Με συνοπτικές (αντι)κοινοβουλευτικές διαδικασίες, που δεν επιτρέπουν στους βουλευτές και τις βουλεύτριες να μελετήσουν μία κρίσιμη συμφωνία - η οποία αφορά τα κυριαρχικά δικαιώματα και το ενεργειακό της μέλλον της χώρας- αποφάσισε η κυβέρνηση Μητσοτάκη να προχωρήσει στην επικύρωση των τεσσάρων συμβάσεων της Ελλάδας με τις εταιρείες «CHEVRON GREECE HOLDINGS» και «HELLENiQ UPSTREAM» για την παραχώρηση δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογοναθράκων νότια της Κρήτης και νότια της Πελοποννήσου.
Η κυβέρνηση κατέθεσε μόλις προχθές τις συμβάσεις και καλεί τη Βουλή από σήμερα, Πέμπτη 5.3.26, να συζητήσει και ψηφίσει, μέσα σε μία μόλις εβδομάδα, ένα κείμενο 1.136 σελίδων, χωρίς να υπολογίζονται η αιτιολογική έκθεση και οι συνοδευτικές εκθέσεις. Κάλεσε εν ολίγοις τους βουλευτές να μελετήσουν ένα τόσο σύνθετο νομικό και τεχνικό κείμενο μέσα σε λίγες ώρες, κάτι που καθιστά αδύνατη τη διεξαγωγή σοβαρής και τεκμηριωμένης κοινοβουλευτικής συζήτησης.
«Αυτή τη στιγμή, το ευμετάβλητο διεθνές περιβάλλον μάς επιβάλλει να μην καθυστερήσουμε. Επιβάλλει η Ελλάδα να στείλει τις φρεγάτες "Κίμων" και "Ψαρά". Για εμάς, για την κυβέρνηση, το μήνυμα που πρέπει να σταλεί προς τη CHEVRON είναι ότι δεν θα το ξανασκεφτούμε. Ότι είμαστε έτοιμοι για το εθνικό καλό. Για όλους αυτούς τους λόγους πιστεύω ότι πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία που προτάθηκε», επιχειρηματολόγησε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρος, στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, προσπαθώντας να αντικρούσει τα πυρά της αντιπολίτευσης σχετικά με τη «fast track» διαδικασία συζήτησης του νομοσχεδίου.
Η συζήτηση προσδιορίστηκε να συνεχιστεί την ερχόμενη Τρίτη (10.3) με την ακρόαση φορέων, και την Πέμπτη (12.3) να ψηφιστεί η κύρωσή της από την Ολομέλεια.
«Φέρνετε τέσσερις συμβάσεις μαζί ενώ θα έπρεπε να συζητηθούν ξεχωριστά, με μια fast track διαδικασία, για τα μάτια του κόσμου και χωρίς πραγματικό έλεγχο ή διάλογο», τόνισε μεταξύ άλλων ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και αρμόδιος Τομεάρχης του κόμματος, Μίλτος Ζαμπάρας.
«Μιλάμε για τέσσερις συμβάσεις που ακολουθούν το πρότυπο της μίας και στηρίζεται κατά 95% στο κείμενο που η Βουλή έχει συμφωνήσει στις προηγούμενες συμφωνίες που έχει κάνει η χώρα με άλλες εταιρίες. Είναι μια σύμβαση η οποία δημοσιοποιήθηκε στην ευρωπαϊκή εφημερίδα στις 12 Ιουνίου και άρα υπήρχε στη δημόσια σφαίρα», ισχυρίστηκε από την πλευρά του ο κ. Παπασταύρου.
Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Φραγκίσκος Παρασύρης, τόνισε την ανάγκη «για ένα τόσο εξαιρετικά σοβαρό θέμα που αφορά την εξωτερική, τη γεωστρατηγική και ενεργειακή πολιτική της χώρας να δοθεί επαρκής χρόνος ώστε τα κόμματα να μπορέσουν να αξιολογήσουν ουσιαστικά τις συμβάσεις».
Η εισηγήτρια της Νέας Αριστεράς, Πέτη Πέρκα, μίλησε επίσης για «fast track διαδικασίες, για μια σύμβαση που υποθηκεύει το μέλλον της χώρας».
Την αντίθεσή του στον «περιορισμένο χρόνο συζήτησης της σύμβασης», εξέφρασε έντονα και ο εισηγητής της Πλεύσης Ελευθερίας, Αλέξανδρος Καζαμίας.
«Πρόσδεση άνευ όρων στα αμερικάνικα συμφέροντα»
Ο Μ. Ζαμπάρας στάθηκε επικριτικά απέναντι στις θριαμβολογίες της κυβέρνησης περί «ιστορικής συμφωνίας» και «οικονομικού θαύματος», τονίζοντας ότι η συγκεκριμένη συμφωνία σηματοδοτεί μια «θλιβερή πρόσδεση άνευ όρων στα αμερικάνικα συμφέροντα του κυρίου Τραμπ και δηλώνει έλλειψη στρατηγικής».
Τόνισε ότι η ελληνική κοινωνία δεν συμμερίζεται τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη διότι «πληρώνει πανάκριβη ενέργεια και την ίδια στιγμή εξυπηρετούνται γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα άλλων χωρών».
Ένα δεύτερο σημείο κριτικής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το οποίο το έθεσε και το ΠΑΣΟΚ στη συζήτηση, έχει να κάνει με τις σημαντικές διαφοροποιήσεις στη Σύμβαση για την Κρήτη.
Όπως ανέλυσε ο Μ. Ζαμπάρας:
«Στη νέα σύμβαση αναφέρονται μόνο Βρετανοί και Αμερικανοί εμπειρογνώμονες, ενώ το γαλλικό σκέλος που υπήρχε στην Σύμβαση του 2019 απουσιάζει. Και αυτό νομίζω ότι έχει σημασία, γιατί ένας εμπειρογνώμονας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε περιπτώσεις διαφορών μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών και της διαιτησίας. Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με το ζήτημα της ερευνητικής γεώτρησης στη σύμβαση του 2019. Αν πάμε βήμα - βήμα, το οριστικό βάθος ορίζονταν στα 4.000 μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του βάθους του νερού. Στη σύμβαση του 2026, η αναφορά αλλάζει και γίνεται τουλάχιστον 800 μέτρα κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας. Πρόκειται, λοιπόν, για μία σημαντική διαφοροποίηση που επηρεάζει το πραγματικό βάθος και τη φύση των ερευνών».
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ζητάει ακριβώς για αυτόν τον λόγο να κατατεθούν οι αρχικές προσφορές, οι βελτιωμένες προσφορές, καθώς και τα πρακτικά της Επιτροπής αξιολόγησης σε σχέση με τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της CHEVRON
Το πιο προβληματικό σημείο Σύμβασης, σύμφωνα με τον Μ. Ζαμπάρα, είναι η προσθήκη της παραγράφου 3 στο άρθρο 30, η οποία δεν υπήρχε το 2019 και προβλέπει ότι τα όρια της συμβατικής περιοχής μπορούν να αναθεωρηθούν.
Άρα, σε περίπτωση συμφωνίας για οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με γειτονικό κράτος (βλέπε Τουρκία), το τμήμα που θα βρεθεί εκτός ελληνικής ΑΟΖ παύει να αποτελεί συμβατική περιοχή. Ο μισθωτής θεωρείται ότι παραιτείται από το τμήμα αυτό, ακόμη και αν έχει ήδη ξεκινήσει την εκμετάλλευση και το ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να επιστρέψει οικονομικές αποζημιώσεις που έχουν καταβληθεί.
Με απλά λόγια, κατά την αντιπολίτευση, η σύμβαση προβλέπει ένα πλαίσιο που εξυπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα του μισθωτή και όχι τα συμφέροντα της χώρας. Εύλογα, ο Μ. Ζαμπάρας αναρωτήθηκε αν το συγκεκριμένο άρθρο προστέθηκε κατόπιν απαίτησης της CHEVRON. Και αναφέρθηκε και στις ανησυχίες σχετικά με τα ζητήματα που σχετίζονται με τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, τις οποίες εξέφρασε ο Αντώνης Σαμάρας.
Επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θέτει το ζήτημα της αποδυνάμωσης του Δημοσίου, η οποία αποτυπώνεται δραματικά και στη μείωση του ποσοστού του Δημοσίου στα πρώην ΕΛΠΕ, επί των κυβερνήσεων Μητσοτάκη.
«Αναρωτιέμαι πώς μιλάτε για προστασία του δημοσίου συμφέροντος όταν έχετε εκχωρήσει τον έλεγχο στρατηγικών ενεργειακών επιχειρήσεων που εμπλέκονται με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο σήμερα στη συγκεκριμένη σύμβαση», επισήμανε χαρακτηριστικά ο Μ. Ζαμπάρας.
Στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου αναφέρεται ότι οι συμβάσεις ενισχύουν τον ρόλο της χώρας μας ως ενεργειακού κόμβου, θωρακίζουν την ενεργειακή αυτονομία και ενισχύουν επίσης τη γεωστρατηγική θέση της χώρας μας.
Ωστόσο, όπως αναδεικνύει η προοδευτική αντιπολίτευση, η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη βρίθει αντιφάσεων: από την επιβολή της βίαιης απολιγνιτοποίησης, που παρουσιάστηκε ως φιλοπεριβαλλοντική πρωτοβουλία και από τα φαραωνικά έργα ΑΠΕ (χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό), τώρα έχουμε στροφή στα ορυκτά καύσιμα και τις εξορύξεις υδρογονανθράκων.