Αποτιμώντας τη συνολική προσφορά του Θεόφραστου Σακελλαρίδη (1883 - 1950) κατά την εκδημία του, η κριτικός Σοφία Σπανούδη τον αποκάλεσε «Λέχαρ της Ελλάδος». Η εκτίμηση αυτή δεν αμφισβητείται σοβαρά, 65 χρόνια αργότερα, εν όψει τού εν καιρώ κρίσης ανανεωμένου ενδιαφέροντος για το μελοδραματικό έργο του, ιδίως το κεφάλαιο των μελοδραματίων, τα περισσότερο αγαπητά των οποίων ανέκυψαν, συμπτωματικά, στα χρόνια της πρώτης μεγάλης ανατροπής του περασμένου αιώνα, δηλαδή κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο: 1914 τα -επίκαιρα στον απόηχο των Βαλκανικών Πολέμων- «Παραπήγματα», που, παρεμπιπτόντως, όχι μόνο λόγω ποιότητας, αλλά και λόγω τρέχουσας επετείου, οφείλουν να προταχθούν στη ροή των αναβιώσεων, 1915 το «Πικ - Νικ», που παρακολουθήσαμε από τις 19 έως τις 28/02 στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 1918 ο κοσμαγάπητος «Βαφτιστικός» που είχε εγκαινιάσει τη νέα οπτική της οπερέτας στη χώρα μας, όπως αυτή αποτυπώθηκε τότε (2012) στην παραγωγή του Βασίλη Παπαβασιλείου και τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. Είναι σημαντικό η εθνική μουσική ταυτότητα να αναζητηθεί επιτέλους και σε αυτό το πεδίο της λόγιας μουσικής και, προς τον σκοπό αυτό, η ακατάβλητη αγάπη του κοινού και το σοβαρό ενδιαφέρον καλλιτεχνών όπως οι προαναφερθέντες μπορούν να συγκροτήσουν υπολογίσιμη δύναμη ανατροπής κυρίαρχων μέχρι πρότινος αντιλήψεων που σταθερά αποθέωναν ως λαϊκό ένα ευτελές ανατολίτικο τουριστικό στερεότυπο.
Η παραγωγή του «Πικ - Νικ» στο Μέγαρο Μουσικής επιβεβαίωσε πρωτίστως την ύπαρξη στρατηγικής γύρω από την ποιοτική αναζωογόνηση της οπερέτας, με κύρια γνωρίσματα τον σεβασμό στο γράμμα του μουσικού κειμένου, την οικονομία στους διαλόγους, την αποφυγή υπερβολών στην επικαιροποίησή τους και την εν γένει επιμελή αντιμετώπιση του ευαίσθητου αυτού genre μέσα από την επιστράτευση σημαντικών σκηνοθετών του Θεάτρου. Υπό αυτήν την έννοια, η παραγωγή του Στάθη Λιβαθινού (σε δραματουργική προσαρμογή της Έλσας Ανδριανού) υπήρξε μετρίως συγκρατημένη σε επίκαιρους αναχρονισμούς, ατμοσφαιρική στα tableaux (vivants και μη) της σκηνογραφίας, ανεπαισθήτως αφαιρετική στο ενδυματολογικό στοιχείο (αμφότερα διά χειρός Ελένης Μανωλοπούλου). Επέτρεψε έτσι την ευχερή μεταφορά των θεατών στον «ου τόπο» της αρχικής σύλληψης, δηλαδή στον λωτοφάγο κόσμο μιας ειρήνης εξαντλούμενης σε εσπερίδες του «λαχείου προς αποξήρανσιν της Μεσογείου» και αποδοσμένης στο μέχρι τελικής πτώσεως ερωτικό «γαϊτανάκι». Μοναδική -μολαταύτα κομβική- παρατήρηση, όχι μόνο δική μας, αλλά και πολλών θεατών, υπήρξε η αδυναμία προβολής του κειμένου στην αίθουσα, όχι μόνο κατά την αδόμενη συμμετοχή των γυναικείων χαρακτήρων, αλλά ακόμη και στην πρόζα ταλαντούχων χειριστών της, όπως ο τενόρος Δημήτρης Ναλμπάντης στο μέρος του primo tenore Βερδελή.
Μόνοι διασωθέντες από αυτή την καίρια δυσλειτουργία, η οποία, παρά τους υπερτίτλους, συνέβαλε ώστε να αδρανοποιηθεί η ανταπόκριση στις ατάκες του γέλιου, παρέμειναν ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός, ως ζωηρός Αργυρός τόσο στην αδόμενη όσο και στην ομιλούμενη παρέμβασή του, και η παλαίμαχη μέτζο Λυδία Αγγελοπούλου, που ζωντάνεψε τον ρόλο χαρακτήρα της Μπατζαχρούλας Φραμπαλά με υποκριτικούς όρους «χρυσής» εποχής. Ίσως το Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς να ενδείκνυται εφεξής ως ο κατάλληλος από πλευράς ακουστικής χώρος για την οπερέτα! Ναλμπάντης και η Μυρσίνη Μαργαρίτη πάντως, η τελευταία ως σκηνική μνηστή του Λόλα Φραμπαλά, πολέμησαν ηρωικά για τη δικαίωση των μεγάλων ποθοπλάνταχτων μελωδιών των δύο ερωτευμένων, βοηθούμενοι από μια «Καμεράτα» με αίσθηση χρωμάτων και δυναμικής, υπό τον τρυφερό απέναντι στις φωνές μαέστρο Πέτρου, ο οποίος ετοιμάζεται για μιαν ακόμη διεθνή επίδοση επικεφαλής της Ορχήστρας του, δηλαδή την επικείμενη πρώτη συμμετοχή ελληνικού σχήματος στην 119ετή ιστορία του περιώνυμου Φεστιβάλ «BBC Proms» του Λονδίνου (Cadogan Hall, 2/08/2014)!
Ο υπερβολικά μεγάλος για το φωνητικό διαμέτρημά τους χώρος υπονόμευσε ακόμη και την αποτελεσματικότητα καλλιτεχνών όπως ο Δημήτρης Ήμελλος ως Μίστερ Μπρόουντ και ο Κωστής Ρασιδάκις ως Φραμπαλάς (ο τελευταίος είχε να αντιμετωπίσει την ανεξίτηλη «ραδιοφωνική» ανάμνηση του Παρασκευά Οικονόμου στον ρόλο, όπως εξάλλου και ο Στέλιος Ιακωβίδης, ως βραδύγλωσσος Πλούταρχος Μπερλινερής, τη διαδοχή του -ομοίως αείμνηστου- προκατόχου του Κούλη Στολίγκα...). Η συνοπτική ωριαία ηχογράφηση του αείποτε ΕΙΡ υπό τον Τότη Καραλίβανο, που ημιτελή διατηρούμε στο αρχείο μας, εφ' όσον ανευρίσκεται ακόμη στο Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής (άλλη μουσικά πληρέστερη αλλά δραματουργικά χαλαρότερη πρέπει να υπάρχει στο αρχείο του Γ' Προγράμματος, αφού είχε αναμεταδοθεί εν έτει 2000 από την τότε παραγωγό του κ. Κατερίνα Χατζηστεφάνου), θα αποτελούσε επείγουσα προτεραιότητα ψηφιοποίησης και διαθεσιμότητάς της στο κοινό εκ μέρους της ΝΕΡΙΤ!