Live τώρα    
Κριτική μουσικής ΝΤΟΝ ΤΖΟΒΑΝΝΙ ΧΩΡΙΣ ΠΥΞΙΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΣ / Δομικά ζητήματα ενός πάσχοντος «συστήματος»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κριτική μουσικής ΝΤΟΝ ΤΖΟΒΑΝΝΙ ΧΩΡΙΣ ΠΥΞΙΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΣ / Δομικά ζητήματα ενός πάσχοντος «συστήματος»

Ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός, αρχικώς προβλεπόμενος για τον επώνυμο ρόλο στην όπερα «Ο Κολασθείς Έκλυτος ή Ο Ντον Τζοβάννι» (Il Dissoluto Punito ossia il Don Giovanni, λιμπρέτο Lorenzo da Ponte, αρ. κατ. [Ludwig Alois Friedrich Ιππότη von] Köchel 527, Πράγα 29 Οκτωβρίου 1787) του Wolfgang Amadeus Mozart (1756 - 1791) , η οποία επελέγη εφέτος από την Εθνική Λυρική Σκηνή για την έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών, μπορεί, εν όψει των όσων εκτίθενται κατωτέρω, να αισθάνεται ήρεμος, τουλάχιστον σε σχέση με τη μη συμμετοχή του στη συγκεκριμένη παραγωγή. Ο ίδιος, ήδη προ εβδομάδων με ανάρτησή του στο Facebook, ανακοίνωνε την απόφασή του να μην συντηρήσει στο εξής επαγγελματική δοσοληψία με το μοναδικό λυρικό θέατρο της χώρας του, ενώ εξέθετε εκτενώς τη δική του εκδοχή για την ατυχή κατάληξη της δέσμευσής του με αυτό. Στην ίδια ανάρτηση εξάλλου αναφέρεται έγγραφο της ΕΛΣ προς ιθύνοντα θεάτρου των Βρυξελλών, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται από τον Τηλιακό ότι χαρακτηρίσθηκε ως πρωτοφανές από τον παραλήπτη του. Είναι προφανές ότι θα αποδεχθούμε τον καταλογισμό ελλιπούς ενημέρωσης για απάντηση του Θεάτρου, αν ενδεχομένως διέλαθε της προσοχής μας. Σε αντίθετη περίπτωση, όμως, αυτή οφείλεται με δεδομένο ότι η σχέση με τους Έλληνες καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται διεθνώς αποτελεί κεφάλαιο για την οικονομικά χειμαζόμενη Όπερα της Αθήνας, ου μην και με γνώμονα την μετά 2015 εποχή.

Εν πάση περιπτώσει, η εισαγωγή άγει ευθέως στα ανάμεικτα συναισθήματα οργής και πικρίας, με τα οποία εγκαταλείψαμε τον «ιερό» χώρο του Ωδείου Ηρώδου Αττικού το κατάφωτο από την πανσέληνο βράδυ της 13ης Ιουνίου 2014. Για τρεις και πλέον ώρες γίναμε μάρτυρες αχαρακτήριστης αντιμετώπισης ενός από τα αδιαφιλονίκητα αριστουργήματα της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς. Η «démodée» παραγωγή από τον εσχάτως και μελοδραματικά δραστηριοποιούμενο Γιάννη Χουβαρδά (με επί σκηνής ναρκομανείς, άστεγους, βαμπίρ και λοιπούς... σχετικούς) αποτέλεσε κυριολεκτικά γροθιά στο στομάχι, αλλά υπό πλήρως εσφαλμένους όρους. Και αυτό γιατί, ανεξαρτήτως προθέσεών του, ένας τ. διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου αγνόησε πλήρως το περιοριστικό πλαίσιο που υπαγορεύει όχι μόνο το αισθητικό στίγμα της μουσικής του «θείου» Μότσαρτ, αλλά και το πολιτικοκοινωνικό και αξιακό περίγραμμα καταστάσεων και χαρακτήρων, όπως αναδεικνύονται μέσα από το θαυμαστών ισορροπιών drama giocoso του Ντα Πόντε. Χωρίς την κοινωνική διαστρωμάτωση και την ιπποσύνη της τότε κρατούσας ηθικής, το έργο αποδομείται και καταλήγει σε διαδοχή επεισοδίων χωρίς νόημα, οι χαρακτήρες παραμένουν αμήχανοι και υστερικοί, ο ίδιος ο Δον μετατρέπεται από αριστοκράτη ιδεολόγο της ελευθεριότητας (δομικής συνιστώσας του Διαφωτισμού!) σε χυδαίο αλήτη, ο δε Κομμεντατόρε από όργανο δίκης σε μεφιστοφελικό καντινιέρη!

Η καταστροφή ολοκληρώθηκε με το απαράδεκτο σκηνογραφικό και ενδυματολογικό περιβάλλον, ενώ ξενίζει περαιτέρω η αίσθηση ότι ουδέποτε συνεκτιμήθηκε η κραυγαλέα αντίθεση του δρώμενου στην πανίσχυρη εποπτεία του Παρθενώνα, και μάλιστα σε πλαίσιο διεθνούς Φεστιβάλ με επισκέπτες ευσεβείς «προσκυνητές» από όλο τον κόσμο (όπως οι εξ Άπω Ανατολής παρακαθήμενοί μας, που, μόνο χάρη στη δική μας παρέμβαση, δεν υπέστησαν στωικά το σκληρό μάρμαρο, αφού δεν είχε υπάρξει πρόβλεψη μαξιλαριών για τις θέσεις τους!). Απορούμε, λοιπόν, εξιστάμενοι πώς ουδείς αρμόδιος κράτησε ευθαρσώς αποστάσεις για ό,τι επί εβδομάδες εκυοφορείτο: ένα παρόμοιο «σκάνδαλο» ίσως απέβαινε καθαρτήριο για τα καλλιτεχνικά μας πράγματα!

Υπό αυτές τις συνθήκες αποτελεί άθλο η μοτσάρτειου ύφους και γραμμής επίδοση των υψιφώνων Μυρτούς Παπαθανασίου και Celia Costea ως Άννας και Ελβίρας αντιστοίχως. Γιατί όμως, ενώ δεν παραλείφθηκε η «βιεννέζικη» άρια του Ντον Οττάβιο (1788, Κ. 540a), περικόπηκε η ωσαύτως πρόσθετη scena για την Ελβίρα της Caterina Cavalieri (K. 540c), που θα εξάγνιζε σημειακά το μουσικό αποτέλεσμα, αφού η Κοστέα ήταν η μόνη πραγματικά ανοιχτού χώρου φωνή του καστ; Πλάι τους ανώνυμος και τραχύς παρέμεινε ο Τζοβάννι του Franco Pomponi, μουσικός αλλά αναιμικός και ασθμαίνων ο Οττάβιο του Αντώνη Κορωναίου, συνήθως υποτονικός ο Λεπορέλλο του Χριστόφορου Σταμπόγλη, άχρωμη και κουρασμένη η Τσερλίνα της Μαρίας Μητσοπούλου, ανεπαρκής πλέον ο Κομμεντατόρε του Δημήτρη Καβράκου. Εξαίρεση ο φωνητικά υγιής και υποκριτικά συγκροτημένος Μαζέτο του βαθύφωνου Πέτρου Μαγουλά, κατάλληλου και για τον επώνυμο ρόλο «one of these days». Τέλος, η μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, αν και με συνεχείς ιδέες ήδη από το ρολάρισμα του τυμπάνου στην εισαγωγή, παρέμεινε όμως επεισοδιακή, δέσμια μιας αγωνιώδους σχέσης με το ανομοιογενές plateau. Και πώς αλλιώς άλλωστε;

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0