Οι My Drunken Haze σχηματίστηκαν το '10 από τον κιθαρίστα Spir Frelini, την επόμενη χρονιά ο δημιουργικός τους πυρήνας συμπληρώθηκε με την προσθήκη ενός ακόμα κιθαρίστα, του Harry Kane, το '12 ήρθε η τραγουδίστρια Matina Sous Peau και λίγο αργότερα η οριστική τους σύνθεση ολοκληρώθηκε με τον μπασίστα Costa Gunn και τον ντράμερ Nick Zoura. Η πρώτη τους κυκλοφορία ήταν το περυσινό EP «Pleasing Illusions» ενώ το single τους «Gambling Woman» που συμπεριλήφθηκε στην συλλογή της Inner Ear «Inn Pop» οδήγησε σε μια μονιμότερη συνεργασία με την Πατρινή ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία.
Αποτέλεσμα αυτής είναι η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά τους, το ομώνυμο ντεμπούτο album τους που κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες. Το «My Drunken Haze» μπορεί να εκκινεί (όπως συμβαίνει και με αρκετούς άλλους δίσκους τα τελευταία δύο περίπου χρόνια, διεθνώς άρα αναπόφευκτα πλέον και στην Ελλάδα) από το...παρελθόν, δηλαδή από την δεκαετία του '60 αλλά με αρκετά διαφορετικό τρόπο από αυτόν που το κάνουν οι περισσότεροι άλλοι. Οι MDH δηλαδή δεν μένουν μόνο στο rock της συγκεκριμένης εποχής και ιδιαίτερα την ψυχεδελική εκδοχή του αλλά αναφέρονται και σε άλλες εκφάνσεις της μουσικής της περιόδου όπως για παράδειγμα η ιδιαίτερα ατμοσφαιρική κινηματογραφική και επίσης αφήνονται να επηρεαστoύν και από πιο σύγχρονα ακούσματα. Εκεί όπου τα πράγματα θυμίζουν πάρα πολύ τα ‘60s και ειδικά τα τέλη τους, όταν το όνειρο του χιπισμού άρχιζε πια να πηγαίνει προς την δύση του, είναι το περιεχόμενο των στίχων και η «τραυματισμένη» αθωότητα της φωνής της Matina Sous Peau, γενικότερα δηλαδή το ερμηνευτικό σκέλος.
Αυτό αντισταθμίζεται όμως και με το παραπάνω από την απολύτως σημερινή θεώρηση της παραγωγής του (μέλους των Baby Guru) King Elephant η οποία επιπλέον αναδεικνύει το κυριότερο χάρισμα του γκρουπ, τις όμορφες μελωδίες τους αλλά και προσδίδει στον δίσκο μια λίαν ευπρόσδεκτη ατμοσφαιρικότητα που απουσιάζει από πολλούς ανάλογους. Το καθοριστικό σημείο όπου κερδίζουν τις εντυπώσεις και μαζί και το παιχνίδι οι MDH είναι οι βασισμένες στην πρωταρχική δυναμική της ηλεκτρικής κιθάρας ενορχηστρώσεις τους οι οποίες «αναπνέουν» ευφοροικά και με την δραστική παρέμβαση του King Elephant μετατρέπονται σε έναν «πανοραμικό» ήχο που είναι πολύ δύσκολο να μη σε συνεπάρει, ακόμα και σωματικά. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα αρκούντως απολαυστικό album κιθαριστικής ποπ, λίγο αναχρονιστικό ίσως μεν αλλά ευτυχώς καθόλου…«ρετρό»!
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
Γιατί ένα συγκρότημα που φαινόταν να είναι καθαρά ανδρική υπόθεση αισθάνθηκε την ανάγκη να βρει ερμηνεύτρια και όχι ερμηνευτή;
Οι στίχοι μας σε μεγάλο βαθμό ασχολούνται με τη γυναικεία ψυχοσύνθεση επομένως μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να εκφράσει επαρκώς το περιεχόμενο τους.
Το όνομα My Drunken Haze αλήθεια σας εκφράζει στην κυριολεξία του ή απλά σας άρεσε η έννοια, ίσως ακόμα και το πως ακούγεται;
Το όνομα μας παραπέμπει σε ένα state of mind το οποίο μπορεί να βιώσει κάποιος μέσω πολλών ερεθισμάτων όπως για παράδειγμα η μουσική και όχι απαραίτητα κυριολεκτικά.
Ποιες είναι για εσάς τους ίδιους οι διαφορές ανάμεσα στο EP που κυκλοφορήσατε πέρυσι και το «My Drunken Haze»;
Οι διαφορές βρίσκονται κυρίως στην παραγωγή. Η πρώτη κυκλοφορία μας βασίστηκε περισσότερο στη φιλοσοφία του DIY («κάντο μόνος σου») ενώ για το album είχαμε περισσότερες δυνατότητες μέσα στο στούντιο. Το EP γράφτηκε και μιξαρίστηκε μέσα σε περίπου μιαν εβδομάδα ενώ για τον δίσκο χρειάστηκαν περίπου τέσσερις μήνες.
Αισθάνεστε ότι είστε αναβιωτές, όχι απαραίτητα ενός είδους ή και ενός ήχου αλλά μιας ολόκληρης εποχής, πάνω – κάτω του δεύτερου μισού της δεκαετίας του '60;
Αγαπάμε πάρα πολύ τη δεκαετία του '60 αλλά δεν θεωρούμε πως η μουσική μας είναι προσκολλημένη σε αυτήν. Η αισθητική μας εκ πρώτης όψεως μπορεί να παραπέμπει εκεί αλλά με μια δεύτερη ανάγνωση κάποιος μπορεί να διακρίνει στοιχεία που διατρέχουν το φάσμα μεταγενέστερων δεκαετιών ως και το σήμερα.
Δεν είναι λίγο παράξενη η επιλογή ως παραγωγού του King Elephant, ενός μουσικού δηλαδή ο οποίος προέρχεται από την electronica, για ένα αμιγέστατα κιθαριστικό γκρουπ όπως εσείς; Οπως και αν έχει, τι θεωρείτε ότι προσέθεσε στον δίσκο και σε ποιον βαθμό άλλαξε τον ως τότε – κυρίως ζωντανό – ήχο σας;
Η συμβολή του King Elephant υπήρξε καταλυτική και η βοήθειά του σημαντικότατη, ειδικά όσον αφορά στα keyboards. Ο Γιάννης είναι ένας μουσικός που δεν περιορίζεται σε ένα είδος και για αυτό ακριβώς κατάφερε να διευρύνει και τους δικούς μας ορίζοντες. Για αυτό και τον ευχαριστούμε, επειδή μας πίεσε να φτάσουμε στα άκρα και να γίνουμε καλύτεροι μουσικοί!
Οι πολλές επιρροές σας από την διεθνή μουσική σκηνή, αν και καλοαφομοιωμένες, είναι εμφανείς, αντί λοιπόν για το ποιες είναι αυτές θα σας ρωτήσω με ποια ελληνικά ονόματα αισθάνεστε ότι έχετε αρκετά κοινά ή έστω κινείστε σε μια κάπως παράλληλη πορεία.
Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει κάποια ελληνική μπάντα με την οποία έχουμε κοινά χαρακτηριστικά και αυτό οφείλεται στην πολυπλοκότητα και τον πλουραλισμό από τα οποία διέπεται η σημερινή ελληνική μουσική σκηνή.
Το ντεμπούτο σας λοιπόν είναι ένα concept album...Μάλλον ασυνήθιστο για την εποχή μας, τι σας ώθησε να κάνετε αυτό αντί να γράψετε μια σειρά από ανεξάρτητα μεταξύ τους τραγούδια όπως κάνουν τα περισσότερα συγκροτήματα;
Μπαίνοντας στο στούντιο δεν είχαμε σκοπό να γράψουμε ένα concept album. Στην πορεία όμως είδαμε πως τα τραγούδια μπορούν να αφηγηθούν μια ιστορία αλλά όχι απαραίτητα με γραμμικό τρόπο. Ο κοινός παρονομαστής είναι ο γυναικείος χαρακτήρας και οι καταστάσεις με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος σε κάθε τραγούδι.
Υποθέτω ότι τους στίχους τους γράφει η τραγουδίστρια σας...Αναγκαστικά λοιπόν θα ρωτήσω, πόσο εύκολο είναι ο γυναικείος λόγος της να ταιριάξει με την μουσική που γράφουν τέσσερις άντρες;
Και όμως, στιχουργοί της μπάντας είναι δύο από εμάς, ο Σπύρος και ο Χάρης! Αλλά στα περισσότερα τραγούδια προσπαθούμε να γράφουμε από μια γυναικεία οπτική γωνία ώστε να ταιριάζουν με την ερμηνεία της Ματίνας...
Το album αφηγείται απλά μια ιστορία παρακμής η οποία διαδραματίζεται σε μια παλαιότερη εποχή ή αυτή δεν είναι παρά μια μεταφορά για κάτι που συμβαίνει εσωτερικά, ένα είδος «ταξιδιού» ίσως;
Οι δύο αυτές αφηγήσεις συνυπάρχουν...Η πρωταγωνίστρια (ή οι πρωταγωνίστριες) όντως βιώνει ένα σκηνικό παρακμής και κατάχρησης το οποίο όμως την/(τις) μεταμορφώνει διαμέσου μιας εσωτερικής αναζήτησης.
Υπάρχουν καθόλου αυτοβιογραφικά στοιχεία σε αυτή την ιστορία; Τελικά είναι μια διαφυγή από την – βαρετή ή μη, εσείς το ξέρετε αυτό - καθημερινή σας πραγματικότητα ή όχι;
Η μουσική είναι μια από τις μεγαλύτερες εκτονώσεις μας οπότε σίγουρα είναι και μια μορφή διαφυγής. Αυτοβιογραφικά ψήγματα μπορεί να υπάρχουν αλλά σίγουρα είναι πολύ καλυμμένα.
Η καλύτερη εποχή για να ακούσει κάποιος το album είναι εκείνη στην οποία αναφέρεται, το καλοκαίρι ή όχι απαραίτητα;
Η πρώτη πλευρά του δίσκου ακούγεται καλύτερα το καλοκαίρι ενώ η δεύτερη το φθινόπωρο.
Μετά από σχεδόν πέντε χρόνια οικονομικής (και όχι μόνο) κρίσης πιστεύετε ότι αυτό που λέμε ελληνική indie σκηνή υπάρχει ακόμα και κυρίως ;έχει μέλλον;
Σκηνή υπάρχει και νομίζουμε ότι είναι περισσότερο δραστήρια από ποτέ καθώς στις περισσότερες περιόδους κρίσης τείνει να υπάρχει ένας «υπόγειος» δημιουργικός οργασμός. Ελπίζουμε στο μέλλον η παρουσία της να μεγεθυνθεί και να γίνει πιο έντονη και περισσότερο υπολογίσιμη σε διεθνή κλίμακα.
Και τι ετοιμάζετε για τη συνέχεια, μετά την κυκλοφορία του album;
Πολλές συναυλίες εκτός Αθηνών και ελπίζουμε και εκτός Ελλάδας ενώ η παρουσίαση του δίσκου θα γίνει στις 18 Δεκεμβρίου στο «Six D.O.G.S».
Και θα σας προτείναμε να την παρακολουθούσατε γιατί, όσο καλό και αν είναι το album τους, οι MDH είναι από εκείνα τα συγκροτήματα που είναι φτιαγμένα και αποδίδουν περισσότερο στα live…