Στην 71η Μόστρα της Βενετίας, με τιμονιέρη της Κριτικής Επιτροπής φέτος τον διακεκριμένο Γάλλο κινηματογραφικό συνθέτη Αλεξάντρ Ντεπλά, στην οποία τον Χρυσό Λέοντα απέσπασε επάξια η ταινία «A pigeon sat on a branch reflecting existence», του Σουηδού Ρόι Άντερσον, που ξεχώρισε κυριολεκτικά με διαφορά, σε ένα μέτριο Διαγωνιστικό, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και μερικές εξαιρετικές προβολές, εκτός συναγωνισμού, που δεν έτυχαν προβολής στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, ωστόσο αγκαλιάστηκαν θερμά από το κοινό που τις παρακολούθησε στην πόλη των καναλιών.
Ανάμεσά τους η σχεδόν εξάωρη, δίχως περικοπές, προβολή του «Nymphomaniac Vol I & II» του Λαρς Φον Τρίερ, την οποία παρακολούθησαν μαζί με το κοινό οι Σαρλότ Γκενσμπούρ, Στέλαν Σκάσγκαρντ και Ούμα Θέρμαν. Στη συνέντευξη Τύπου εμφανίστηκε μόνο ο Σκάσγκαρντ, για να απαντήσει σε τρεις επιλεγμένες ερωτήσεις, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον σκηνοθέτη, που φαινόταν σε οθόνη, δίχως ήχο. Στη λογοκριμένη έκδοση που κυκλοφόρησε και στη χώρα μας, οι περικοπές δεν περιορίζονται απλώς σε κάποιες σκληρές σκηνές, σεξουαλικού χαρακτήρα, όπως είχε διαρρεύσει, αλλά αφορούν και θρησκευτικούς, ηθικούς και πολιτικούς σχολιασμούς, που παραμένουν ταμπού.
Στο τμήμα Μέρες των Δημιουργών παρουσιάστηκε η ταινία «Retour à Ithaque» του Λοράν Καντέ (Ανάμεσα στους τοίχους). Μια παρέα 60άρηδων Κουβανών συζητάει μια ολόκληρη νύχτα, σε μια ταράτσα με πανοραμική θέα στην Αβάνα. Αναπολούν τη νιότη τους στην Κούβα του Κάστρο, με τις κόντρες για τους απαγορευμένους τότε Μπιτλς και Ρόλινγκ Στόουνς. Με το ποτό, η συζήτηση παίρνει πολιτική τροπή, αποκαλύπτοντας ανομολόγητα μυστικά και μια διάχυτη πίκρα, σε μια ειλικρινή κουβέντα για την πολύπλοκη διαδικασία μετάβασης στον σοσιαλισμό. Με όπλο τους δυνατούς διαλόγους, ο Καντέ διεισδύει και πάλι σε περίπλοκες καταστάσεις, με διάθεση διαλεκτικού αναστοχασμού. Κλείνοντας με σιωπή, δεν υπαινίσσεται μόνο την ισοπέδωση ενός οράματος, αλλά και τις επιπτώσεις στις ψυχές των ανθρώπων.
Απ' τις κλασικές ταινίες που προβλήθηκαν σε νέα, αποκατεστημένη κόπια, ξεχώρισε η αριστουργηματική πολιτική ταινία «Todo Modo» (1976) του Έλιο Πέτρι (Η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο / 1971), που χτίζει το πολιτικό σημαινόμενο με σκηνοθετικούς χειρισμούς, σε μια εποχή που οι σκηνοθέτες εξέφραζαν πολιτικό λόγο μέσα από το σινεμά.
Σε απροσδιόριστο χρόνο, εν μέσω επιδημίας με πολλούς νεκρούς, οι ισχυροί, δικαστές, μεγαλοεκδότες, γερουσιαστές και κληρικοί, αψηφώντας τον πανικό, συγκεντρώνονται σε ένα απομακρυσμένο υπόγειο κτήριο, για τις ετήσιες «πνευματικές ασκήσεις» που οργανώνει ο επιβλητικός κληρικός Ντον Γκαετάνο (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι). Ο μειλίχιος πρόεδρος του κόμματος (Τζιαν Μαρία Βολοντέ) προσεύχεται αναστενάζοντας εκστατικά, μαζί με τη θρησκόληπτη σύζυγό του (Μαριάντζελα Μελάτο), αποπνέοντας έναν έκφυλο ερωτισμό, πίσω από την υποτιθέμενη σπουδή εξιλέωσης. Στην τελετή προσκυνήματος διχάζονται, ενώ κυριεύονται από υστερία. Όταν τον πρώτο φόνο διαφωνούντος διαδέχεται και δεύτερος, καλείται ο αστυνομικός επιθεωρητής (Ρενάτο Σαλβατόρι) για να διαλευκάνει την υπόθεση.
Πρόκειται για ένα ντελιριακό ψυχαναλυτικό πορτρέτο των Χριστιανοδημοκρατών, στην εποχή του «Ιστορικού Συμβιβασμού», επί κυβερνήσεως Άλντο Μόρο. Οι μαρξιστικές καταβολές του Έλιο Πέτρι, σε συνδυασμό με τις ψυχαναλυτικές ερμηνείες της χειραγώγησης των μαζών του Βίλχελμ Ράιχ, συσχετίζονται με τη σεξουαλική καταπίεση, τη νεύρωση και τη διαστροφή των εξουσιαστών. Μέσα από τον φετιχισμό της εξουσίας, οι ερμηνείες ενός λαμπρού καστ διάσημων ηθοποιών μεταφέρουν τον ιδεολογικό κορεσμό και την αλλοτρίωση, με βασικό άξονα τις σχέσεις εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, στο σαδομαζοχιστικό παιχνίδι ιεραρχίας. Η πλοκή ανακαλεί τις μεσαιωνικές ραδιουργίες στο «Όνομα του Ρόδου», με μετάνοιες και εξορκισμούς, ενώ το υπερμοντέρνο τσιμεντένιο υπόγειο-καταφύγιο των συναντήσεων διαχέει μασονικό μυστικισμό. Ο παροξυσμός και η διαφθορά αποδίδονται μέσα από μεγάλης διάρκειας λήψεις, με την κάμερα να σαρώνει το χώρο ελεύθερα ή σε οριζόντια τράβελινγκ. Η μετωπική συμμετρία του κάδρου δηλώνει τη στιβαρότητα των εξουσιαστικών δομών σ' ένα σύστημα αυταρχικής αντίληψης. Απόλυτα σχήματα και μινιμαλιστικά ντεκόρ σε σκούρους χρωματισμούς δημιουργούν έντονα κοντράστ, πλαισιώνοντας το σκηνικό πολιτικών δολοπλοκιών.
Ο σκηνογράφος Ντάντε Φερέτι πετυχαίνει μια μακιαβελική αίσθηση της ηγεμονικής φύσης. Τα αγάλματα, λευκωπά «φαντάσματα» σε δραματοποιημένες στάσεις, δημιουργούν αντίθεση με τους σκούρους χώρους και τα μαυριδερά ενδύματα. Στην πομπώδη σκηνή εκφώνησης λόγων, τη μια μεριά καταλαμβάνουν τα πρόσωπα και την άλλη τα αγάλματα, σε ένα εξισορροπημένο κάδρο.
Το κλίμα απόλυτης ιεραρχίας συμπληρώνει και η μουσική του Ένιο Μορικόνε, με αφαιρετικές ατονικές συνθέσεις, αντίστοιχες με αυτές που έγραφε για τα «τζάλο» θρίλερ, μεταφέροντας την εφιαλτική αγωνία των σπλάτερ στην πολιτική διαφθορά.