Live τώρα    
Eurovision / Ο διαγωνισμός τραγουδιού της Eurovision δεν είναι Τσάμπιονς Λιγκ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Eurovision / Ο διαγωνισμός τραγουδιού της Eurovision δεν είναι Τσάμπιονς Λιγκ

Ακύλας
(HANNIBAL HANSCHKE/EPA)

Υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο μια μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων στην Ελλάδα αντιμετωπίζει τον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision. Το πρώτο είναι ότι ενώ όλες οι υπόλοιπες χώρες ασχολούνται με τον διαγωνισμό το πολύ ένα μήνα πριν την πραγματοποίηση του και μια – δύο ημέρες μετά εδώ το κάνουμε για πολύ περισσότερο, τα τελευταία χρόνια είναι συνολικά τουλάχιστον για έξι μήνες με τάση να αυξάνεται.

Το δεύτερο υπό μια έννοια πηγάζει από το πρώτο, βλέπουμε τον διαγωνισμό με μια «ποδοσφαιρική» νοοτροπία, όχι όμως φιλάθλων αλλά οπαδών, συχνά ακόμα και…χούλιγκαν. Αυτή η θεώρηση έχει πάντα δύο βασικά στοιχεία, αντιπάθεια, ενίοτε ακόμα και μίσος για τους αντιπάλους και μετάθεση ευθυνών για τις ήττες, συνήθως στον διαιτητή, κάποιες φορές και στον προπονητή.

Αμφότερα αυτά τα χαρακτηριστικά ίσχυσαν  περισσότερο από άλλες φορές για την εφετινή ελληνική συμμετοχή, τον Ακύλα με το «Ferto» και έφτασαν στο αποκορύφωμα δύο ημέρες πριν τον  ημιτελικό στον οποίο μετείχε και τις ημέρες μετά την πρόκριση μέχρι και το βράδυ του τελικού. Σε αυτό το πλαίσιο είδαμε και κυρίως ακούσαμε απίστευτα ως και ανεκδιήγητα πράγματα. Ένας ανόητος – επιεικέστερος δυνατός χαρακτηρισμός – Άγγλος δημοσιογράφος αποφάνθηκε ότι τα τρία «δωμάτια» της σκηνικής παρουσίας του Ακύλα συνέδεαν το τραγούδι του με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Κάποιοι/ες υιοθέτησαν την άποψη του και την μεγέθυναν με αποτέλεσμα να ακούσουμε ότι το «Ferto» συνεχίζει τα διδάγματα του Σωκράτη και του Πλάτωνα, κάτι που θα έκανε και τον ίδιο τον Ακύλα να γελάσει. Το χειρότερο όμως ήταν ότι αισθάνθηκαν την ανάγκη να τα πουν όλα αυτά στο κοινό αγνοώντας ένα βασικό κανόνα τον παραστατικών τεχνών, ότι οι αναλύσεις και επεξηγήσεις είναι  αντικείμενο της κριτικής, οι δέκτες κρίνουν μόνο με βάση αν τους τέρπει αισθητικά ό,τι βλέπουν και ακούν.

Εξωφρενικές διαστάσεις προσδόθηκαν και σε ένα απλό σκηνικό εύρημα του Φωκά Ευαγγελινού, τη λύρα, ακριβώς επειδή το είχε χρησιμοποιήσει και το 2005, στη σκηνοθεσία του της εμφάνισης της Έλενας Παπαρίζου με το «My Number One» με το οποίο η Ελλάδα κατέκτησε για πρώτη φορά την πρώτη θέση στον διαγωνισμό. Ακούστηκαν και πάλι διάφορα περί σύνδεσης του τραγουδιού και του Ακύλα με την ελληνική παράδοση και κυρίως ότι αυτό ήταν ένα «κλείσιμο ματιού» σε όσους και όσες είχαν παρακολουθήσει εκείνον τον τελικό μη λαβαίνοντας υπόψη ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα των δυνητικών ψηφοφόρων εφέτος δεν είχαν καν γεννηθεί τότε.

Αυτά και αρκετά άλλα λέγονταν με στόμφο από αυτόκλητους/ες» ειδικούς» που όχι μόνο δεν έχουν καμία σχέση με την μουσική αλλά ούτε καν με την σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας, για να μην πω και με την στοιχειώδη παιδεία. Προσωπικά θεωρώ κυριολεκτικά επική την αναφορά σε «τραγούδια με μη αγγλόφωνο στίχο», προς ενημέρωση ο καημένος ο στίχος δεν είναι πρόσωπο για να διαθέτει φωνή και μπορεί να είναι μόνον αγγλικός, ελληνικός ή οτιδήποτε άλλο.

Υπάρχει κάτι ακόμα που αρχικά ήταν απλά γραφικό αλλά κατέληξε γελοίο. Μέχρι και λίγο πριν τον τελικό απλά αναφερόταν σαν πληροφορία ότι στην τριμελή δημιουργική ομάδα του «Bangaranga» της DARА συμμετείχε και ένας Έλληνας, ο συνθέτης και παραγωγός Δημήτρης Κοντόπουλος. Λίγο μετά την ανακοίνωση της νίκης της Βουλγαρίας «ανακάλυψαν» ότι η Ελληνίδα ερμηνεύτρια και vocal coach Βικτωρία Χαλκίτη συμμετείχε στα επί σκηνής φωνητικά του τραγουδιού και περάσαμε στο «με ελληνικό άρωμα η συμμετοχή της Βουλγαρίας». Την Κυριακή πλέον λεγόταν αδίστακτα και ανερυθρίαστα «με ελληνική υπογραφή η νίκη της Βουλγαρίας».

Υπάρχουν δύο παράγοντες στον περίγυρο του διαγωνισμού της Eurovision, οι λεγόμενοι/ες Eurofans και τα στοιχήματα για την πρώτη θέση. Όμως τόσο στην Ελλάδα όσο και συνολικά στην Ευρώπη οι Eurofans είναι πολύ λιγότεροι/ες από όσους/ες νομίζουμε και κατά κανόνα αυτοί και αυτές μπορούν ακόμα και να σκεφτούν να στοιχηματίσουν για κάτι τέτοιο. Ο συνδυασμός αυτών των δύο, Eurofans και στοιχημάτων, σχηματίζουν ένα ιδιότυπο echo chamber που αν εγκλωβιστείς σε αυτό χάνεις πολύ εύκολα την επαφή με την πραγματικότητα. Αυτό συνέβη περισσότερο από κάθε άλλη φορά με την ελληνική συμμετοχή εφέτος για ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου αλλά και, σε ένα βαθμό, την δημόσια ζωή.

Έτσι σχεδόν αμέσως μετά το τέλος του διαγωνισμού άρχισαν να ενεργοποιούνται τα αντανακλαστικά της «ποδοσφαιρικής νοοτροπίας» που ανέφερα στην αρχή και στη χώρα μας ισχύει και σε αρκετά άλλα πράγματα, ακόμα και στις βουλευτικές εκλογές. Είναι απόλυτα δεδομένο ότι θα είμαστε πρώτοι, θα νικήσουμε γιατί πολύ απλά είμαστε de facto καλύτεροι. Αν χάσουμε έχουμε μερίδιο στη νίκη αυτών που κέρδισαν, αν δεν την οφείλουν σε εμάς. Αν αυτό δεν μπορεί καν να σταθεί ως επιχείρημα τότε αυτονόητα έχει γίνει νοθεία και υπάρχουν άλλου είδους συνωμοσίες για  να μας στερήσουν αυτό που μας ανήκει. Ας το επαναλάβουμε για άλλη μια φορά λοιπόν, η μουσική δεν είναι ποδόσφαιρο και για αυτό ένας διαγωνισμός τραγουδιού δεν μπορεί ποτέ να είναι Τσάμπιονς Λιγκ! Ούτε καν Μουντιάλ…

Από την αρχή ο διαγωνισμός ήταν τόσο τηλεοπτικό θέαμα όσο και μουσική εκδήλωση, από μια εποχή και μετά άρχισε να γίνεται όλο και περισσότερο το πρώτο και τείνει να μεταβληθεί αποκλειστικά σε αυτό. Τα τρία τελευταία χρόνια η Ελλάδα κατέκτησε την ενδέκατη θέση το 2024 με την Μαρίνα Σάττι και το «Το Ζάρι», την έκτη πέρυσι με την Κλαυδία και το «Αστερόματα» και εφέτος την δέκατη με τον Ακύλα και το «Ferto». Τα τραγούδια με τα οποία συμμετείχαμε το ’24 και εφέτος έμοιαζαν ως προς το ότι ήταν εντελώς διαφορετικά από όλα τα άλλα που συμμετείχαν την ίδια χρονιά. Η κατά μία χαμηλότερη από τον Ακύλα θέση της Μαρίνας Σάττι εξηγείται από το ότι τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά το τραγούδι της ήταν σκοτεινό και κυρίως επιθετικό ως ακρόαμα ενώ αντίστοιχα του Ακύλα – παρά το στιχουργικό περιεχόμενο – πιο φιλικό και feel good. Το τραγούδι της Κλαυδίας βασιζόταν σε μια παραδοσιακή ελληνική - και μάλιστα ανατολίτικη – μελωδία με λίγο ηλεκτρονικό beat από μια ερμηνεύτρια που τόσο φωνητικά όσο και γενικότερα σαφώς θυμίζει τη Νάνα Μούσχουρη η οποία όχι μόνον έχει περάσει από τον διαγωνισμό της Eurovision αλλά και είναι μια από τις γνωστότερες εκπροσώπους της ελληνικής μουσικής διεθνώς. Ένα πολύ μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού κοινού αυτό ξέρει και περιμένει, ίσως και θέλει, από εμάς και αυτός ήταν ο λόγος που το «Αστερομάτα» σχεδόν μπήκε στην πεντάδα. Το ότι ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που η ελληνική ακροδεξιά όχι μόνον ασχολήθηκε με τον διαγωνισμό αλλά και ενθουσιάστηκε τόσο με την συμμετοχή μας δεν έχει μεν σχέση με αυτό αλλά το αναφέρω ως εξήγηση του γιατί εφέτος αγνόησαν προκλητικά τον Ακύλα. Όπως και αν έχει όμως και οι τρεις συμμετοχές, δεδομένων και των εκάστοτε συνθηκών, κρίνονται ανεπιφύλακτα επιτυχημένες.

Ας δούμε τις πιο επιτυχημένες συμμετοχές της χώρας μας στον διαγωνισμό. Στην πρώτη και πολύ μεγάλη σε διάρκεια περίοδο του, όταν δινόταν έμφαση στα τραγούδια που τα συνόδευε ζωντανά συμφωνική ορχήστρα, έκτη θέση το 1977 με το πασίγνωστο «Μάθημα Σολφέζ»,  ελληνικός στίχος με ένα τρομερά «τραβηχτικό» ρεφρέν που στιχουργικά δεν ήταν παρά τα ονόματα των νοτών της μελωδίας του τα οποία είναι κατανοητά σε κάθε γλώσσα. Όταν τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και να στρέφονται περισσότερο στη σκηνική παρουσία και το θέαμα τρίτη θέση το 2001 με το δίδυμο των Antique και το «(I Would) Die For You», αγγλικός προφανώς στίχος και pop dance ήχος με λίγο ελληνικό «χρώμα». Αφού αυτό λειτούργησε κάπως σαν «πρόβα» ήρθε το 2005 μόνη της πλέον η Έλενα Παπαρίζου με το «My Number One», πολύ περισσότερο dance παρά ethnic, για να φέρει την πολυπόθητη πρώτη θέση. Για την Κλαυδία και το «Αστερομάτα» τα είπαμε παραπάνω, θα επισημάνω μόνον ότι ήταν το πρώτο μετά το «Μάθημα Σολφέζ» με ελληνικό στίχο και κατέκτησε την ίδια θέση με εκείνο.

Όπως συμφωνούν όλοι και όλες που γνωρίζουν ο διαγωνισμός τραγουδιού της Eurovision είναι μια πολύ απρόβλεπτη υπόθεση. Μειώνοντας το περιττό άγχος και τις υπέρμετρα υψηλές προσδοκίες η Ελλάδα δεν έχει παρά να συνεχίσει όπως  και τα τελευταία χρόνια.

Το μόνο που θα μπορούσε ίσως να γίνει είναι η επιτροπή που κάνει την προκριματική επιλογή των τραγουδιών τα οποία υποβάλλονται να μελετά τα ρεύματα που έχουν επικρατήσει στον διαγωνισμό τα προηγούμενα τρία ως πέντε χρόνια και να συμπεριλάβει στα κριτήρια της επιλογής της το ποια εντάσσονται σε ένα από αυτά τα ρεύματα και ύφη.

Θα μπορούσε βέβαια να υπάρξει και η επισήμανση ότι σε οποιαδήποτε διαγωνισμό δεν πας απλά για να συμμετάσχεις αλλά με αντικειμενικό σκοπό να κερδίσεις. Σε αυτή την περίπτωση η χώρα μας δεν έχει παρά να χρησιμοποιήσει, ακόμα και να αντιγράψει την δοκιμασμένη και επιτυχημένη μέθοδο που έφερε σε άλλες την πρώτη θέση. Ξεκινάς με μια πολύ καλή και με εντυπωσιακές δυνατότητες φωνή, γνωστή ή όχι, αντρική ή  γυναικεία αν και η στατιστική λέει ότι  έχουν κερδίσει περισσότερες ερμηνεύτριες από ερμηνευτές. Στη συνέχεια συγκεντρώνεις μια υψηλού επιπέδου και όσο το δυνατόν πιο έμπειρη ως προς τον διαγωνισμό δημιουργική ομάδα, πάνω – κάτω αυτό που κάνει ο Φωκάς Ευαγγελινός στη σκηνοθεσία μόνο που δεν είναι απαραίτητο να το κάνει ένας άνθρωπος μόνος του ούτε οι ίδιοι κάθε φορά. Τους αναθέτεις να γράψουν ένα τραγούδι με αγγλικό στίχο γιατί, κακά τα ψέματα, η ελληνική δεν είναι από τις πιο γνωστές γλώσσες στην Ευρώπη και κάπως εντός του πλαισίου των κυρίαρχων ρευμάτων των προηγούμενων χρόνων, τους και τις αφήνεις να εργαστούν απερίσπαστοι/ες και τους εύχεσαι καλή επιτυχία.

Το «Bangaranga» και η Βουλγαρία είναι ένα ακόμα παράδειγμα αυτής της «συνταγής» και των αποτελεσμάτων της.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0