του Κωνσταντίνου Κωστόπουλου*
«Δεν μπορούμε να έχουμε οικολογική πόλη αν η πόλη δεν είναι εκ βάθους δημοκρατική και δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατική πόλη αν δεν υπάρχει ευαισθητοποίηση και πρόγραμμα οικολογικής αλλαγής». Το δυαδικό αυτό σχήμα συμπυκνώνει την πολιτική σκέψη και τον άξονα δράσης του Καναδού, ελληνικής καταγωγής, ακτιβιστή και διανοούμενου Δημήτρη Ρουσσόπουλου. Έχοντας σπουδάσει φιλοσοφία, πολιτικές επιστήμες και οικονομικά, ο Δημήτρης Ρουσσόπουλος αρνήθηκε να ακολουθήσει μια θεσμική ακαδημαϊκή καριέρα και αφοσιώθηκε, εξίσου, στην προσπάθεια διάδοσης των επαναστατικών ιδεών και στην προσωπική στράτευση «σε διάφορες υποθέσεις της δημόσιας σφαίρας». Συμμετέχει ενεργά, ήδη από τη δεκαετία του '60, στο αντιπολεμικό και οικολογικό κίνημα καθώς και στα κινήματα πόλης στο Μόντρεαλ και συνάμα ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων και άρθρων, τη δημιουργία περιοδικών και την ίδρυση εκδοτικών οίκων με σημαντικότερο το Black Rose Books.
Ο ίδιος, ένθερμος υποστηρικτής της κοινωνικής οικολογίας και προσωπικός φίλος του θεμελιωτή της, Μάρεϊ Μπούκτσιν, περιγράφει την κοινωνική οικολογία ως ένα σχέδιο αναμόρφωσης της κοινωνίας, στο οποίο κεντρική θέση κατέχει η δράση στο επίπεδο της πόλης, όπου κατοικεί πλέον η πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Το σχέδιο αυτό βασίζεται στον «ισχυρό δεσμό που υπάρχει μεταξύ της ανθρώπινης κοινωνίας και της φύσης» που όμως έχει επικίνδυνα διαταραχθεί από τον βιομηχανικό καπιταλισμό, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την προσπάθεια κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση και την αστικοποίηση. Πιο συγκεκριμένα, η κοινωνική οικολογία αρθρώνεται γύρω από αρχές όπως: ο σεβασμός της διαφορετικότητας και η αλληλεξάρτηση, η γεωγραφική και πολιτική αποκέντρωση, ο κομμουναλισμός, η τοπική και άμεση δημοκρατία, η ηθική και κοινοτική οικονομία, ο σεβασμός της φύσης, η απελευθερωτική λογική των οικο-τεχνολογιών, ο εξανθρωπισμός της ανθρώπινης ύπαρξης και η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απελευθέρωση του ανθρώπου από την χειρωνακτική εργασία. Με επίκεντρο, λοιπόν, την πόλη και την «αναζήτηση συμμαχιών με άλλες πόλεις», επιδιώκεται μια «ριζοσπαστική αλλαγή της ιδιότητας του πολίτη» και των κοινωνικών σχέσεων. Το βασικότερο όμως είναι ότι η κοινωνική οικολογία προτείνει μια άλλη μέθοδο για την κοινωνική αλλαγή, θεωρώντας ότι οι απελευθερωτικοί, χειραφετικοί θεσμοί πρέπει να αναπτυχθούν και να εφαρμοστούν πριν προκληθεί η πτώση του συστήματος.
Στη βάση αυτής της σχολής σκέψης, ο Δημήτρης Ρουσσόπουλος συμμετείχε στην «Επιτροπή Πολιτών του Milton-Park» στο Μόντρεαλ, στα τέλη της δεκαετίας του '60. Η επιτροπή αυτή, αποτελούμενη από κατοίκους της περιοχής, φοιτητές και εργαζόμενους, συστήθηκε για να εναντιωθεί στα σχέδια τεσσάρων μεγάλων οικοδομικών εταιρειών οι οποίες, με την υποστήριξη του δημάρχου, κινήθηκαν για να αγοράσουν μια περιοχή έξι οικοδομικών τετραγώνων με σκοπό στη θέση των παλαιών κατοικιών να κατασκευάσουν ουρανοξύστες, γραφεία και εμπορικά κέντρα. Δημιουργήθηκε έτσι μια ευρεία συμμαχία με διαφορετικούς εταίρους που ξεκίνησε έναν μακροχρόνιο αγώνα (11 χρόνων) μεγάλων κινητοποιήσεις, όπως διαδηλώσεις, συλλογές υπογραφών πόρτα - πόρτα, κοινοτική οργάνωση, καταλήψεις κτηρίων και δρόμων, απεργίες πείνας, φεστιβάλ δρόμου και κινητοποίηση πραγματογνωμοσύνης, αλλά και έντονης καταστολής με συλλήψεις, δίκες και φυλακίσεις. Το κίνημα αυτό κατάφερε να πετύχει την ακύρωση των οικιστικών πλάνων και να πείσει την τότε ομοσπονδιακή καναδική κυβέρνηση να δανείσει ένα μεγάλο ποσό στους διάφορους συνεταιρισμούς γειτονιάς και τις μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που είχαν ήδη δημιουργηθεί από τους κατοίκους της περιοχής, προκειμένου να αγοραστεί η έκταση αυτή με τα οικήματα της. Μέχρι το 1988 είχε διαμορφωθεί μια «δημοκρατική και οικολογική νησίδα μέσα στο κέντρο της πόλης του Μόντρεαλ» με συνεταιρισμούς κατοικίας και άλλα συνεργατικά εγχειρήματα, σε μια έκταση που άνηκε συλλογικά στους ίδιους τους κατοίκους της, όπου η αυτοδιαχείριση και οικολογική ευαισθησία είχαν τον πρώτο λόγο.
Ακολούθως, το 1996 ιδρύθηκε, εντός αυτής της γειτονιάς, το «Κέντρο Αστικής Οικολογίας του Μόντρεαλ», πρόεδρος του οποίου ήταν για 10 χρόνια ο Δημήτρης Ρουσσόπουλος (1996-2006). Το Κέντρο αυτό, με άξονα την κοινωνική οικολογία, έχει ως στόχο, μέσα από την διοργάνωση ακτιβιστικών δράσεων και την κινητοποίηση πραγματογνωμοσύνης, «τον επηρεασμό των κέντρων διαμόρφωσης δημόσιων πολιτικών στο επίπεδο της πόλης του Μόντρεαλ και την κινητοποίηση και εγρήγορση των πολιτών σε ζητήματα αστικής οικολογίας». Μάλιστα, το 2001, το Κέντρο Αστικής Οικολογίας κατάφερε να αναδείξει το ζήτημα του εκδημοκρατισμού της πόλης ως βασική διακύβευση. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί από τον Δήμο του Μόντρεαλ μια επιτροπή εργασίας στη θεματική της τοπικής και δημοτικής δημοκρατίας, στην οποία προσκλήθηκαν εκπρόσωποι διαφόρων κοινωνικών κινημάτων να συμμετάσχουν εθελοντικά. Πρόεδρος αυτής της επιτροπής, ως ένα είδος αναγνώρισης της κινηματικής του δράσης, ήταν ο Δημήτρης Ρουσσόπουλος. Καρπό αυτής της εθελοντικής εργασίας αποτέλεσε η «Χάρτα Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων του Μόντρεαλ» (Μετάφραση στα ελληνικά αυτής της Χάρτας υπάρχει στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ville.montreal.qc.ca/pls/portal/docs/page/charte_mtl_fr/media/documents/charte_montrealaise_grecque.pdf). Το επίσημο αυτό νομικό κείμενο περιγράφει σε «απλή και καθαρή γλώσσα ποιά είναι τα δικαιώματα των πολιτών του Μόντρεαλ και ποιές οι υποχρεώσεις του δήμου απέναντι τους».
Μεταξύ των διαφόρων δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους πολίτες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι τους δίνεται η εξουσία να επιχειρήσουν μια διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης σε θέματα που οι ίδιοι έχουν αναδείξει μέσα από μια δημοκρατική αρχή, το «Γραφείο Δημόσιας Διαβούλευσης» -η σύσταση του οποίου προωθήθηκε από τους πολίτες που εργάστηκαν για τη σύνταξη της Χάρτας- με διαφανή και δημοκρατικό τρόπο.
Το έντονο ενδιαφέρον του Δημήτρη Ρουσσόπουλου για τα ζητήματα δημοκρατίας εκδηλώνεται, όπως είναι αναμενόμενο, και στη συζήτηση μας για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Ζητήματα όπως, το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών, η αποκέντρωση της εξουσίας, η «απομυθοποίηση της κεντρικής εξουσίας και του Εθνικού Κοινοβουλίου» και η «ανησυχητική άνοδος του φασισμού», τον απασχολούν και τον προβληματίζουν. Μάλιστα, όσον αφορά στη Χρυσή Αυγή, πρωτοστάτησε σε μια προσπάθεια κατηγορηματικής καταγγελίας της οργάνωσης στο Μόντρεαλ από την εκεί ελληνική κοινότητα. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει τους προβληματισμούς του για την αρχική αδράνεια σε τοπικό επίπεδο της ελληνικής Αριστεράς για το ζήτημα αυτό. Την ίδια αδράνεια παρατηρεί και στο ζήτημα της ανάληψης μιας πραγματικά εναλλακτικής πρωτοβουλίας στην επίθεση του νεοφιλελευθερισμού που υφίσταται η ελληνική κοινωνία. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του όσον αφορά στο τι πρέπει να γίνει στο ενδεχόμενο που ο ΣΥΡΙΖΑ αναλάβει την εξουσία. Από τη μια μεριά, θεωρεί ότι «θα πρέπει να δημιουργηθούν στο εξωτερικό επιτροπές αλληλεγγύης σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ» γιατί, κατά τη γνώμη του, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι θα υπάρξουν σοβαρές προσπάθειες αποσταθεροποίησης μιας τέτοιας κυβέρνησης. Από την άλλη, υποστηρίζει ότι «θα πρέπει να δημιουργηθούν από τα κάτω διάφορες ανεξάρτητες επιτροπές» οι οποίες θα έχουν ως στόχο την άσκηση πίεσης προς το κόμμα ούτως ώστε να μην μετατοπιστεί πολιτικά προς το κέντρο.
* Ο Κωνσταντίνος Κωστόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο