Ο Γιώργος Κεφαλλωνίτης σπούδασε ηχοληψία και μουσική τεχνολογία, παίζει κιθάρα και άλλα νυκτά έγχορδα, γράφει τραγούδια και ενίοτε τα ερμηνεύει ο ίδιος, δραστηριοποιείται στην παραγωγή και την ενορχήστρωση και επέλεξε από πολύ νωρίς να είναι γνωστός ως Γιώργος Περού. Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε το τρίτο album του «Η πρώτη αχτίδα», που είναι και το πλέον προσωπικό του ως τώρα. Μιλά γι’ αυτό αλλά και για τη σχέση που έχουν τα τραγούδια του με τη ζωή του και το αντίστροφο.
Κοιτάζοντας πίσω θα έλεγες, ότι η καταγωγή σου από ένα νησί του Αιγαίου, την Τήνο, σε επηρέασε όχι προσωπικά και συναισθηματικά αλλά ως προς το πώς γράφεις και παίζεις μουσική;
Στην Τήνο και στις Κυκλάδες είχα την τύχη να αλωνίζω από παιδί κι έτσι απέκτησα μια βαθιά βιωματική σχέση. Στο Αιγαίο κυριαρχεί μια άλλη αντίληψη των αισθήσεων, πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα. Το παραδοσιακό τραγούδι και η τελετουργία που το συνόδευε πριν γίνει τουριστική ατραξιόν χάραξε μέσα μου την αίσθηση της συνέχειας και του ολόκληρου που προσπαθώ να αποδώσω. Η παρέα που χορεύει και τραγουδά, η ξενιτιά, ο καημός του έρωτα, όλη αυτή η σοφή αθωότητα που συναντάμε σε αυτά τα τραγούδια αποτελούν έμπνευση και καταφύγιο.
Ποιες θα έλεγες ότι είναι οι κυριότερες μουσικές διαφορές του album«Η πρώτη αχτίδα» από το προηγούμενο «Primavera» και τα τραγούδια που έγραψες για το «Σεκάνς» της Κορίνας Λεγάκη;
Το «Η πρώτη αχτίδα» είναι άμεση συνέχεια του «Primavera». Το υλικό τους ανήκει στην ενότητα των τραγουδιών που έχω επιλέξει να ερμηνεύσω ο ίδιος. Παράλληλα με αυτό το υλικό δημιουργήθηκε μέσα στα χρόνια μια ενότητα τραγουδιών για άλλους/ες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες. Σε αυτήν ανήκουν τα τραγούδια του «Σεκάνς» και του «Όνειρο είναι όλα» της Αλεξάνδρα Μάγκου που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Οι διαφορές που εντοπίζω αφορούν την απόδοση και όχι τις συνθέσεις, και είναι λογικό αυτό γιατί άλλη είναι η προσέγγιση στα ίδια τραγούδια ενός ερμηνευτή και άλλη ενός τραγουδοποιού.

Είναι η ιδέα μου ή, αντίθετα με άλλους, ξεκίνησες από λαϊκές και γενικότερα ελληνικές μουσικές φόρμες αλλά προοδευτικά απομακρύνεσαι από αυτές και ανοίγεσαι σε πιο διεθνή και πολυσυλλεκτικά ιδιώματα;
Πάντα βλέπω το ελληνικό τραγούδι μέσα από το πρίσμα της διεθνούς μουσικής γιατί εκεί αποκτά την αληθινή του διάσταση. Στη χώρα μας έχουμε έναν κακώς εννοούμενο επαρχιωτισμό σε σχέση με το πολιτιστικό προϊόν μας. Αντί να δημιουργούμε το δικό μας ιδίωμα, όπως έκαναν όλοι οι σοβαροί δημιουργοί, εμείς αντίθετα είτε θα κάνουμε τα πάντα για να μοιάζει κάτι εντελώς ξένο ή θα κλείσουμε τα αυτιά μας σε οτιδήποτε έρχεται από αλλού με άξονα έναν τοπικισμό και μια εσωστρέφεια. Πρόκειται για ξεκάθαρη στρέβλωση και παθογένεια της οποίας δεν θέλω ποτέ να είμαι μέρος, ούτε καν ως ακροατής. Το τραγούδι δεν είναι τίποτε άλλο από λαϊκή ποίηση με μουσική. Σημασία έχει να είναι βιωματικό και όχι επιτηδευμένα λαϊκότροπο κατασκεύασμα. Όποιο λαϊκό στοιχείο δεν χρειάζεται να το φωνάζει ότι είναι τέτοιο, αλλιώς καταντά γραφικό. Η λαϊκή τέχνη είναι από τη φύση της πολυσυλλεκτική, μπολιάζει τα παγκόσμια ρεύματα και τανάπαλιν, και έτσι ανθίζει.
Γιατί επέλεξες να ερμηνεύσεις ντουέτο αυτά τα δύο τραγούδια και γιατί συγκεκριμένα με τη Lou Is και τη Λόλα Γιαννοπούλου;
Γνωριζόμαστε από παιδιά με τις δύο εξαίρετες ερμηνεύτριες καθώς έχουμε μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά. Είναι πολύ μεγάλη τύχη να μοιράζεσαι κοινά βιώματα με τους συνεργάτες σου. Πριν από τα ντουέτα είχαν ήδη ηχογραφήσει φωνητικά, γεμίζοντας χρώματα και ανάσες τα πιο σημαντικά μου τραγούδια. Η συνέπεια και το ήθος που διαθέτουν ως μουσικοί είναι το βασικό μου κριτήριο όταν επιλέγω συνεργάτες/ιδες.
Ο τίτλος του album παραπέμπει στον ήλιο. Θα έλεγες ότι είσαι περισσότερο άνθρωπος του φωτός ή του σκοταδιού;
Ανήκω στην κατηγορία των άτακτων παιδιών, που σαν μικροί καλικάντζαροι τραβούν τις κουρτίνες και ανοίγουν τα παντζούρια για να μπει το φως. Η νύχτα, βέβαια, μου ασκεί πάντοτε γοητεία και κάτι που με χαρακτηρίζει είναι οι μεταμεσονύχτιες βόλτες μου στις οποίες σκαρώνω τραγούδια ενώ οι άλλοι/ες κοιμούνται.
Πώς αισθάνεσαι σαν άνθρωπος, δημιουργός και μουσικός στην Ελλάδα του 2026 μετά την οικονομική κρίση, την πανδημία και πολέμους που αυξάνονται, αλλά και επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη;
Έχω περάσει από πολλές διακυμάνσεις, εναλλαγές διάθεσης και ανάμεικτα συναισθήματα. Αισθάνομαι ότι η προσωπική μου εξέλιξη και διαδρομή βρίσκονται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από την γενικότερη τάση της κοινωνίας και της κυβέρνησης που η πλειονότητα έχει επιλέξει. Είναι τρομακτικό να νιώθεις ξένος σε μια χώρα όπου πολιτικοί και πολίτες έχουν αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό. Λυπάμαι για το ότι, εκτός από τη δική μου γενιά, βλέπω να θάβεται ζωντανή και η επόμενη.
Και τα προσεχή σχέδιά σου, άμεσα και πιο μακροπρόθεσμα, προσωπικά και από πλευράς συνεργασιών;
Το επόμενο βήμα είναι κάποια τραγούδια με διάφορους/ες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες και ελπίζω να παρουσιάσω ζωντανά συνολικά ό,τι έχω κάνει ως τώρα.
Αν διαφωνείτε και εσείς με πολλές επιλογές της πλειονότητας, αξίζει να παρακολουθείτε τη μοναχική και τόσο προσωπική διαδρομή του Γιώργου Περού.
