ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΚΟΥΤΕΝΤΑΚΗ
Η αντιπαράθεση της κυβέρνησης με την τρόικα μπορεί να ξεκίνησε σαν παράσταση για το εγχώριο φιλοθέαμον κοινό, αλλά πλέον έχει εξελιχθεί σε σοβαρό αγκάθι για την κυβερνητική σταθερότητα. Θα πει κανείς ότι δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται παρόμοια εμπλοκή, όμως τώρα τα πράγματα είναι περισσότερο κρίσιμα από όσο φαίνονται. Ο λόγος είναι πως, ενώ η αξιολόγηση της τρόικας έχει μπλοκαριστεί, καθώς εκκρεμούν προαπαιτούμενα που έχουν υπερφορτιστεί πολιτικά, η κυβέρνηση έχει αυτοεγκλωβιστεί στη στρατηγική της «πολιτικής διαπραγμάτευσης» όπου της είναι δύσκολο να πετύχει αξιοπρεπή συμβιβασμό.
Τελευταίο πόνημα αυτής της διαπραγματευτικής γραμμής, η «μονομερής ενέργεια» (sic) κατάθεσης προϋπολογισμού χωρίς έγκριση, αφού δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ τρόικας και υπουργείου Οικονομικών για το δημοσιονομικό κενό και την ανάγκη λήψης νέων μέτρων. Με την ψήφιση, η κυβέρνηση μπορεί να κέρδισε λίγους μήνες -μέχρι την αναθεώρησή του-, αλλά το πρόβλημα παραείναι σύνθετο για να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Αυτό που δεν αναφέρει κανείς, είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα, είναι πως η επίσημη πρόβλεψη για σταμάτημα της ύφεσης τον επόμενο χρόνο στηρίζεται στην υπόθεση ότι δεν θα ληφθούν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα. Αν τελικά ληφθούν, θα πρέπει να αναθεωρηθούν και οι προβλέψεις προς τα κάτω, αφού οι μεταβολές της δημοσιονομικής πολιτικής δεν αφήνουν το ΑΕΠ ανεπηρέαστο. Με άλλα λόγια, οι δύο περίφημοι στόχοι για το επόμενο έτος, πρωτογενές πλεόνασμα στο 1,5% και θετικός ρυθμός μεγέθυνσης στο 0,6%, αλληλοαναιρούνται. Αν χρειαστούν πρόσθετα μέτρα για να επιτευχθεί ο πρώτος, τότε μάλλον υπονομεύεται ο δεύτερος.
Αυτά βέβαια δεν ανησυχούν την τρόικα, που από τη δική της σκοπιά έχει κάθε λόγο να επιμείνει στο γράμμα των δεσμεύσεων και να μη χαριστεί στην κυβέρνηση. Ακόμα κι αν υπάρξει ρήξη, θα έχει εξασφαλίσει την υστεροφημία της, τουλάχιστον με τα κριτήρια που θέτει η ίδια για τον ρόλο της: μπορεί να καμαρώνει ότι χάρη στη «σοφή» καθοδήγησή της επιτεύχθηκε μια ιστορικών διαστάσεων δημοσιονομική προσαρμογή και να φορτώσει στο εγχώριο πολιτικό προσωπικό όλες τις αποτυχίες του προγράμματος.
Με αυτό το δεδομένο, το μόνο που μένει στην κυβέρνηση είναι να συνεχίσει να απευθύνεται στους πολιτικούς προϊσταμένους της τρόικας, ελπίζοντας στην πολυπόθητη παρέμβαση που θα μαλακώσει τους ξεροκέφαλους τεχνοκράτες. Υπέρ της διαπραγματευτικής της θέσης συνηγορούν τόσο η γενικευμένη ευρωπαϊκή δυσαρέσκεια με τις πολιτικές λιτότητας όσο και το γεγονός ότι η χώρα έχει ήδη εισπράξει το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων και εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα, καθιστώντας λιγότερο επιτακτική την ανάγκη για δανεικά.
Παρ' όλα αυτά, η στρατηγική αυτή δεν έχει αποδώσει τίποτα περισσότερο από μερικές καλές κουβέντες από τους Ευρωπαίους αξιωματούχους, μαζί φυσικά με την υπενθύμιση των δεσμεύσεων. Αυτό επιβεβαιώθηκε και στο Γιούρογκρουπ της Δευτέρας όπου παρ' ότι δεν πολυασχολήθηκαν με την Ελλάδα, ενθάρρυναν ευγενικά την κυβέρνηση να τα βρει με την τρόικα αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά.
Αλλά τα περιθώρια στενεύουν. Ακόμα κι αν επιτευχθεί μια προσωρινή συμφωνία για την καταβολή της δόσης, η αξία της θα είναι περισσότερο συμβολική και λιγότερο ουσιαστική. Σύντομα θα έρθει ο λογαριασμός και όλοι οι εμπλεκόμενοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη δραματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, αναγκασμένοι να λάβουν συγκεκριμένες αποφάσεις. Αν, όπως όλα δείχνουν, οι Ευρωπαίοι δεν κάνουν το χατίρι της κυβέρνησης, τότε η τελευταία θα πρέπει είτε να υποχωρήσει ατάκτως σε έναν εξευτελιστικό συμβιβασμό, αποδεχόμενη το σύνολο των απαιτήσεών τους, είτε να έρθει σε ανοιχτή ρήξη μαζί τους. Δυστυχώς για την παρούσα κυβέρνηση, καμία από τις δύο καταστάσεις δεν είναι πολιτικά διαχειρίσιμη. Όπως και να έχει, θα μάθουμε πολύ σύντομα το αποτέλεσμα της περίφημης «πολιτικής διαπραγμάτευσης».
Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης διδάσκει στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης.