Πενήντα χιλιάδες κόσμος δεν είναι καθόλου μικρός αριθμός αλλά οι Metallica είχαν σχεδόν εκατό χιλιάδες. Αυτό σημαίνει άραγε ότι οι Metallica ήταν «δύο φορές καλύτεροι» από τους Iron Maiden; Και όπως και αν έχει, πώς δικαιολογείται αυτή η διαφορά δημοφιλίας των δύο συγκροτημάτων που έπαιξαν στο ΟΑΚΑ μέσα σε μία περίοδο δύο εβδομάδων;
Στις 19.00 βγήκε στη σκηνή το support γκρουπ, οι Αμερικανοί πρωτοπόροι του thrash metal – του ίδιου υπο-ιδιώματος στο οποία υπάγονται και οι Metallica δηλαδή – Anthrax. Αξίζει να σημειώσουμε ότι από τα πέντε μέλη που ίδρυσαν το συγκρότημα το 1981 σταθερό μέχρι σήμερα είναι μόνον ένα, ο κιθαρίστας – και ηγετική φυσιογνωμία - Scott Ian. Αυτό δεν τους εμπόδισε όμως να παίξουν για μία ώρα τα σφιχτοδεμένα τραγούδια τους με πολύ δυναμικό τρόπο και με το κεντρικό δίδυμο του Scott Ian και του τραγουδιστή Joey Belladonna – που έχει αποχωρήσει και επιστρέψει αρκετές φορές – σε πολύ μεγάλη φόρμα.
Με ελάχιστη καθυστέρηση από την προγραμματισμένη ώρα, λίγο μετά τις 21.00, ήρθε η σειρά των Iron Maiden. Επαιξαν για – τις σχεδόν καθιερωμένες πλέον – δύο ώρες ένα σετ που λίγο – πολύ ήταν «greatest hits» περιλαμβάνοντας και μερικά τραγούδια τα οποία είχαν πολλά χρόνια να παίξουν στις συναυλίες τους και ενθουσίασαν το πιστό κοινό τους που είχε γεμίσει ένα πολύ μεγάλο μέρος του ΟΑΚΑ.
Παρόλα αυτά δεν υπήρξαν οι τηλεοπτικές συνδέσεις της συναυλίας των Metallica ούτε οι εξίσου εντυπωσιακές μετακινήσεις και παρουσία του κόσμου. Τηρουμένων των αναλογιών θα λέγαμε ότι ήταν μια «ήσυχη» συναυλία, δεδομένου μάλιστα ότι έγινε την ημέρα που μεσολαβούσε ανάμεσα σε αυτή των ημιτελικών και εκείνη του τελικού του Final Four στο κλειστό στάδιο του ΟΑΚΑ θα μπορούσαμε ακόμα και να πούμε ότι ήταν απλά μια «καθημερινή» για τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις.
Έχουν περάσει πενήντα ένα χρόνια από τον σχηματισμό των Iron Maiden to 1975 και σαράντα έξι από την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου τους το 1980. Στο ξεκίνημα τους θεωρήθηκαν το κυριότερο όνομα του λεγόμενου NWOBHM (New Wave Of British Heavy Metal) αλλά στην πραγματικότητα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Ηταν το συγκρότημα που πήρε το heavy metal από την βαρύτερη και γρηγορότερη εκδοχή του hard rock την οποία επινόησαν οι Black Sabbath και ουσιαστικά ήταν δημοφιλής μόνο στη Βρετανία και το έκαναν γνωστό και αγαπητό πρώτα στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στην Ευρώπη και σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Οι Iron Maiden είναι η επιτομή του original, ακόμα και straight αν θέλετε heavy metal. Αν και προηγήθηκαν λίγα σχετικά χρόνια των τάσεων/«παρακλαδιών» του ιδιώματος (epic, thrash, speed, black metal και μερικά ακόμα) όλα αυτά ήρθαν και αργά ή γρήγορα παρήλθαν σαν trends ενώ οι ίδιοι και το δικό τους heavy metal είναι πάντα εδώ. Δεν ξαφνιάζουν, δεν εκπλήσσουν, άλλωστε δεν το έκαναν ποτέ, πότε περισσότερο και πότε λιγότερο αλλά σταθερά καλοί σε αυτό που κάνουν και χωρίς να έχουν απογοητεύσει ούτε για μια στιγμή το διεθνές αφοσιωμένο κοινό τους είναι ταυτόσημοι πλέον με τον όρο heavy metal. Δεδομένης μάλιστα της μακροβιότητας τους σε συνδυασμό με την σταθερότητα τους θα μπορούσαμε πολύ ωραία να πούμε ότι είναι για το heavy metal ό,τι είναι για το rock οι Rolling Stones.
Όπως και στην περίπτωση των Anthrax οι μόνοι σταθεροί για περισσότερο από μισό αιώνα από τα ιδρυτικά μέλη είναι ο μπασίστας, βασικός συνθέτης, σχεδόν αποκλειστικός στιχουργός και άτυπος ηγέτης του γκρουπ Steve Harris και ο κιθαρίστας Dave Murray. Σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα ήρθαν ο δεύτερος κιθαρίστας Adrian Smith που είναι και ο μόνος από τους μουσικούς του γκρουπ ο οποίος κάνει φωνητικά, ο εξαιρετικά «θεαματικός» επί σκηνής ντράμερ Nicko McBrain, ο τρίτος κιθαρίστας Janick Gers και κάπου ενδιάμεσα ο τραγουδιστής Bruce Dickinson. Αν και κάποιοι από τους φανατικούς του γκρουπ δεν δέχτηκαν ποτέ ότι ήταν άξιος για να αντικαταστήσει τον επί έξι χρόνια πρώτο τραγουδιστή τους, τον αείμνηστο Paul Di'Anno, από το 1981 (με διάλειμμα μιας αποχώρησης έξι χρόνων οπότε τον αντικατέστησε ο Blaze Bayley) ο Bruce Dickinson με τις εντυπωσιακές φωνητικές ικανότητες και την πληθωρική σκηνική παρουσία του είναι διαχρονικά από τα μεγαλύτερα «ατού» του γκρουπ.
Κατά τα άλλα – και αντίθετα για παράδειγμα με τους Metallica – οι Iron Maiden ποτέ δεν πειραματίστηκαν ούτε στο ελάχιστο, δεν άλλαξαν το παραμικρό, δεν εξελίχθηκαν καν αλλά παρέμειναν πιστοί στη αρχική φόρμα τους. Οι στίχοι του Steve Harris είναι κανονική μυθοπλασία, εμπνευσμένοι από την gothic και γενικότερα «σκοτεινή» λογοτεχνία αλλά και από την ελληνική Ιστορία και μυθολογία. Τραγούδια με στέρεα δομή και συνήθως σύντομα μεν αλλά διακριτά ρεφρέν και ένα μπαράζ βαρέος και αρκετά ως πολύ γρήγορου ήχου από τις τρεις κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς με λίγα και μικρής διάρκειας σόλο του Dave Murray. Στα εξώφυλλα των δίσκων αλλά και στον σκηνικό διάκοσμο σταθερός ο Eddie, το χαρακτηριστικό τερατάκι – μασκότ τους. Με τους Iron Maiden ξέρεις πάντα τι θα πάρεις, τίποτα περισσότερο αλλά και ποτέ λιγότερο.
Εμμονές διαφόρων ειδών, ένα κλειστό, προσωπαγές σύμπαν, πείσμα, έντονη συναισθηματική φόρτιση με πολλές μεταπτώσεις και μια παρέα σαν σφιχτή γροθιά ενάντια σε όλο τον κόσμο. Πολλά από τα χαρακτηριστικά της εφηβικής ψυχοσύνθεσης δηλαδή και κατά κύριο λόγο σε αυτή την ηλικιακή ομάδα απευθύνονταν ανέκαθεν οι Iron Maiden, ανεξάρτητα από το ότι αρκετές γενεές ακροατών και ακροατριών τους μεγάλωσαν μαζί τους και εξακολουθούν να τους αγαπούν και να τους ακούν το ίδιο. Αν ο Ian Anderson έγραφε το «Too Old For Rock ‘N’ Roll, Too Young To Die» των Jethro Tull για τους Iron Maiden πιθανότατα θα άλλαζε τους στίχους σε «πολύ μεγάλοι για rock ‘n’ roll, πάρα πολύ νέοι για heavy metal». Ανεξάρτητα από ηλικία και μάλλον μέχρι το βιολογικό τέλος…
Τα μέλη του γκρουπ είναι παιδιά του φτωχότερου τμήματος της βρετανικής εργατικής τάξης. Ο Steve Harris αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο μετά το καθ’ ημάς δημοτικό και να ασκήσει διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα, με περιώνυμο αυτό του νεκροθάφτη, για να μπορέσει να αγοράσει το πρώτο μπάσο του και ανάλογες είναι οι περιπτώσεις και των υπολοίπων. Μοναδική εξαίρεση ο Bruce Dickinson που, αν και οι γονείς του ήθελαν να ακολουθήσει καριέρα στρατιωτικού, σπούδασε Ιστορία, είναι συγγραφέας μερικών βιβλίων, έχει δίπλωμα πιλότου και επίσης είναι αθλητής της ξιφασκίας.
Κατά δική του ομολογία ο Dickinson είναι συντηρητικών πολιτικών απόψεων και βέβαια αντι-ευρωπαϊστής αλλά ακόμα και εκείνος λειτουργεί εντός του συνολικού αξιακού πλαισίου του συγκροτήματος. Γιατί ο Steve Harris δεν ξέχασε ποτέ ποιος είναι και από πού προέρχεται και, χωρίς ποτέ να το διατυμπανίζει, είναι ψηφοφόρος των Εργατικών. Παρότι δανείστηκε το όνομα Iron Maiden από ένα μεσαιωνικό όργανο βασανισμού ο μύθος λέει ότι τελικά το κράτησε ως ειρωνική αναφορά στην Μάργκαρετ Θάτσερ την πολιτική της οποίας, πιθανόν και την ίδια, απεχθανόταν. Μέσα στους αλληγορικούς, τρομακτικούς και συχνά γεμάτους από βία και αίμα στίχους του διακρίνεται αρκετά εύκολα ο ειρηνισμός αλλά και το ενδιαφέρον και η αγωνία του για το μέλλον της ανθρωπότητας και του πλανήτη. Αντίθετα επίσης με πάρα πολλά άλλα συγκροτήματα οι Iron Maiden δεν είχαν ποτέ σχέση όχι μόνον με την πολυτελή ζωή αλλά κυρίως με το lifestyle «sex, drugs and rock ‘n’ roll». Μόνο με πολλή, πάρα πολλή μπίρα, τυπικοί Βρετανοί γαρ…
Μια παράδοξη συγκυρία έκανε εφικτό να μπορώ να «απλωδικοποιήσω» τόσο τον Steve Harris όσο και συνολικά τους Iron Maiden. Δεν θα αποκρύψω ότι το heavy metal είναι ένα από τα μετρημένα στα δάκτυλα του ενός χεριού μουσικά ιδιώματα που ποτέ όχι απλά δεν μου άρεσαν αλλά ούτε καν με ενδιέφεραν στο ελάχιστο. Παρόλα αυτά επαγγελματικοί λόγοι, το να πάρω μια συνέντευξη, πολλά χρόνια πριν με έφεραν στο backstage μιας από τις πρώτες συναυλίες των Iron Maiden στην Αθήνα.
Η συνέντευξη ήταν με τον Steve Harris. Φαινόταν ακόμα και από την εμφάνιση μου αλλά επίσης του το είπα ότι δεν ήμουν οπαδός του γκρουπ και ουσιαστικά δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για αυτό. Παρόλα αυτά βρέθηκα μπροστά σε έναν φιλικό, καλόκαρδο και πολύ ευγενή άνθρωπο που, σαν Ελληνας συγγενής, επέμενε να φάω όσο περισσότερη πίτσα ήταν δυνατόν (και ναι, να πιώ τη μάξιμουμ ποσότητα μπίρας).
Τελειώνοντας τη συνέντευξη εξέφρασε το παράπονο του γιατί ο χρόνος δεν θα του επέτρεπε να επισκεφθεί για άλλη μια φορά την Ακρόπολη. Μετά με ρώτησε αν είχα πάει στις Μυκήνες και αν ήταν ενδιαφέρουσα η επίσκεψη εκεί. Απάντησα καταφατικά και στα δύο - χωρίς να του πω ότι η Ιστορία είναι και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πάθη μου – και του ευχήθηκα την επόμενη φορά να πάει και στους δύο αρχαιολογικούς χώρους, ακόμα και στην Κνωσό.
Από όσο γνωρίζω το κατάφερε. Όταν βγήκα στην αρένα, άρχισε η συναυλία και ακούγοντας το «Alexander The Great» δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ πόσοι άλλοι ξένοι μουσικοί θα θεωρούσαν μια συναυλία τους στην Αθήνα ευκαιρία πριν από όλα για να επισκεφθούν την Ακρόπολη. Δεν βρήκα παρά το πολύ δυο – τρεις εκτός από αυτόν τον Αγγλο απόφοιτο δημοτικού και μέχρι τώρα δεν έχω βρει περισσότερους.
