Με μια καριέρα που εκτείνεται σε πάνω από τρεις δεκαετίες, ο Joshua Redman παραμένει μια ζωτική δύναμη στη σύγχρονη τζαζ. Μια γέφυρα μεταξύ παράδοσης και καινοτομίας, διάνοιας και συναισθήματος, σε έναν κόσμο όπου κάθε νότα του αφηγείται μια ιστορία, κάθε χτύπος αποτελεί μια στιγμή ανθρώπινης επικοινωνίας.
Aπόγονος ενός θρύλου
Στην καθημερινότητά του, η συμπεριφορά του ήταν εξίσου συναρπαστική. Φωτεινός και στοχαστικός, ο J. Redman, απόγονος ενός θρύλου της τζαζ, παραιτήθηκε από τη Νομική Σχολή για ν’ ακολουθήσει μια ζωή μαζί με τη μουσική. Από το ντεμπούτο τού David Murray, 18 χρόνια πριν, δεν είχε υπάρξει άλλος τενορίστας που θα κάλυπτε τον εμβληματικό ρόλο. Ήταν μια απουσία αδιανόητη για τη σύγχρονη τζαζ εποχή.
Αφού αποφοίτησε απ’ το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και ανέβαλε την εισαγωγή του στη Νομική Σχολή του Yale, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, στο επίκεντρο της ακμάζουσας τζαζ σκηνής της πόλης, δουλεύοντας σε συναυλίες και ηχογραφώντας με μερικούς από τους μεγαλύτερους μουσικούς όλων των εποχών: τον Charlie Haden, τον Elvin Jones, τον Jack DeJohnette, τον Joe Lovano, τον McCoy Tyner, τον Milt Jackson, τον Clark Terry και τον πατέρα του, τον Dewey Redman, για να αναφέρουμε μόνο μερικούς.
Το θαύμα της αρχής
Ο Redman ανταποκρίθηκε αμέσως σε αυτή τη βαθιά αίσθηση προσδοκίας και, τώρα πια, ολοκληρώνει το ταξίδι του από ένα νεαρό αστέρι, σε έναν βετεράνο στα μέσα της καριέρας του. Όταν κάποιος γίνεται πατέρας, ζει το θαύμα της αρχής μιας νέας ζωής. Όταν χάνει τον δικό του πατέρα, αναγκάζεται ν’ αντιμετωπίσει τη θνητότητα. Ο Dewey Redman, ο σπουδαίος τζάζμαν πατέρας του, μας άφησε τον Σεπτέμβριο του 2023. Ο θάνατός του και η γέννηση του γιου του ήταν δύο πολύ βαθιές εμπειρίες στη ζωή του.
Όταν σπούδαζε στο Χάρβαρντ, ο Joshua, άρχισε να παίζει για πρώτη φορά μόνο με μπάσο και ντραμς, σε ένα από τα πιο απαιτητικά σχήματα για πνευστό, χωρίς πιάνο. Αφού εντάχθηκε στο συγκρότημα του πατέρα του στη Νέα Υόρκη, πέρασε δύο χρόνια περιοδεύοντας και ηχογραφώντας με τον μπασίστα Cameron Brown και τον ντράμερ Leon Parker, ενώ αφομοίωνε τα κλασικά τρίο άλμπουμ του Sonny Rollins και του Joe Henderson, όπως και του Branford Marsalis με τους Jeff Tain Watts και Bob Hurst.
Από τα βάθη της ψυχής
Ο Joshua Redman πιστεύει ότι έχει κάνει σημαντικά μουσικά βήματα προόδου από τότε που -στα 20 του χρόνια- του απονεμήθηκαν μουσικές «δάφνες» επειδή έπαιζε με «διακριτή λεπτότητα, βάθος, απόχρωση και εκλέπτυνση». Σήμερα, όμως, επιμένει ότι δεν είναι τόσο καλός όσο ο ίδιος θέλει να είναι, ακόμη και μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες εμβάθυνσης στις συνθέσεις και στις ερμηνείες του. Αυτοκριτικός, δεν επαναπαύεται στις δάφνες του. «Θέλω να παίζω με τρόπο ειλικρινή, δημιουργικό, που να πηγάζει από τα βάθη της ψυχής μου».
Υπάρχουν στιγμές αγνής χαράς που λατρεύει. Σε σύγκριση με τη σύνθεση, την οποία δεν αγαπάει ιδιαίτερα, ο ζωντανός αυτοσχεδιασμός του είναι μια συναισθηματική και καλλιτεχνική ανάπαυλα για τον σαξοφωνίστα. Είναι το μέρος όπου οι νότες είναι εκεί για μια στιγμή και εξαφανίζονται την επόμενη, για πάντα, για να μην επαναληφθούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. «Απ’ τη στιγμή που θα παιχτεί η μουσική δεν μου ανήκει πια. Ειδικά μουσική όπως η τζαζ».

Μαθητείες και συνεργασίες
Σε όλη τη δεκαετία του 1990 και μέχρι και τον νέο αιώνα, ο J. Redman συνέχισε να βελτιώνει την τεχνική του και να επεκτείνει το όραμά του, κυκλοφορώντας μια σειρά από δίσκους όπως τα «Wish» (1993), «Moodswing» (1994), «Spirit of the Moment» (1995), «Freedom in the Groove» (1996), «Elastic» (2002), «Back East» (2007), «Still Dreaming» (2018) και «Where Are We» (2023).
Οι μαθητείες κι οι συνεργασίες του θυμίζουν ένα σύνολο μουσικών γιγάντων: Chick Corea, Herbie Hancock, Pat Metheny, Roy Haynes, Roy Hargrove, Stevie Wonder, Quincy Jones, The Rolling Stones, The Bad Plus κ.ά. Μία μόνο -ή μάλλον πολλές- αποδείξεις της ευελιξίας του και του σεβασμού τον οποίο απολαμβάνει σήμερα από τον ευρύ κόσμο της μουσικής.
Αρχές της δεκαετίας του 2020, ο Joshua Redman επανενώθηκε με το αρχικό του κουαρτέτο: τον Brad Mehldau στο πιάνο, τον Christian McBride στο κοντραμπάσο, τον Brian Blade στα τύμπανα - 25 χρόνια μετά την κυκλοφορία του «MoodSwing». Και το «RoundAgain» ήταν ο τίτλος του πρόσφατου, δεύτερου δίσκου της συνεργασίας τους. «Ένιωσα υπέροχα. Είναι τρεις απ’ τους αγαπημένους μου μουσικούς και τρεις από τις μεγαλύτερες εμπνεύσεις μου».
Μια αξεπέραστη αγάπη
«Νιώθω σα ν’ ακούω το “A Love Supreme”, από την ημέρα που γεννήθηκα. Θυμάμαι να κοιτάζω το εξώφυλλο του άλμπουμ και ν’ ακούω αυτή τη μουσική. Είναι ένα από τα πρώτα άλμπουμ που θυμάμαι να ’χω ακούσει ποτέ. Είμαι σίγουρος ότι έπαιζε στο σπίτι, επειδή ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους δίσκους της μαμάς μου» έλεγε σε πρόσφατη ερώτηση συντάκτη γνωστού μουσικού περιοδικού. Κι ο John Coltrane χαμογελούσε από ψηλά με τα λόγια ενός από τους κορυφαίους διαδόχους της δικής του μουσικής εποποιίας, 60 χρόνια μετά.
