Τα προβλήματα που προέκυψαν από την εφαρμογή του νέου νόμου για τις κατατακτήριες εξετάσεις, τα οποία αρνείται να λύσει το υπουργείο Παιδείας, αναδεικνύει ο τομεάρχης Οικονομικών & Ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και βουλευτής Ηρακλείου Χάρης Μαμουλάκης, καταθέτοντας ως αναφορά προς την υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων & Αθλητισμού, σχετική επιστολή της Πρωτοβουλίας Υποψηφίων Κατατακτηρίων Δεκεμβρίου 2025.
Με την επιστολή εκφράζεται ακόμη μια φορά η αναστάτωση και η αγωνία των υποψηφίων εισαγωγής στα πανεπιστημιακά ιδρύματα μέσω κατατακτηρίων εξετάσεων, συνεπεία εφαρμογής του ν.5224/2025, κατά την οποία διαπιστώθηκαν αντιφάσεις που οδήγησαν σε σοβαρές αποκλίσεις.
Ειδικότερα, τονίζεται ότι θίγονται ζητήματα που άπτονται βασικών συνταγματικών αρχών, όπως της ισότητας, της ίσης μεταχείρισης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς τη Διοίκηση. Υποψήφιοι που επένδυσαν χρόνο, κόπο και οικονομικούς πόρους βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα μεταβαλλόμενο και ασαφές πλαίσιο, το οποίο δεν εφαρμόστηκε με συνέπεια, ενώ το αρμόδιο Υπουργείο συνεχίζει να κωφεύει στο πρόβλημα, παρά τις προηγούμενες κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις που αφορούν το ζήτημα.
Όπως τονίζεται, η παρούσα κατάσταση δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς διόρθωση, καθώς δημιουργεί αντικειμενικά συνθήκες άνισης μεταχείρισης και πλήττει την αξιοπιστία της διαδικασίας και για το λόγο αυτό χρήζει άμεσης παρέμβασης της Πολιτείας.
Αναλυτικά η αναφορά:
ΑΝΑΦΟΡΑ
Προς την κ. υπουργό
Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού
Θέμα: «Το υπουργείο αρνείται να δώσει λύση στα προβλήματα που ανέκυψαν με την εφαρμογή του νέου νόμου για τις κατατακτήριες εξετάσεις».
«Ο βουλευτής ν. Ηρακλείου ΣΥ.ΡΙΖ.Α - Προοδευτική Συμμαχία Μαμουλάκης Χαράλαμπος (Χάρης), καταθέτει προς την κ. Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ως αναφορά, επιστολή της Πρωτοβουλίας Υποψηφίων Κατατακτηρίων Δεκεμβρίου 2025, με την οποία εκφράζεται ακόμη μια φορά η αναστάτωση και η αγωνία των υποψηφίων εισαγωγής στα πανεπιστημιακά ιδρύματα μέσω κατατακτηρίων εξετάσεων, συνεπεία εφαρμογής του ν.5224/2025, κατά την οποία διαπιστώθηκαν αντιφάσεις που οδήγησαν σε σοβαρές αποκλίσεις.
Ειδικότερα με βάση τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω επιστολή, θίγονται ζητήματα που άπτονται βασικών συνταγματικών αρχών, όπως της ισότητας, της ίσης μεταχείρισης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς τη Διοίκηση. Υποψήφιοι που επένδυσαν χρόνο, κόπο και οικονομικούς πόρους βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα μεταβαλλόμενο και ασαφές πλαίσιο, το οποίο δεν εφαρμόστηκε με συνέπεια, ενώ το αρμόδιο Υπουργείο συνεχίζει να κωφεύει στο πρόβλημα, παρά τις προηγούμενες κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις που αφορούν το ζήτημα.
Η παρούσα κατάσταση δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς διόρθωση, καθώς δημιουργεί αντικειμενικά συνθήκες άνισης μεταχείρισης και πλήττει την αξιοπιστία της διαδικασίας και για το λόγο αυτό χρήζει άμεσης παρέμβασης της Πολιτείας».
Επισυνάπτεται το δημοσίευμα.
Παρακαλούμε για την απάντηση και τις δικές σας ενέργειες.
Αθήνα, 04/05/2026
Ο καταθέτων Βουλευτής
Μαμουλάκης Χάρης
Αναλυτικά η επιστολή:
«Αξιότιμη κυρία υπουργέ,
Αξιότιμε κύριε υφυπουργέ,
Αξιότιμοι αρχηγοί των κομμάτων,
Αξιότιμες κυρίες και αξιότιμοι κύριοι βουλευτές,
Αξιότιμα μέλη της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων,
Με την παρούσα επιστολή θέτουμε υπόψη σας την έντονη αναστάτωση που επικρατεί μεταξύ εκατοντάδων υποψηφίων των κατατακτηρίων εξετάσεων, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του νέου νομοθετικού πλαισίου (ν. 5224/2025) για την εισαγωγή πτυχιούχων στα πανεπιστήμια.
Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω μεταρρύθμιση παρουσιάστηκε με στόχο τη διεύρυνση των δυνατοτήτων πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η πρακτική εφαρμογή της ανέδειξε σοβαρές δυσλειτουργίες και κανονιστικά κενά. Η μη έγκαιρη ύπαρξη σαφούς και ενιαίου εφαρμοστικού πλαισίου είχε ως αποτέλεσμα την αποσπασματική και μη ομοιόμορφη εφαρμογή του νόμου από τα πανεπιστημιακά τμήματα, οδηγώντας σε σημαντικές αποκλίσεις ως προς τον αριθμό εισακτέων και τα κριτήρια αξιολόγησης.
Ενδεικτικά, παρατηρήθηκαν περιπτώσεις όπου:
- Τμήματα δεν αξιοποίησαν τις προβλεπόμενες θέσεις ή δεν δέχθηκαν κανέναν υποψήφιο
- Υποψήφιοι με συνολική βαθμολογία άνω των 30 μονάδων αποκλείστηκαν λόγω μη επίτευξης βάσης σε επιμέρους μάθημα,
- Σε άλλες περιπτώσεις εισήχθησαν υποψήφιοι με ιδιαίτερα χαμηλή επίδοση σε επιμέρους μάθημα (ακόμη και μηδενική), λόγω συνολικής βαθμολογίας,
- Τα κριτήρια αξιολόγησης μεταβλήθηκαν ή αποσαφηνίστηκαν κατά τη διάρκεια ή ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της εξεταστικής διαδικασίας.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί αντικειμενικά συνθήκες άνισης μεταχείρισης και υποψηφίους «δύο ταχυτήτων», πλήττοντας την αξιοπιστία του θεσμού.
Σημειώνεται ότι, κατά πάγια αρχή της διοικητικής λειτουργίας, μια υπουργική απόφαση ή διευκρινιστική οδηγία δεν θεσπίζει νέους κανόνες δικαίου, αλλά εξειδικεύει και αποσαφηνίζει την εφαρμογή ήδη υφιστάμενων διατάξεων νόμου. Δεν δύναται, συνεπώς, να μεταβάλλει ουσιωδώς το περιεχόμενο της νομοθετικής ρύθμισης ή να εισάγει νέες προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται ρητά στον νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκ των υστέρων διευκρινίσεις ως προς την απαίτηση ελάχιστης επίδοσης σε κάθε εξεταζόμενο μάθημα φαίνεται να οδήγησαν, στην πράξη, σε διαφοροποίηση των κριτηρίων εισαγωγής, επηρεάζοντας ουσιωδώς τα αποτελέσματα της διαδικασίας. Το γεγονός αυτό εγείρει ζητήματα ως προς τη συμβατότητα της εφαρμογής με τις αρχές της νομιμότητας, της ισότητας και της ασφάλειας δικαίου, ιδίως όταν οι υποψήφιοι συμμετείχαν υπό διαφορετική κατανόηση των ισχυουσών προϋποθέσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες σχετικά με τη φύση και το επίπεδο δυσκολίας των θεμάτων, καθώς και για αποκλίσεις από τη δημοσιευμένη ύλη, γεγονός που, εφόσον επιβεβαιωθεί, εγείρει ζητήματα διαφάνειας και αξιοπιστίας της διαδικασίας.
Η κατάσταση αυτή έρχεται σε αντίθεση με το προηγούμενο σταθερό πλαίσιο που ίσχυε επί σειρά ετών, όπου τα κριτήρια εισαγωγής ήταν σαφή, ενιαία και αντικειμενικά (συνολική βαθμολογία ≥30/60 εντός ποσοστού θέσεων), διασφαλίζοντας ίσους όρους συμμετοχής και προβλεψιμότητα για τους υποψηφίους.
Σήμερα, ανακύπτουν ζητήματα που άπτονται βασικών συνταγματικών αρχών, όπως της ισότητας, της ίσης μεταχείρισης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς τη Διοίκηση. Υποψήφιοι που επένδυσαν χρόνο, κόπο και οικονομικούς πόρους βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα μεταβαλλόμενο και ασαφές πλαίσιο, το οποίο δεν εφαρμόστηκε με συνέπεια.
Υπενθυμίζεται ότι υπάρχει θεσμικό προηγούμενο (2017), κατά το οποίο η Πολιτεία προχώρησε σε αναδρομική αποκατάσταση αντίστοιχων δυσλειτουργιών.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι συνεχίζει να παρατηρείται άνιση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αντιφατική μεταχείριση μεταξύ αποφοίτων ΤΕΙ και πανεπιστημιακών τίτλων (ΠΕ). Ειδικότερα, στον χώρο της εκπαίδευσης, απόφοιτοι ΤΕΙ εντάσσονται και ασκούν καθήκοντα κατηγορίας ΠΕ με πλήρη επαγγελματικά και οικονομικά δικαιώματα, ενώ την ίδια στιγμή απόφοιτοι που επιδιώκουν την αναβάθμιση του τίτλου σπουδών τους ή την ένταξή τους σε αντίστοιχες θέσεις σε άλλους τομείς καλούνται να συμμετάσχουν σε μια ιδιαίτερα απαιτητική και διαρκώς μεταβαλλόμενη διαδικασία κατατακτηρίων εξετάσεων. Η αντίφαση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς τη συνοχή και την ισονομία των εφαρμοζόμενων πολιτικών.
Η έκταση και η σοβαρότητα των παραπάνω ζητημάτων καθιστούν αναγκαία και την προσοχή και συμβολή της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Με βάση τα παραπάνω, διεκδικούμε:
- Τη διασφάλιση ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής των κριτηρίων σε όλα τα πανεπιστημιακά τμήματα
- Την αναδρομική ένταξη (συμπληρωματική εγγραφή) των υποψηφίων που συγκέντρωσαν συνολική βαθμολογία τριάντα (30) και άνω
- Τη ρητή αντιμετώπιση των αποτελεσμάτων του ακαδημαϊκού έτους 2025–2026 με ειδική μεταβατική ρύθμιση
- Τη μετάθεση πλήρους εφαρμογής του νέου πλαισίου από τον Δεκέμβριο του 2026, ώστε να διασφαλιστεί δίκαιη μετάβαση
Η αποκατάσταση των παραπάνω δεν συνιστά προνομιακή μεταχείριση, αλλά αναγκαία παρέμβαση για την αποκατάσταση της ισονομίας και της αξιοπιστίας της διαδικασίας.
Παράλληλα, ως πρωτοβουλία υποψηφίων βρισκόμαστε ήδη στη διαδικασία ενημέρωσης της κοινής γνώμης για το ζήτημα, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία και τη διάσταση που λαμβάνει.
Επιπλέον, το ζήτημα έχει ήδη αναδειχθεί σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, καθώς έχουν κατατεθεί σχετικές ερωτήσεις και αναφορές από μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου, κατόπιν ενημέρωσης και παρεμβάσεων εκ μέρους μας. Μέχρι σήμερα, δεν έχει δοθεί σαφής και επίσημη απάντηση επί της ουσίας του ζητήματος, αλλά παρατηρείται επίκληση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν ανακύψει. Η εξέλιξη αυτή καθιστά επιτακτική την άμεση και ουσιαστική αντιμετώπισή του.
Έχουμε ήδη απευθυνθεί και στον Συνήγορο του Πολίτη.
Η παρούσα κατάσταση δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς διόρθωση, καθώς δημιουργεί αντικειμενικά συνθήκες άνισης μεταχείρισης και πλήττει την αξιοπιστία της διαδικασίας».
Με εκτίμηση,
Πρωτοβουλία Υποψηφίων Κατατακτηρίων Δεκεμβρίου 2025