«Αιγαίο ή η κωλοτρυπίδα του θανάτου» είναι ο τίτλος ποιήματος στα ελληνικά του Γιάζρα Χάλεντ (2013), μετανάστη από την Τσετσενία που ζει στην Αθήνα και εκδίδει εδώ και έξι χρόνια το περιοδικό για ποίηση «ΤΕΦΛΟΝ». Το πολιτικό αυτό ποίημα μετέφερε στην ομώνυμη, πρώτη μικρού μήκους ταινία της η σκηνοθέτης Ελένη Γιώτη, σε ανεξάρτητη παραγωγή, που έκανε την αθηναϊκή της πρεμιέρα τον περασμένο Σεπτέμβριο στις «Νύχτες Πρεμιέρας», μετά τον αποκλεισμό της από το Φεστιβάλ Δράμας. Πρόσφατα διακρίθηκε στο εξωτερικό, σαρώνοντας βραβεία σε Βερολίνο, Παρίσι και Σαράγεβο. Συναντήσαμε την Ελένη Γιώτη και μας μίλησε για την ταινία της.
Συνέντευξη στην Ιφιγένεια Καλαντζή
* Γιατί ασχοληθήκατε με την κινηματογραφική μεταφορά ενός ποιήματος για τους μετανάστες που πνίγονται στη Μεσόγειο, και μάλιστα στην πρώτη σας μικρού μήκους ταινία; Συναντήσατε δυσκολίες;
Η ιδέα ήταν του ίδιου του ποιητή. Ένα ποίημα για αφετηρία είναι ένας συμπυκνωμένος τρόπος να εκφραστείς σε σύντομο χρόνο. Η ποίηση στην οθόνη είναι δύσκολο στοίχημα. Αν πέσεις στην παγίδα να λειτουργήσεις εικονογραφώντας τους στίχους, ακυρώνεται η ποίηση, έτσι καταλήξαμε σε εικόνες που δημιουργούν αντήχηση με το ποίημα, επιτρέποντάς του να ακουστεί.
Το ποίημα αναφέρεται περισσότερο στους θύτες παρά στα θύματα, γιατί ο εθνικισμός και ο ρατσισμός, που θεριεύουν τελευταία στην ελληνική κοινωνία, οδηγούν στη θυματοποίηση, με την «υπέροχη» υποδοχή που επιφυλάσσεται στους μετανάστες.
* Πώς σκεφτήκατε την απαγγελία του ποιήματος με αυτή τη χαρακτηριστική αγριεμένη φωνή;
Το ποίημα αποτελείται από σύνθετες εικόνες που αντανακλούν ειρωνεία και σαρκασμό και αποδίδουν το μαύρο χιούμορ ανεδαφικά. Έτσι επινοήσαμε να δίνονται οι οδηγίες διάσωσης ναυαγίου από έναν άνθρωπο στη στεριά και επιλέξαμε συγκεκριμένες τοποθεσίες, όπου έχουν συμβεί βίαια επεισόδια ενάντια σε μετανάστες. Σε αναλογία με τη φόρμα του ποιήματος, επιλέξαμε πέντε από τις τοποθεσίες που βρήκαμε σε αναρτημένους χάρτες ρατσιστικών επεισοδίων στο διαδίκτυο και συνδέσαμε τις εικόνες με πλάνα ενός ναυαγισμένου καραβιού, λίγο πιο έξω από την Ελευσίνα, με όνομα «Mediterranean Sky».
Το ουρλιαχτό παραπέμπει και στην αναγνωρίσιμη φωνή του δικτάτορα Παπαδόπουλου, αλλά η δική μας απόπειρα ήταν να επανοικειοποιηθούμε αυτό το ουρλιαχτό ως έκφραση οργής, απελπισίας και θυμού, γιατί δεν ουρλιάζουν μόνο οι φασίστες. Ίσως πρέπει να ουρλιάξουμε και εμείς γι' αυτά που συμβαίνουν.
* Πόσο επηρεαστήκατε από την ταινία του Ολιβιέ Ζισουά «Σαν πέτρινα λιοντάρια στην μπασιά της νύχτας» (2012), για την ποίηση των εξόριστων στη Μακρόνησο, όπου εργαστήκατε ως βοηθός σκηνοθέτη;
Ήταν μια από τις πολυτιμότερες εμπειρίες μου, αλλά το γεγονός ότι και οι δύο ταινίες σχετίζονται με ποίηση είναι συμπτωματικό. Η επιλογή του Ζισουά ήταν δύσκολη, γιατί η αφαιρετικότητα της ποίησης αφήνει κενά, που πρέπει να αναπληρωθούν για όσους δεν γνωρίζουν την ιστορία. Και στις δυο ταινίες αυτό που επιδιώκεται δεν είναι η περιγραφή των ποιημάτων, αλλά πρωτίστως να ακουστούν.
* Μπορεί η ποίηση να αποτελέσει ιστορικό τεκμήριο;
Πάντα υπήρχε το ντοκουμέντο στο σινεμά, όπως μιλάνε και για το θέατρο-ντοκουμέντο. Κάθε μορφή τέχνης ακόμα και όταν δεν τεκμηριώνει μια άμεση πολιτική πραγματικότητα, τεκμηριώνει την απόσταση ή τη διαφυγή από αυτήν. Όσοι ιστορικοί δεν αναζητούν στοιχεία στις μορφές τέχνης χάνουν ένα τεράστιο σώμα υλικού τεκμηρίωσης.
* Τι θεωρείτε πολιτικό σινεμά; Η ταινία σας είναι πολιτική;
Αν πρέπει να δώσουμε ορισμό, το πολιτικό σινεμά μιλάει για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Δεν υπάρχει κάτι έξω από το πολιτικό, η απόσταση ή η διαφυγή από την πραγματικότητα αποτελούν επίσης πολιτική θέση. Το ζήτημα είναι τι πολιτική κάνει ένας καλλιτέχνης.
* Εννοείτε σε ποια πλευρά τάσσεται σε σχέση με τις μειονότητες;
Και αυτή η πρόθεση μπορεί να είναι επικίνδυνη, γιατί εμπόριο χτίζεται ακόμα και στη στήριξη των μεταναστών. Η πολιτική μου θέση δηλώνεται και μόνο με την επιλογή ενός ποιήματος κατεξοχήν πολιτικού.
* Οι αλλεπάλληλοι πνιγμοί μεταναστών στις ευρωπαϊκές θάλασσες έχουν επηρεάσει τη μυθοπλαστική θεματολογία αρκετών ξένων σκηνοθετών. Γιατί δεν εμπνέονται αντίστοιχα και οι Έλληνες;
Ενδεχομένως οι Έλληνες να νιώθουν ότι τους αφορά ο δικός τους «πνιγμός» παρά ο πνιγμός δίπλα τους ανθρώπων από άλλους τόπους. Αναρωτιέμαι πώς το βιώνουν αυτό οι νησιώτες, που υποδέχονται τόσους ναυαγούς μετανάστες. Είναι δύσκολο να πάρεις την απαιτούμενη απόσταση ώστε να μιλήσεις όσο πιο στέρεα και δίκαια μπορείς για κάτι που είναι πολύ κοντά σου. Δεν ξέρω αν αυτός είναι ο λόγος, όμως στην ελληνική κοινωνία επικρατεί μια γενικότερη τάση σιωπής -και όχι μόνο για το θέμα αυτό.
* Τι πορεία θα έχει η ταινία μετά τις βραβεύσεις;
Ακόμα προσπαθούμε να την κυκλοφορήσουμε στα φεστιβάλ. Αργότερα σκοπεύουμε να την ανεβάσουμε στο διαδίκτυο δωρεάν.