότητα, με αποτέλεσμα το αδιέξοδο στο οποίο έχει φθάσει ο σύγχρονος πολιτισμός. Ο Μπέρνχαρντ βάζει τον πατέρα του Διαφωτισμού, τον φιλόσοφο Ιμμάνουελ Καντ, να χάνει το δικό του φως και να ταξιδεύει στην Αμερική για να το βρει. Εκεί, η Αμερική, παρ' ότι ενστερνίστηκε τις ιδέες του, τον θεωρεί τρελό και του φορά ζουρλομανδύα! Ο αντιπνευματικός καπιταλιστικός κόσμος πήρε ό,τι τον συνέφερε από τους μεγάλους στοχαστές, τους εκφύλισε και τους μετέτρεψε σε άψυχες μαριονέτες. Ο ζουρλομανδύας είναι η μοναδική κατάληξη για ένα μυαλό σαν του Καντ, που συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι ο «λόγος» έχει οικοδομηθεί επάνω στο «παρά τον λόγον» και ότι από το παράλογο τον χωρίζει μια λεπτή μεμβράνη.
Ο Μπέρνχαρντ μοιάζει να θέλει να μας πει ότι, εν ονόματι του «καθαρού λόγου», φτάσαμε στον απόλυτο παραλογισμό. Επειδή το αίτημα της «κατηγορικής προσταγής» που έθεσε ο Καντ («πράττε σύμφωνα με έναν κανόνα βάσει του οποίου να μπορείς να θέλεις ο κανόνας αυτός να είναι συνάμα καθολικός νόμος») προσέκρουσε στην εγωιστική φύση του ανθρώπου της Δύσης, που προήγαγε την ίδια του την ακόρεστη επιθυμία για ισχύ και εξουσία σε νόμο καθολικό. Ο συγγραφέας επικεντρώνει την κριτική του στη νεωτερική παρέκβαση του Διαφωτισμού, ο οποίος, ενώ κηρύσσει την αυτονομία της βούλησης του ανθρώπου ως αδιαπραγμάτευτη αρχή, συγχρόνως αναγορεύει τον εαυτό ναρκισσιστικά και αυτάρεσκα σε απόλυτη αξία. Καταφάσκει, με αυτόν τον τρόπο, την ετερονομία των ιστορικών σκοπών, καθώς αναλαμβάνει αυτόκλητος τον ρόλο του διαφωτιστή - εκπολιτιστή των «κατώτερων», δήθεν, λαών, για μετατρέψει, έτσι, την ελευθερία της επικοινωνίας σε ελευθερία της βίας! Το έργο του Μπέρνχαρντ είναι μια δραματική πολιτική αλληγορία, που κατοπτρίζει την κατάσταση του κόσμου σήμερα, στη μετα-καντιανή εποχή μιας μετάβασης στο ά-λογο, με άδηλο, σκοτεινό καταληκτικό σημείο. ΄Εχω πάντοτε την αίσθηση ότι πίσω από το έργο μισοκρύβεται, μειδιώντας σαρκαστικά, ο «Πέερ Γκυντ» του μέγιστου ΄Ιψεν.
Η μετάφραση (Γιάννος Περλέγκας, Ισμήνη Θεοδωροπούλου), με χρήσιμες, λειτουργικές παρεμβολές αποσπασμάτων από άλλα έργα του Μπέρνχαρντ, είναι «κρυστάλλινη» και η σκηνοθεσία (Γιάννος Περλέγκας) πεντακάθαρη. Βλέπει το έργο ως παραβολή μιας πτώσης, και έτσι το δίνει. Σε σκηνική γλώσσα κάθετη, με ρυθμούς ασθμαίνοντες σε ύφος επικό, μιας -όχι ηθικοπλαστικής αλλά ηθικής- παραβολής. Δεν διδάσκει αισθητική όπως επιχειρούν, εκ του ασφαλούς, πολλοί που κάνουν «τέχνη», σήμερα, αλλά ποιεί ήθος. Θεραπεύει τον τραυματισμένο λόγο διά του Λόγου. Σαν έτοιμος από καιρό να δει κατάματα την Τραγωδία. Τόσο νέος, και να μπορεί να διακρίνει την άβυσσο που εκτείνεται πέραν του ψευδώνυμου «πολιτικώς ορθού» των κρατούντων. Μια προσέγγιση ουσιωδώς πολιτική, που παραμερίζει το πυκνό προπέτασμα καπνού («λαμπάς ανίσχει φαρμασσομένη» κατά τη μοναδική διατύπωση του Αισχύλου), για να αντικρίσουμε τις κρυμμένες πίσω του Ερινύες μιας γερασμένης, αμαρτωλής και αμετανόητης άρχουσας τάξης, να γλείφονται στάζοντας φαρμάκι, ενώ προσδοκούν το επόμενο ανθρώπινο «τάμα» τους. Πρόκειται για τη συλλογική δουλειά μιας ομάδας νέων ανθρώπων, με «ανοιχτά και άγρυπνα μάτια ψυχής».
Ο Μάκης Παπαδημητρίου, με κατακτημένη τέχνη «εγκαυστικής», δίνει έξοχα έναν «φαγωμένο» αμφίπλευρα, από φως και σκότος, ελλειμματικό άνθρωπο Καντ. Η Σύρμω Κεκέ, κοντά του, είναι άκρως δημιουργική ως φανταστική «Κυρία Καντ» ή «πρακτικός», συζυγικός, γυναικείος λόγος… Άμεση η Κατερίνα Λυπηρίδου, φτιάχνει μια «δική μας», ντόπια, «παπαδιαμαντική» μορφή «δυστυχούς εκατομμυριούχου». Ο Χρήστος Μαλάκης δίνει ανάγλυφο τον «φιλόσοφο υπηρεσίας», ΄Ερνστ Λούντβιχ. Συνεπής και αναγνωρίσιμη φιγούρα «φιλότεχνου συλλέκτη» ο Γιάννης Καπελλέρης. «Καπετάνιος» (Μιχάλης Τιτόπουλος) και πλήρωμα (Δήμητρα Ευθυμιοπούλου, Τάσος Κόρκος, Δανάη Λουκάκη, ΄Αρης Ντέλια), είναι αυτό που λένε, «σωστοί». Στο πιάνο ο Γιάννος Περλέγκας. Τα ευρηματικά σκηνικά, κοστούμια, κούκλες (Χριστίνα Κάλμπαρη και Βίλλυ Άτταρτ) χαρά της όψης. Η μουσική του Κορνήλιου Σελαμψή απλώνει στέρεο στέγαστρο και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασσόπουλου δίνουν βάθος.