του George Le Nonce*
«Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή - γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή»: Έτσι ξεκινάει η Κερένια Κούκλα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Η ιστορία φαίνεται πράγματι απλή: ένας νεαρός άνδρας, ο Νίκος, παρακολουθεί την άρρωστη γυναίκα του Βεργινία να πεθαίνει, ενώ συγχρόνως ερωτεύεται την έφηβη Λιόλια στην οποία είχε ανατεθεί η φροντίδα της. Η πορεία της Βεργινίας προς τον θάνατο περιγράφεται παράλληλα με την πορεία του Νίκου και της Λιόλιας προς την κορύφωση του έρωτά τους - ο έρωτάς τους γεννιέται από τον επικείμενο θάνατο της Βεργινίας και συγχρόνως προξενεί τον θάνατο αυτόν. Λίγες μέρες μετά την κηδεία, ο Νίκος και η Λιόλια παντρεύονται και γεννούν ένα παιδί ασθενικό, που όλοι λένε πως μοιάζει της πεθαμένης, ίδιο με κερένια κούκλα. Η Λιόλια παραφρονεί, ανάβει κερί στην πεθαμένη, πιστεύοντας πως εκείνη διεκδικεί τη ζωή του ασαράντιστου βρέφους, ζητεί τη συγχώρεσή της αλλά χωρίς αποτέλεσμα: επιστρέφει από το νεκροταφείο και βρίσκει το παιδί ετοιμοθάνατο. Το παιδί πεθαίνει, ο Νίκος δολοφονείται σε μια συμπλοκή και η Λιόλια μένει μόνη, καταραμένη. Στην αναμέτρηση του έρωτα και του θανάτου, ο θάνατος έχει νικήσει.
Η Γλυκερία Μπασδέκη εμπνέεται από το μυθιστόρημα του Χρηστομάνου για να δημιουργήσει ένα δυνατό ποιητικό δράμα με τίτλο έναν αναστεναγμό: αχ! Η Κερένια Κούκλα συναντά τον Σολωμὸ και τις παραλογές και το πλέγμα έρωτα και θανάτου γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Η νεκρή κόρη, η Κερένια Κούκλα, βρίσκεται εξαρχής επί σκηνής, διηγείται, εξηγεί, σχολιάζει και σαν μάντισσα οραματίζεται ένα ουτοπικό μέλλον. Η Βεργινία, στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου, τραυματίζεται από έναν έρωτα που πεθαίνει και με κάθε τρόπο προσπαθεί να τον κρατήσει ζωντανό. Η Λιόλια δεν είναι ακριβώς το αθώο κορίτσι του Χρηστομάνου, αλλά μια ερωτευμένη γυναίκα που παλεύει για τον έρωτά της. Στα μάγια με τα οποία καρφώνει τον Νίκο η Βεργινία, αντιπαραθέτει τα δικά της μάγια, χωρίς καρφιά, με λούλουδα και δροσοσταλίτσες. Ο ίδιος ο Νίκος, άβουλος, ανύπαρκτος σχεδόν, ένα άθυρμα του έρωτα των δύο γυναικών, δεν δίνει τελικά σε καμιά την ερωτική ευτυχία που υπόσχεται: τη μια την εγκαταλείπει για έναν άλλο έρωτα, την άλλη την εγκαταλείπει με τον θάνατό του. Αλλά ο καρπός του έρωτα της Λιόλιας και του Νίκου, η νεκρή Κερένια Κούκλα, αναγγέλλει την ανάσταση του έρωτα, τη νίκη επί του θανάτου, και το οξύμωρο μιας τέτοιας αναγγελίας από μιαν ήδη νεκρή Σίβυλλα τονίζει την τραγικότητα της μάταιης αυτής ελπίδας.
Η ομάδα Bijoux de Kant δίνει την πιο εσωτερική, την πιο υποβλητική της παράσταση και δικαιώνει απόλυτα το όραμα της Μπασδέκη. Σε έναν σχεδόν άδειο χώρο, με τα ελάχιστα μόνο χρειώδη, και με κυρίαρχο το χρώμα της ώχρας, ο Γιάννης Σκουρλέτης τοποθετεί την Κερένια Κούκλα της Κατερίνας Μισιχρόνη στο βάθος, καθισμένη, ιερατική, να απαγγέλλει και να χρησμοδοτεί, ενώ η Βεργινία και ο Νίκος κείτονται στο κέντρο της σκηνής σε χώματα μνήματος, σαν ήδη θαμμένοι. Ο άψογα υποτονικός Νίκος του Τάσου Καραχάλιου σέρνεται, άγεται και φέρεται, υποκύπτει, χάνεται, ενώ η Βεργινία της Αγνής Παπαδέλη-Ροσσέτου καταφέρνει με νόσο και με θάνατο να αποτυπώσει τον μανικό και εκδικητικό της έρωτα. Η εξαιρετική Λένα Δροσάκη ενσαρκώνει με μαεστρία, σωματικά, φωνητικὰ και κινησιολογικά, μια Λιόλια συνώνυμη του έρωτα, ταυτόσημη με τη ζωή, μια Λιόλια που χορεύει, τρέχει, φωνάζει με την επίγνωση απώλειας που την ορίζει αποτυπωμένη εξαρχής στο πρόσωπό της. Και εν τέλει, η ιστορία που μας αποκαλύπτουν η Μπασδέκη και η bijoux de kant είναι λυπητερή, αλλά καθόλου απλή - είναι η ιστορία του έρωτα, και του θανάτου.
*Ο George Le Nonce είναι ποιητής, φιλόλογος
info:
Αχ της Γλυκερίας Μπασδέκη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη, με τους Λένα Δροσάκη, Κατερίνα Μισιχρόνη, Τάσο Καραχάλιο, στο Ίδρυμα "Μιχάλης Κακογιάννης" (Πειραιώς 206, Ταύρος).